Του John Glaser*, πρωτοδημοσιεύθηκε στο foreignaffairs.gr

Τις τελευταίες δεκαετίες, η ψηφιακή επανάσταση [1] έχει μετασχηματίσει θεμελιωδώς τις βέλτιστες πρακτικές των επιχειρήσεων. Ωστόσο, οι αλλαγές διεισδύουν αργά στον δημόσιο τομέα, ο οποίος παραμένει συνδεδεμένος με την παραδοσιακή σκέψη και τις παραδοσιακές πρακτικές. Ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Rex Tillerson [2], προσπαθεί να αναθεωρήσει όλες τις πτυχές του Υπουργείου Εξωτερικών για να το επιταχύνει, κάτι που είναι για το καλύτερο. Αλλά ακόμη μεγαλύτερο ζήτημα θα ήταν το Πεντάγωνο, η μεγαλύτερη γραφειοκρατία στον κόσμο. Η στρατηγική, η δομή και οι προτεραιότητες χρηματοδότησης του αμερικανικού στρατού καθιερώθηκαν πριν από δεκαετίες, ανταποκρινόμενες σε ένα εντελώς διαφορετικό γεωπολιτικό, οικονομικό και τεχνολογικό περιβάλλον.

Σκεφτείτε το περίπλοκο και ακριβό δίκτυο των υπερπόντιων στρατιωτικών βάσεων των ΗΠΑ, οι οποίες πρωτοεμφανίστηκαν ως σταθμοί ανθράκευσης για τα πλοία του ναυτικού πριν από ενάμιση αιώνα. Η σύγχρονη τεχνολογία επιτήρησης και στόχευσης έχει καταστήσει τις βάσεις όλο και πιο ευάλωτες και η παρουσία στρατιωτικών βάσεων των ΗΠΑ μπορεί να στρατιωτικοποιήσει τις διαμάχες και να κάνει ανταγωνιστικούς αντιπάλους που διαφορετικά θα ήταν πιο ενδοτικοί. Οι βάσεις των ΗΠΑ μπορούν επίσης να ενθαρρύνουν τους συμμάχους να αναλάβουν κινδύνους που θα μπορούσαν να αποφύγουν, αυξάνοντας έτσι την αστάθεια και εμπλέκοντας τις Ηνωμένες Πολιτείες σε περιφερειακές συγκρούσεις. Τέλος, οι προωθημένες δυνάμεις είναι ένας πειρασμός για τους ηγέτες των ΗΠΑ: Μπορούν να κάνουν τις εκκλήσεις για παρέμβαση -ακόμη και όταν τα ζωτικά αμερικανικά συμφέροντα δεν διακυβεύονται- να φαίνονται πιο λογικές.

Δεδομένου ότι οι συνθήκες της διεθνούς πολιτικής έχουν αλλάξει, και καθώς οι τεχνολογικές καινοτομίες και έχουν μειώσει τον χρόνο των μετακινήσεων και έχουν κάνει τις επιτόπιες δυνάμεις πιο ευάλωτες, η στρατηγική και λειτουργική χρησιμότητα των υπερπόντιων βάσεων αξίζει έναν εκ νέου έλεγχο. Οι τρεις κύριοι στρατηγικοί λόγοι για τις υπερπόντιες βάσεις -να αποτρέψουν τους αντιπάλους, να καθησυχάσουν τους συμμάχους και να επιτρέψουν την ταχεία ανταπόκριση των στρατιωτών των ΗΠΑ- δεν επαρκούν πλέον για να δικαιολογήσουν μια μόνιμη στρατιωτική παρουσία στο εξωτερικό.

Το πρόβλημα της αποτροπής

Η αποτρεπτική αξία των υπερπόντιων στρατιωτικών βάσεων είναι συχνά υπερβολική. Κατ’ αρχήν, είναι δύσκολο να αποδειχθεί. Επειδή η επιτυχία μετράται από την απουσία μιας ανεπιθύμητης ενέργειας από έναν αντίπαλο, ο προσδιορισμός του εάν κάτι δεν συνέβη λόγω της αποτροπής, επειδή ο αντίπαλος δεν είχε καμία πρόθεση να επιτεθεί εξ αρχής ή για κάποιον άλλο λόγο είναι εγγενώς δύσκολος.

Το πρόβλημα αυτό πλήττει πολλούς τομείς της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ. Για παράδειγμα, αναλυτές όπως ο Michael O’Hanlon και ο Richard C. Bush του ιδρύματος Brookings [3], και πολιτικοί ομοίως ισχυρίζονται [4] ότι η στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ στη Νότια Κορέα είναι το μόνο πράγμα που αποτρέπει την μονομερή επίθεση της Βόρειας Κορέας. Ωστόσο, η οικονομία της Νότιας Κορέας είναι 40 φορές μεγαλύτερη από της Βόρειας Κορέας, η Νότια Κορέα έχει διπλάσιο πληθυσμό από της Βόρειας Κορέας και οι στρατιωτικές δυνατότητες της Νότιας Κορέας υπερβαίνουν κατά πολύ τις δυνάμεις της Πιονγιάνγκ. Αυτά τα αξιοσημείωτα χάσματα στην οικονομική και στρατιωτική δύναμη πιθανόν να αποτρέπουν τον Βορρά από το να επιτεθεί στον Νότο και να συνεχίσουν να το πράττουν ακόμη και απούσης της στρατιωτικής δύναμης των ΗΠΑ στην περιοχή.

Ομοίως, οι υποστηρικτές [5] μια προωθημένης παρουσίας στην Μέση Ανατολή, εκλαμβάνουν την παρουσία του Πολεμικού Ναυτικού των ΗΠΑ στο Μπαχρέιν και την καθημερινή περιπολία του στον Περσικό Κόλπο ως τον κύριο αποτρεπτικό παράγοντα [6] στο κλείσιμο του Στενού του Ορμούζ από το Ιράν. Αλλά το Ιράν εξάγει το μεγαλύτερο μέρος του πετρελαίου του μέσω του στενού και θα επιβάλλει σοβαρές οικονομικές ζημίες στον εαυτό του εάν προσπαθήσει να το κλείσει. Μια τέτοια προσπάθεια θα απειλούσε επίσης τα ζωτικά συμφέροντα των περιφερειακών δυνάμεων καθώς και των εξωτερικών δυνάμεων που βασίζονται στην ελεύθερη ροή πετρελαίου από την περιοχή. Συνεπώς, το Ιράν θα είχε απαράδεκτα υψηλό κίνδυνο αντιποίνων από έναν διεθνή συνασπισμό κρατών και πιθανότατα θα αποτρεπόταν ακόμη και χωρίς την μόνιμη ναυτική παρουσία των ΗΠΑ στον Κόλπο [7].

Μερικές φορές, οι προσπάθειες αποτροπής μπορούν να λειτουργήσουν σαν μπούμερανγκ. Η τοποθέτηση στρατιωτικών βάσεων κοντά σε έναν αντίπαλο μπορεί να προκαλέσει φόβο που δημιουργεί αντίδραση. Οι ενέργειες της Ρωσίας κατά της Γεωργίας το 2008 και της Ουκρανίας το 2014 έχουν αποδοθεί στην έλλειψη αποτροπής ή την μειωμένη αξιοπιστία των ΗΠΑ, αλλά πηγάζουν [8] περισσότερο από τις ανασφάλειες της Μόσχας [9] σχετικά με την επέκταση των υπό την ηγεσία των ΗΠΑ Δυτικών οικονομικών και στρατιωτικών θεσμών στις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες που έφτασαν μέχρι και τα ρωσικά σύνορα. Η μεταψυχροπολεμική επέκταση του ΝΑΤΟ είναι η πηγή της βαθιάς ανησυχίας και της παρατεταμένης δυσαρέσκειας στην Μόσχα. Μετά από την προσάρτηση της Κριμαίας από τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντιμίρ Πούτιν, ο Ρώσος ηγέτης χαρακτήρισε [10] την επέκταση του ΝΑΤΟ ως μια προσπάθεια ανάσχεσης, και όταν το 2015 το ΝΑΤΟ προσκάλεσε το Μαυροβούνιο να είναι το νεότερο μέλος της συμμαχίας, το Κρεμλίνο προειδοποίησε ότι η περαιτέρω επέκταση προς ανατολάς «δεν μπορεί παρά να καταλήξει σε αντίποινα». Πράγματι, θα μπορούσε κανείς να πει ότι η προωθημένη ανάπτυξη [δυνάμεων] σε ορισμένες περιπτώσεις συμβάλλει στην ανασφάλεια που προτίθεται να αποτρέψει.

Νέες τεχνολογικές πρόοδοι

Ένα από τα εξέχοντα επιχειρήματα υπέρ της διατήρησης μιας αορίστου χρόνου στρατιωτικής παρουσίας των ΗΠΑ με τέτοιες βάσεις, είναι ότι θα ήταν πολύ δύσκολο και χρονοβόρο να εξασφαλιστεί η άδεια πρόσβασης από τις κυβερνήσεις των χωρών υποδοχής, στην περίπτωση μιας κρίσης στην οποία χρειάζονται οι δυνάμεις των ΗΠΑ. Η ανησυχία αυτή είναι υπερβολική. Κατ’ αρχήν, η δυνατότητα χρήσης βάσεων για νέες αποστολές πάντοτε εξαρτάται από την άδεια της κυβέρνησης υποδοχής. Οι συμφωνίες για τις βάσεις ορίζουν συνήθως ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να διαβουλεύονται με τις κυβερνήσεις των χωρών υποδοχής πριν προβούν σε μη συνήθεις επιχειρήσεις. Μια μελέτη της RAND Corporation [11] το 2016 καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «Η παρουσία μεγάλων μόνιμων βάσεων δεν αυξάνει την πιθανότητα πρόσβασης σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης». Ωστόσο, πιο ουσιαστικά, οι Ηνωμένες Πολιτείες ιστορικά δεν είχαν ποτέ προβλήματα στην εξασφάλιση πρόσβασης σε βάσεις κατά την διάρκεια πολέμου. Πράγματι, ήταν σε θέση [12] να προσθέσουν νέες επιχειρησιακές εγκαταστάσεις στο εξωτερικό για κάθε σημαντική σύγκρουση τα τελευταία 40 χρόνια.

Για τις πολεμικές επιχειρήσεις που δεν ανέρχονται σε επίπεδο κρίσης το οποίο απαιτεί μαζική κινητοποίηση δυνάμεων, η τεχνολογική πρόοδος στην στρατιωτική ικανότητα, τις μετακινήσεις και τις επικοινωνίες έχουν καταστήσει την ανάπτυξη [δυνάμεων] από τις ηπειρωτικές Ηνωμένες Πολιτείες επαρκή. Αυτό συμβαίνει ιδιαίτερα με τις αεροπορικές εκστρατείες. Σύμφωνα με τον καθηγητή του Πανεπιστημίου της Πενσυλβάνια, Robert Harkavy [13], «Η ανάπτυξη αεροσκαφών και πλοίων μεγαλύτερης εμβέλειας, καθώς και η ανάπτυξη τεχνικών εναέριου ανεφοδιασμού αεροσκαφών και ανεφοδιασμού πλοίων στην θάλασσα είχε ως αποτέλεσμα την σημαντική μείωση του αριθμού των σημείων με βάσεις που χρειάζονται οι μεγάλες δυνάμεις ώστε να διατηρήσουν τα δίκτυα παγκόσμιας πρόσβασης». Η αεροπορική δύναμη που βασίζεται σε αεροπλανοφόρα [14] μπορεί τώρα να χρησιμοποιηθεί για την διεξαγωγή σημαντικών εκστρατειών με εξόδους καθ’ όλο το εικοσιτετράωρο πολύ πέρα από την παράκτια προσέγγιση, σε απομακρυσμένες περιοχές, σε σύντομο χρονικό διάστημα και χωρίς πρόσβαση σε κοντινές βάσεις.

Ακόμα και πέρα από τις αεροπορικές επιθέσεις, τα στρατεύματα των ΗΠΑ μπορούν να αναπτυχθούν από τις Ηνωμένες Πολιτείες σε σχεδόν οποιαδήποτε περιοχή αρκετά γρήγορα. Σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, σύμφωνα με το RAND [12], «Οι ελαφρότερες δυνάμεις εδάφους μπορούν να αναπτυχθούν αεροπορικώς από τις Ηνωμένες Πολιτείες σχεδόν το ίδιο σύντομα όσο και από μια περιοχή». Για παράδειγμα, μια ομάδα τεθωρακισμένων μπορεί να περάσει από την Γερμανία στο Κουβέιτ σε περίπου 18 ημέρες, μόλις περίπου τέσσερις ημέρες γρηγορότερα από ό, τι αν αναπτυσσόταν από την Ανατολική Ακτή των Ηνωμένων Πολιτειών. Ομολογουμένως, η χύδην ανάπτυξη μεγάλων δυνάμεων μέσω αεροπορικών μέσων δεν είναι εύλογη για έκτακτες ανάγκες που απαιτούν μαζικά στρατεύματα ξηράς. Αλλά οι περιστάσεις που εξαρτώνται πραγματικά από την εξαιρετικά ταχεία ανάπτυξη [δυνάμεων] είναι σπάνιες.

Το ρίσκο της εμπλοκής

Οι προωθημένες δυνάμεις είναι πιο ευάλωτες σε επίθεση από όσο οι δυνάμεις που σταθμεύουν εγχωρίως. Χάρη στα ισχυρά αποτρεπτικά μέσα, οι υπερπόντιες βάσεις των ΗΠΑ δεν κινδυνεύουν να βομβαρδιστούν στο άμεσο μέλλον, αλλά ορισμένα πιθανά σενάρια θα μπορούσαν να τις καταστήσουν στόχους προτεραιότητας. Εάν ξεσπάσει σύγκρουση για την Ταϊβάν ή για τις θαλάσσιες εδαφικές διαφορές στην Ανατολική ή τη Νότια Κίνα, θα μπορούσε να προκαλέσει κινεζικές ενέργειες κατά των στοιχείων των ΗΠΑ [15]. Ένα μεγάλο ποσοστό των εγκαταστάσεων των ΗΠΑ -περισσότερο από το 90% των αεροπορικών εγκαταστάσεων των ΗΠΑ στην βορειοανατολική Ασία- εμπίπτουν εντός της ωφέλιμης περιοχής των κινεζικών βαλλιστικών πυραύλων. Οι βάσεις προσφέρουν μόνο μια οριακή αύξηση του αποτρεπτικού παράγοντα με πρόσθετο κίνδυνο για τα προωθημένα στρατεύματα.

Η εμπλοκή [16] είναι ένας άλλος κίνδυνος που επιδεινώνεται από την προσπάθεια να καθησυχαστούν οι σύμμαχοι με υπερπόντιες βάσεις. Πολλή ακαδημαϊκή βιβλιογραφία, συμπεριλαμβανομένου του βιβλίου Reputation and International Politics [17] του Jonathan Mercer από το Πανεπιστήμιο της Ουάσιγκτον και το Calculating Credibility [18] από τον Daryl Press του Dartmouth, αμφισβήτησε [17] την ανάγκη να αναληφθεί στρατιωτική δράση μόνο για λόγους αξιοπιστίας. Ωστόσο, η παρουσία στρατιωτικών βάσεων σε -ή κοντά σε- μια ζώνη σύγκρουσης μπορεί να εντείνει τις εκκλήσεις για παρέμβαση ώστε να ικανοποιηθούν οι ανησυχίες περί την αξιοπιστία, καθιστώντας έτσι πιο πιθανή την εμπλοκή.

Στο παρελθόν, οι Ηνωμένες Πολιτείες σκόνταψαν σε συγκρούσεις εξαιτίας της συνδυαστικής επιρροής της αξιοπιστίας, των δεσμεύσεων και των δυνατοτήτων που παρουσιάζει μια προωθημένη στρατιωτική παρουσία. Τον Δεκέμβριο του 1945, ο στρατηγός των ΗΠΑ, John R. Hodge, συνέστησε την πλήρη απομάκρυνση των στρατευμάτων από την Κορέα. Ο υπουργός Πολέμου, Ρόμπερτ Πάτερσον, υποστήριξε το ίδιο τον Απρίλιο του 1947. Το 1948, το Εθνικό Συμβούλιο Ασφαλείας πρότεινε την απόσυρση όλων των στρατευμάτων των ΗΠΑ μέχρι το τέλος του έτους. Οι αρχηγοί του Γενικού Επιτελείου [19] επεσήμαναν ότι η Κορέα έχει μικρή στρατηγική αξία για τις Ηνωμένες Πολιτείες και προειδοποίησαν ότι μια παρατεταμένη στρατιωτική παρουσία κινδύνευε να μπλέξει τις Ηνωμένες Πολιτείες σε πόλεμο, μετά από κάποια πρόκληση στην χερσόνησο. Αυτό συνέβη πράγματι το 1950, όταν ο Βορράς εισέβαλε στον Νότο. Δυστυχώς, οι εκκλήσεις για αποχώρηση είχαν αγνοηθεί.

Η παρουσία δυνάμεων στο εξωτερικό μπορεί επίσης να δελεάσει τους πολιτικούς να εμπλακούν σε πολέμους εκλογικής σκοπιμότητας που θα μπορούσαν εύκολα να αποφύγουν αν οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν είχαν βάσεις επί του πεδίου. Στην επέμβαση του ΝΑΤΟ το 2011 στον εμφύλιο πόλεμο της Λιβύης, για παράδειγμα, οι Ηνωμένες Πολιτείες βομβάρδιζαν την Λιβύη από πολεμικά πλοία στην Μεσόγειο και από αεροπορικές βάσεις στην Ισπανία, την Ιταλία και την Γερμανία, μεταξύ άλλων κοντινών τοποθεσιών. Τα αδύναμα επιχειρήματα υπέρ της εμπλοκής των ΗΠΑ, τα οποία περιλάμβαναν υποθετικούς ισχυρισμούς για επικείμενη ανθρωπιστική καταστροφή και πίεση από ΝΑΤΟϊκούς συμμάχους [20], θα μπορούσαν να είναι πιο δύσκολο να τύχουν πολιτικής εκμετάλλευσης εάν οι δυνάμεις των ΗΠΑ δεν είχαν ήδη αναπτυχθεί στην περιοχή.

Το μέλλον της αμυντικής πολιτικής των ΗΠΑ

Οι υπέρμαχοι μιας στάσης προωθημένης ανάπτυξης υποστηρίζουν ότι υπήρξε η κινητήρια δύναμη για την δημιουργία ενός πιο ειρηνικού κόσμου μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, με το να περιορίζει τα φαινόμενα της αναρχίας και να εμποδίζει τις συγκρούσεις από το να γίνουν ανεξέλεγκτες. Αυτό το επιχείρημα είναι η ουσία της λογικής πίσω από την αποτροπή και την διαβεβαίωση. Αλλά υπάρχουν και άλλες πιθανές αιτιώδεις εξηγήσεις για την έλλειψη πολέμου μεταξύ μεγάλων δυνάμεων από το 1945 [21]. Αν και η εμπορική και οικονομική αλληλεξάρτηση δεν επαρκεί πάντοτε για την αποτροπή των συγκρούσεων μεταξύ δυνητικών εμπολέμων, υπάρχουν σαφή στοιχεία [22] ότι οι δύο αυτοί παράγοντες μειώνουν την πιθανότητα του πολέμου. Η καταστροφική δύναμη των σύγχρονων συμβατικών στρατών έχει επίσης καταστήσει τον πόλεμο απαγορευτικά δαπανηρό σε πολλές περιπτώσεις, και το γεγονός ότι οι περισσότερες από τις μεγάλες δυνάμεις του κόσμου διαθέτουν πυρηνικά όπλα είναι πιθανώς ένας σημαντικός παράγοντας για την αποφυγή διεθνών συγκρούσεων. Οι κανονιστικές αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι βλέπουν τον πόλεμο, [ξεκινώντας] από μια ευγενή και ενάρετη φιλοδοξία [και καταλήγοντας] σε μια βάρβαρη έσχατη λύση, συνέβαλαν επίσης στην ειρήνη [23] μεταξύ των εθνών.

Η στρατιωτική στάση προωθημένης ανάπτυξης [δυνάμεων] των ΗΠΑ θα πρέπει να αντικατοπτρίζουν τα πραγματικά αμυντικά συμφέροντα των ΗΠΑ. Η αξιοσημείωτα ασφαλής θέση των Ηνωμένων Πολιτειών, παράλληλα με την σχετικά ειρηνική κατάσταση της διεθνούς πολιτικής, θα επιτρέψει την απόσυρση από αυτό το παγκόσμιο δίκτυο υπερπόντιων στρατιωτικών βάσεων. Αντί να υπερασπίζονται την ασφάλεια άλλων κρατών και να προσπαθούν να σταθεροποιούν τις περιοχές σύγκρουσης σε όλο τον κόσμο, οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να ενθαρρύνουν τους συμμάχους να φέρουν το βάρος της δικής τους υπεράσπισης και να απαλλαγούν από περιφερειακές διαμάχες, για να μην διακινδυνεύσουν να παρασυρθούν σε συγκρούσεις στις οποίες δεν διακυβεύονται τα ζωτικά τους συμφέροντα.

Σύνδεσμοι:
[1] https://www.foreignaffairs.com/reviews/review-essay/thinkers-and-tinkerers
[2] https://www.foreignaffairs.com/articles/united-states/2016-12-16/rex-files
[3] https://www.brookings.edu/on-the-record/okinawa-and-security-in-east-asia/
[4] https://www.nytimes.com/2017/02/02/world/asia/james-mattis-us-korea-thaa…
[5] https://csis-prod.s3.amazonaws.com/s3fs-public/legacy_files/files/media/…
[6] http://www.inss.org.il/publication/the-strait-of-hormuz-assessing-and-ne…
[7] https://www.foreignaffairs.com/articles/persian-gulf/2016-12-12/getting-…
[8] https://www.foreignaffairs.com/articles/russia-fsu/2014-08-18/why-ukrain…
[9] https://www.foreignaffairs.com/articles/ukraine/2016-04-18/russias-perpe…
[10] https://www.cfr.org/backgrounder/north-atlantic-treaty-organization-nato…
[11] https://www.rand.org/pubs/research_reports/RR1339.readonline.html
[12] http://www.rand.org/content/dam/rand/pubs/research_reports/RR200/RR201/R…
[13] https://www.amazon.com/Strategic-Basing-1200-2000-Strategy-History/dp/04…
[14] http://www.rand.org/content/dam/rand/pubs/monographs/2005/RAND_MG404.pdf
[15] https://www.cnas.org/publications/reports/first-strike-chinas-missile-th…
[16] http://nationalinterest.org/commentary/entrapment-abandonment-asia-8697?…
[17] http://www.cornellpress.cornell.edu/book/?GCOI=80140100514850
[18] http://www.cornellpress.cornell.edu/book/?GCOI=80140100149690
[19] https://books.google.com/books?id=S1MiZwdZPPMC&pg=PA96&lpg=PA96&dq=%E2%8…
[20] https://www.cato.org/blog/hegemonic-blackmail-allied-pressure-us-interve…
[21] https://www.google.com/url?sa=t&rct=j&q=&esrc=s&source=web&cd=1&cad=rja&…
[22] http://press.princeton.edu/titles/10403.html
[23] https://www.amazon.com/Retreat-Doomsday-John-Mueller/dp/0465069398

*Ο JOHN GLASER είναι αναπληρωτής διευθυντής Σπουδών Εξωτερικής Πολιτικής στο Ινστιτούτο Cato. Αυτό το άρθρο είναι προσαρμοσμένο από μια μελέτη του Cato από τον συγγραφέα, σχετικά με την προωθημένη ανάπτυξη [δυνάμεων].

About The Author

Παρατηρητής και ιστογράφος θεμάτων αμυντικής τεχνολογίας. Δεσμευμένος με τις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις και παθιασμένος με οτιδήποτε στρατιωτικό.

Αρέσει σε %d bloggers: