Ο Ιβάν Σεφτσόφ, Ήρωας της Σοβιετικής Ένωσης, μπροστά στο γερμανικό τάνκ, το οποίο ο ίδιος ακινητοποίησε στο πεδίο μάχης στο Κούρσκ. (Φωτογραφία:
rbth)

Η μάχη του Κουρσκ ήταν μια από τις σημαντικότερες του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου όσον αφορά το μέγεθός της, τις δυνάμεις και τα τεχνικά μέσα που χρησιμοποιήθηκαν, την ένταση, καθώς και τις στρατιωτικοπολιτικές συνέπειές της. Κατέχει ιδιαίτερη θέση στην ιστορία του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου. Θεωρείται ως σημείο καμπής του, καθώς ύστερα από αυτή, η Γερμανία δεν κατάφερε να ανακτήσει την πρωτοβουλία των κινήσεων.

Ήταν η τρίτη μετά τη σοβιετική αντεπίθεση κοντά στη Μόσχα και τη μάχη του Στάλινγκραντ, επιχείρηση, η οποία καθόρισε οριστικά την έκβαση της αντιπαράθεσης μεταξύ της ΕΣΣΔ και του Τρίτου Ράιχ. Ωστόσο, από μόνη της, πέρα από την ιστορική σημασία της, αποτέλεσε ένα από τα σπουδαιότερα γεγονότα στην πολεμική ιστορία της ανθρωπότητας. Έγινε αντικείμενο ανάλυσης σε πολλές στρατιωτικές Ακαδημίες του κόσμου ως παράδειγμα καλοσχεδιασμένης αμυντικής επιχείρησης, και ουσιαστικά της μεγαλύτερης αρματομαχίας του Β’ Παγκοσμίου πολέμου.

Σύμφωνα με πολλούς στρατιωτικούς ιστορικούς, η μάχη του Κουρσκ ήταν η μια από τις δύο πιο επιτυχημένες αμυντικές επιχειρήσεις που πραγματοποίησε η ΕΣΣΔ σε ολόκληρο τον πόλεμο, μαζί με την εξαιρετική σε σχεδιασμό μάχη κοντά στη λίμνη Μπαλατόν στην Ουγγαρία. Τότε όμως, το 1945, τα γερμανικά και ουγγρικά στρατεύματα δεν αποτελούσαν πια εκείνη την απειλητική δύναμη που στο Κουρσκ είχε προσπαθήσει να περικυκλώσει και να συντρίψει ένα μεγάλο αριθμό σοβιετικών στρατιών.

Την άνοιξη του 1943 ο Χίτλερ είχε ακόμη κάποιες αμυδρές ελπίδες για να αναστρέψει την πορεία του πολέμου. Όμως οι καιροί που οι σοβιετικές μεραρχίες περικυκλώνονταν και εξουδετερώνονταν από τους Γερμανούς είχαν πλέον παρέλθει. Το διάστημα εκείνο ο Κόκκινος Στρατός είχε διδαχθεί να πολεμά με τρόπο που δεν άφηνε στη Γερμανία καμία ελπίδα για νίκη.

Η μεγάλη ήττα του Χίτλερ.

Την άνοιξη του 1943, όταν η γερμανική στρατιωτική διοίκηση συνέλαβε την ιδέα πραγματοποίησης του σχεδίου «Tsitadél» («Κάστρο»), η κατάσταση στα μέτωπα είχε σταθεροποιηθεί. Όλοι κατανοούσαν ότι μετά το Στάλινγκραντ η Γερμανία θα έπρεπε να σημειώσει όχι απλά μια μεγάλη νίκη, αλλά ότι ο Χίτλερ ήταν αναγκαίο να σημειώσει σε βάρος του Κόκκινου Στρατού μια συντριπτική νίκη, από την οποία οι Ενοπλες Δυνάμεις της ΕΣΣΔ δεν θα κατάφερναν να ανακάμψουν. Και παρ’ ότι η τοποθεσία του Κουρσκ ήταν άγνωστη στους περισσότερους Ευρωπαίους, ο πειρασμός για τον Χίτλερ να εκδικηθεί τους Ρώσους για το Στάλινγκραντ ήταν πολύ μεγάλος. Γι’ αυτό επιλέχθηκε για την επίθεση συγκεκριμένα το Κουρσκ. Ο Χίτλερ είχε ανάγκη από μια πολιτική νίκη, η οποία θα αποκαθιστούσε για το γερμανικό στρατό την εικόνα της «ανίκητης αρμάδας».

Όμως η σοβιετική διοίκηση κατάφερε να μαντέψει τον τόπο που ο Χίτλερ θα εξαπέλυε τη γενική επίθεση, όπως και τους στόχους στους οποίους ήθελε να επιφέρει τα κυριότερα πλήγματα. Τα στοιχεία αυτά που είχαν περιέλθει στα χέρια της από τον Μάρτιο, επέτρεψαν να αρχίσει η προετοιμασία για την άμυνα στο Κουρσκ πολύ πριν από το ξεκίνημα της επιχείρησης «Tsitadél».

Σύμφωνα με τα απομνημονεύματα των γερμανών στρατηγών, ο Χίτλερ είχε βασίσει τις περισσότερες ελπίδες του στα νέα τεθωρακισμένα, θεωρώντας ότι αυτά θα αντισταθμίσουν τη γενική έλλειψη σε άρματα μάχης και προσωπικό. Ωστόσο, ούτε τα «Tigers», ούτε τα «Panthers», ούτε τα «Ferdinand» δεν έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην επιχείρηση «Tsitadél». Ο αριθμός των «Tigers» (150 συνολικά) δεν ήταν αρκετός για τις ανάγκες του στρατού. Τα 210 «Panthers» που ήταν έτοιμα ακριβώς πριν από τη μάχη, αποδείχθηκαν τόσο αναξιόπιστα ώστε στη διάρκειά της μόνο από μηχανικές βλάβες τέθηκαν εκτός 162 άρματα. Τα «Ferdinand», τα οποία στη διάρκεια της επίθεσης λογικότερο θα ήταν να τοποθετηθούν πίσω από τις φάλαγγες των υπόλοιπων αρμάτων, στάλθηκαν πρώτα με αποτέλεσμα οι επιθέσεις τους να σταματούν συχνά στα ναρκοπέδια και ακινητοποιημένα όπως ήταν να δέχονται τα πυρά των σοβιετικών αντιαρματικών όπλων.

Η μάχη των 50 ημερών.

Η γερμανική επίθεση ξεκίνησε το πρωί της 5ης Ιουλίου με… τις βολές του σοβιετικού πυροβολικού. Έχοντας στη διάθεσή τους τα στοιχεία για τις θέσεις των γερμανικών τμημάτων που προετοιμάζονταν να επιτεθούν, οι σοβιετικές πυροβολαρχίες εξαπέλυσαν εναντίον τους έναν καταιγισμό πυρών. Η μάχη καθεαυτό διήρκησε περίπου 50 ημέρες και έληξε με τη νίκη του Ερυθρού στρατού στις 23 Αυγούστου 1943.

Στην ιστορία του Β’ Παγκοσμίου πολέμου υπάρχουν αρκετά γεγονότα, τα οποία μπορούν να θεωρηθούν ως η αρχή του τέλους του Τρίτου Ράιχ. Μάλιστα, πολλοί ιστορικοί στη Ρωσία και στη Δύση πιστεύουν ότι η ίδια η επίθεση της Γερμανίας εναντίον της ΕΣΣΔ αποτέλεσε την αρχή του τέλους της ναζιστικής Γερμανίας. Οι μάχες της Μόσχας, του Στάλινγκραντ, του Κουρσκ, όλες αυτές δηλαδή οι λαμπρές νίκες έφερναν τον Ερυθρό Στρατό όλο και εγγύτερα στο Βερολίνο.

Τον Οκτώβριο του 1941 κοντά στη Μόσχα, έγινε σαφές ότι ο κεραυνοβόλος πόλεμος απέτυχε, στα τέλη του 1942, αρχές 1943, ύστερα από τη μάχη του Στάλινγκραντ όλος ο κόσμος κατάλαβε ότι ο σοβιετικός στρατός είναι ικανός να επιφέρει στον γερμανικό συντριπτικές ήττες. Τέλος, το 1943 στο Κουρσκ ο γερμανικός στρατός δέχτηκε ένα τέτοιο πλήγμα, από το οποίο δεν μπορούσε πλέον να συνέλθει. Όλες αυτές οι ημερομηνίες έχουν την ίδια ιστορική σημασία. Ήταν τα βήματα προς τη νίκη, τα σκαλοπάτια που ανέβηκε ο σοβιετικός στρατιώτης για να φτάσει στο αποκορύφωμα της δόξας του.

Το άρθρο είναι αναδημοσίευση από τον δικτυακό τόπο «Η Ρωσία Τώρα»

ΔΕΝ επιτρέπονται απαξιωτικοί και υβριστικοί χαρακτηρισμοί εναντίον στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας. Υποβάλλοντας το σχόλιο σου επιβεβαιώνεις ότι έχεις διαβάσει και αποδεχθεί τους όρους χρήσης και σχολιασμού του ιστοτόπου. Η ευθύνη των σχολίων (αστική και ποινική) βαρύνει τους σχολιαστές. Οι απόψεις που εκφράζονται δεν αντιπροσωπεύουν εκείνες της "Προέλασης" και δεν πρέπει να εκλαμβάνονται ως τέτοιες.

Σχολιάστε

Αρέσει σε %d bloggers: