Επίθεση γερμανικού πεζικού μέσα από ένα φλεγόμενο χωρίο. (Wikipedia)

Ηλίας Ηλιόπουλος, Ιστορικός

«Η γερμανική εκστρατεία στην Νορβηγία υπήρξε επιχείρηση περιπετειώδης σε ακραίο βαθμό και αντίθετη προς όλες τις αρχές της θεωρίας του πολέμου, αφ’ ης στιγμής εξετελέσθη κάτω από τα δόντια της αγγλικής κυριαρχίας των θαλασσών».

Μέγας Ναύαρχος Erich Johann Albert Raeder (1876-1960)

Εισαγωγή

Εάν υπάρχει μια στρατιωτική εκστρατεία του εικοστού αιώνα για την οποία θα μπορούσε να λεχθεί ότι συμβολίζει κατ’ εξοχήν αυτό που σήμερα αποκαλούμε «επανάσταση στις στρατιωτικές υποθέσεις» (“revolution in military affairs”), αυτή είναι η γερμανική εκστρατεία στη Νορβηγία, η οποία διήρκεσε από 9ης Απριλίου μέχρι 10ης Ιουνίου 1940.[1]

Επρόκειτο περί μιας επιτυχούς κοινής, συνδυασμένης αμφίβιας επιχειρήσεως –και ακόμη περισσότερο: περί της πρώτης σύγχρονης διακλαδικής επιχειρήσεως τέτοιας κλίμακας, στην οποία μάλιστα, χερσαίες, θαλάσσιες και εναέριες δυνάμεις διαδραμάτισαν (όλες) μείζονες ρόλους. Ήταν η πρώτη επιχείρηση, κατά την οποία η αεροπορική υπεροχή μεταφράσθηκε, εν πολλοίς, σε θαλάσσια κυριαρχία, σε μία περιοχή στρατηγικής αξίας κρίσιμης για αμφοτέρους τους αντιπάλους. Οι εξελίξεις της τεχνολογίας της εποχής, όσον αφορά τα συστήματα επικοινωνίας, επρόκειτο να έχουν, επίσης, σημαντική επίδραση στην επιχειρησιακή και τακτική εξέλιξη και, τελικώς, στην έκβαση της εκστρατείας, αλλά και να αναδείξουν τα συστήματα διοικήσεως, ελέγχου και επικοινωνιών ως κρίσιμους παράγοντες της στρατηγικής. Η βούληση και ικανότητα των εμπολέμων, και συγκεκριμένα της γερμανικής πλευράς, στην πλήρη αξιοποίηση του πολεμικού και εμπορικού στόλου, καίτοι ευρέθη αντιμέτωπη με εχθρό αναμφισβητήτως υπέρτερο κατά θάλασσαν, υπήρξε αξιοσημείωτη, ενώ αποφασιστικές παράμετροι απεδείχθησαν η τόλμη, ο αιφνιδιασμός και η ικανότητα της ιδίας πλευράς στην ταχεία μεταφορά μεγάλου αριθμού στρατευμάτων καθώς και συναφούς όγκου εξοπλισμού από αέρος. Στην εκστρατεία εκείνη δοκιμάσθηκαν νέες επιχειρησιακές μέθοδοι. Οι γερμανικές αεραποβάσεις στο νορβηγικό αεροδρόμιο του Stavanger και στο δανικό αεροδρόμιο του Aalborg αποτέλεσαν υποδειγματική περίπτωση ευρείας χρήσεως αλεξιπτωτιστών για την επίτευξη πολεμικών σκοπών στην παγκόσμια στρατιωτική ιστορία.

Εν πολλοίς, δύναται να λεχθεί ότι η εκστρατεία στην Νορβηγία εκπροσωπεί ένα νέο τρόπο διεξαγωγής του πολέμου. Οι διακλαδικές επιχειρήσεις αποτελούν, εκ των πραγμάτων και ως εκ της φύσεώς τους, υποθέσεις περισσότερο σύνθετες από εκείνες, την ευθύνη διεξαγωγής των οποίων επωμίζεται ένας, κυρίως, κλάδος των ενόπλων δυνάμεων. Οι απαιτήσεις για επαρκές και αξιόπιστο σύστημα επικοινωνιών και, συνεπώς, για διαρκή ροή πληροφοριών καθώς και ταχεία όσο και αποτελεσματική εκτίμηση και ανάλυση των πληροφοριών αυτών –παράμετροι ούτως ή άλλως σημαντικές αφ’ εαυτές σε οποιανδήποτε εκστρατεία– καθίστανται ακόμη πιο επιτακτικές προκειμένου περί μιας διακλαδικής επιχειρήσεως. Περαιτέρω, η διοίκηση και ο έλεγχος ισχυρής μάζας στρατιωτικών δυνάμεων –ομοίως μία υπόθεση που εξ αρχής ενέχει ένα σημαντικό βαθμό δυσκολίας, ακόμα και όταν πρόκειται για την (φαινομενικώς) απλούστερη των επιχειρήσεων– καθίστανται, επίσης, ζήτημα πιο περίπλοκο, όταν αναμειγνύονται τρεις κλάδοι στη διεξαγωγή των επιχειρήσεων. Και τούτο για πολλούς λόγους, από τους πλέον αυτονόητους τεχνικούς έως τους πλέον σύνθετους ψυχολογικούς. Κάθε κλάδος διαθέτει, παραδοσιακά, δικό του σύστημα επικοινωνιών, το οποίο ενδέχεται να μην είναι πάντοτε συμβατό με εκείνο ενός άλλου κλάδου, αναπτύσσει δε τις δικές του προτεραιότητες κατά τη συλλογή δεδομένων και πληροφοριών, την εκτίμηση/ανάλυση και τη διαβίβασή τους.

Στην περίπτωση της Νορβηγικής Εκστρατείας, ο έλεγχος και η διοίκηση των εμπλεκομένων χερσαίων, ναυτικών και αεροπορικών δυνάμεων εκτεινόταν κατά μήκος ενός εντυπωσιακά μεγάλου επιχειρησιακού θεάτρου εκατοντάδων μιλίων, απαιτώντας από αμφότερες τις εμπόλεμες πλευρές (Άγγλοι, Γάλλοι και Νορβηγοί αφ’ ενός, Γερμανοί αφ’ ετέρου) να αναπτύξουν αναλόγως εκτεταμένο, όσο και σύνθετο, σύστημα επικοινωνιών. Επιπροσθέτως, κρίσιμο μέγεθος για την εξέλιξη της επιχειρήσεως ήταν να αποκατασταθεί και να διασφαλισθεί η έγκαιρη και ακριβής επικοινωνία μεταξύ των επιμέρους κλάδων, καθώς επίσης, τουλάχιστον στην περίπτωση της μιας πλευράς, η ενδοσυμμαχική επικοινωνία (κατ’ αρχάς μεταξύ Άγγλων και Γάλλων αλλά και εν συνεχεία μεταξύ αυτών και των Νορβηγών συμμάχων τους).

Οι Γερμανοί και οι Βρετανοί, οι δύο κύριοι στρατιωτικοί δρώντες στην εν λόγω επιχείρηση, είχαν αντλήσει αμφότεροι αξιοσημείωτα οφέλη από την τεράστια βελτίωση που είχε επέλθει στον τομέα της τεχνικής και της τεχνολογίας των επικοινωνιών κατά την προηγηθείσα περίοδο του Μεσοπολέμου. Το Πολεμικό Ναυτικό και η Πολεμική Αεροπορία αμφοτέρων των μειζόνων δρώντων –τόσον η Βασιλική Αεροπορία (Royal Air Force / RAF) της Βρετανικής Αυτοκρατορίας (British Empire) όσον και η Λουφτβάφφε (Luftwaffe) του Γερμανικού Ράϊχ (Deutsches Reich)– διέθεταν ήδη συστήματα επικοινωνιών μέσω ραδιοασυρμάτου και τηλετύπου. Περαιτέρω, οι Βρετανικές Ένοπλες Δυνάμεις, στο σύνολό τους, αλλά και το Γερμανικό Πολεμικό Ναυτικό, από την άλλη πλευρά, είχαν αναπτύξει αποτελεσματικές υπηρεσίες υποκλοπής σημάτων, αποκτώντας έτσι την δυνατότητα να παραβιάζουν τα συστήματα ασφαλείας των εκπομπών των αντιπάλων τους.

Η Νορβηγική Εκστρατεία απεδείχθη μια «μάχη», την έκβαση της οποίας έκριναν η ευφυής στρατηγική, η επιτυχώς εφαρμοσμένη διακλαδικότητα, η επιχειρησιακή, τακτική και τεχνολογική καινοτομία, η επάρκεια και αμεσότητα του συστήματος επικοινωνίας αλλά και η στιβαρή και αποφασιστική ηγεσία. Σημειωτέον ότι κατά την έναρξη της εκστρατείας, ουδεμία πλευρά διέθετε σαφή υπεροχή δυνάμεων. Όπως ευλόγως θα ανέμενε κανείς, οι Άγγλοι ήσαν ανώτεροι κατά θάλασσαν, λόγω του Royal Navy, οι Γερμανοί, αφ’ ετέρου, διέθεταν αεροπορική υπεροχή, χάρις στη Luftwaffe. Καθ’ όσον αφορά τις χερσαίες δυνάμεις (τις δυνάμεις των Αγγλογάλλων που αναπτύχθηκαν επί του εδάφους των επιχειρήσεων, καθώς και των Νορβηγών συμμάχων τους αφ’ ενός και των Γερμανών αφ’ ετέρου), ήσαν περίπου ισόποσες. Καθώς ουδείς των εμπολέμων διέθετε εμφανή στρατιωτική υπεροχή, είναι λογικό να υποθέσει κανείς ότι η πλευρά εκείνη η οποία θα επετύγχανε τον καλύτερο συντονισμό των δυνάμεών της, την ταχύτερη και επιτυχέστερη ανάληψη πρωτοβουλιών, καθώς και την πλέον άμεση και πειστική απάντηση στην ενέργεια του εχθρού θα αποκτούσε το καθαρό πλεονέκτημα.

Είναι αυτονόητο ότι σε μιαν αναμέτρηση μεταξύ δυνάμεων, εν πολλοίς, ίσων (από απόψεως ισχύος), οι οποίες, μάλιστα, έχουν εκδιπλωθεί σε ένα ευρύτερο χερσαίο και θαλάσσιο θέατρο επιχειρήσεων, ο ρόλος των πληροφοριών, σε όλα τα επίπεδα (στρατηγικό, επιχειρησιακό και τακτικό), θα αποβεί ακόμη σημαντικότερος από ό,τι συνήθως. Πράγματι, κατά τη Νορβηγική Εκστρατεία, το διάστημα Απριλίου-Ιουνίου 1940, η πλευρά η οποία θα κατόρθωνε, πρώτον, να αντλήσει τις περισσότερες πληροφορίες ως προς τις ακριβείς διαθέσεις και προθέσεις του εχθρού, δεύτερον να εκτιμήσει και αναλύσει επαρκώς και ορθώς τις πραγματικές συνθήκες, τη διάταξη, τη διαθεσιμότητα και την ανάπτυξη των εχθρικών δυνάμεων και, τρίτον, μετά ταύτα, να τις διαθέσει προς τους στρατιωτικούς διοικητές επί του εδάφους γρήγορα και αποτελεσματικά, εκείνη και θα αποκτούσε, εν τέλει, το αποφασιστικό πλεονέκτημα. Όπερ και εγένετο.

Χάρτης των επιχειρήσεων. (Wikipedia)

Περίγραμμα της Νορβηγικής Εκστρατείας
Η Επιχείρηση “Weserübung”

Ας δούμε, λίαν συνοπτικώς, την εξέλιξη της επιχειρήσεως “Weserübung”.[2] Στις 9 Απριλίου 1940 η Γερμανία πραγματοποίησε εισβολή στη Νορβηγία και στη Δανία, με στοιχεία έξι (6) Μεραρχιών της Wehrmacht (σημειωτέον: όχι πρώτης τάξεως έμψυχο υλικό, καθώς αυτό εκρίθη σκόπιμο να διαφυλαχθεί αλώβητο, εν όψει της αμέσως επικειμένης εκστρατείας κατά της Γαλλίας), χιλίων (1000) αεροσκαφών της Luftwaffe, καθώς και του συνόλου του Πολεμικού Στόλου Eπιφανείας της Kriegsmarine,[3] υποστηριζομένου και από ισχυρό αριθμό εμπορικών σκαφών, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για τη μεταφορά των χερσαίων στρατευμάτων.

Ο αντικειμενικός σκοπός της γερμανικής ενεργείας ήταν η κατάληψη της Νορβηγίας διά τετελεσμένου γεγονότος, με επιδιωκόμενους στρατηγικούς σκοπούς: α) την προστασία και διασφάλιση της ροής των πολύτιμων για τη Reichskriegsindustrie (Πολεμική Βιομηχανία του Γερμανικού Ράϊχ) σιδηρομεταλλευμάτων της («επιτηδείως» ουδέτερης) Σουηδίας από τον νορβηγικό λιμένα του Narvik προς την μητροπολιτική Γερμανία, β) τη χρήση της Νορβηγίας ως βάσεως επιχειρήσεων εναντίον της θαλασσοκράτειρας Μεγάλης Βρετανίας και γ) συναφώς προς το σημείο «β»: την προληπτική αποτροπή αγκιστρώσεως των Βρετανών στη Σκανδιναβική Χερσόνησο και εγκαθιδρύσεως προγεφυρώματος, από του οποίου ορμώμενοι οι τελευταίοι θα μπορούσαν να φράξουν την έξοδο της Γερμανίας προς τη Βόρειο Θάλασσα αλλά και να διενεργούν από αέρος επιθέσεις εναντίον της Βορείου Γερμανίας.

Με την έναρξη της Επιχειρήσεως «Βέζερ» της 9ης Απριλίου 1940, η Βέρμαχτ πρόλαβε την εκδήλωση αναλόγου και από μακρού σχεδιαζομένου αγγλογαλλικού στρατιωτικού εγχειρήματος στη Νορβηγία, η οποία, μάλιστα, είχε αρχικώς προγραμματισθεί για τα μέσα Μαρτίου 1940, αλλ’ εκρίθη σκόπιμο να αναβληθεί, εν συνεχεία, για ένα διάστημα (Επιχείρηση “Wilfred” και Σχέδιο “R4”). Ειρήσθω εν παρόδω ότι η εισβολή στη Δανία ήταν μια δευτερεύουσα πτυχή της όλης επιχειρήσεως. Δεν αποτελούσε δηλαδή αυτοσκοπό, αλλά είχε στρατηγική αξία μόνον καθ’ ο μέτρο τα αεροδρόμια του Aalborg, στην Βόρειο Γιουτλάνδη, θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως ορμητήρια της Luftwaffe, προκειμένου αυτή να διενεργεί βραχείας κλίμακας επιχειρήσεις στην Βόρειο Θάλασσα.

Οι Γερμανοί επέτυχαν υψηλό βαθμό αιφνιδιασμού έναντι των αντιπάλων τους κατ’ εκείνο το πρωί της 9ης Απριλίου 1940, όταν οι ναυτικές δυνάμεις τους, σε μια άριστα συγχρονισμένη ενέργεια, κατέφθασαν ταυτοχρόνως και κατέλαβαν τους λιμένες του Narvik, Bergen, Trondheim και του Kristiansand. Μονάδες Αλεξιπτωτιστών και Αερομεταφερομένου Πεζικού κατέλαβαν τους αερολιμένες του Όσλο και του Stavanger. Η Βέρμαχτ είχε καταλάβει με ευκολία τη νορβηγική πρωτεύουσα μέχρι τις πρώτες απογευματινές ώρες. Μόνον στο φιόρδ του Όσλο, οι Γερμανοί σημείωσαν αδυναμία επιτεύξεως του αντικειμενικού σκοπού, όταν η δύναμη που είχε σταλεί στην περιοχή εκείνη, εισέδυσε στα στενά ύδατα του φιόρδ και εβλήθη ανηλεώς από τη νορβηγική παράκτια άμυνα. Τούτο είχε ως αποτέλεσμα τη βύθιση του βαρέος καταδρομικού «Μπλύχερ» (“Blücher”), το οποίο μετέφερε μονάδες στρατηγείου για τις γερμανικές δυνάμεις, και την απώλεια 1.000 περίπου Γερμανών στρατιωτών και ναυτών. Εν τούτοις, παρά την απώλεια του προαναφερθέντος σκάφους καθώς και του ελαφρού καταδρομικού «Καινιξβέργη» (“Königsberg”), στο Bergen, αλλά και δέκα ακόμη αντιτορπιλικών του Γερμανικού Πολεμικού Ναυτικού –κατόπιν συμπλοκής με το Βρετανικό Βασιλικό Ναυτικό στο Narvik, λίγες ημέρες μετά την γερμανική απόβαση– οι Γερμανοί επέτυχαν όλους τους μείζονες αντικειμενικούς σκοπούς που είχαν θέσει την πρώτη ημέρα της επιχειρήσεως. Ο Νορβηγικός Στρατός, ο οποίος απετελείτο εν πολλοίς εξ εφέδρων, δεν ήταν σε θέση να επιστρατεύσει περισσοτέρους από 40.000 εκ των 106.000 ανδρών που υποτίθεται ότι μπορούσε να παρατάξει.

Γερμανικός βομβαρδισμός στο Voss. (Wikimedia)

Η εμπλοκή των Αγγλογάλλων

Περί τα μέσα Απριλίου 1940, βρετανικά και γαλλικά στρατεύματα απεβιβάσθησαν εις Namsos και Andalsnes, σε μιαν απόπειρα να περικυκλώσουν τους Γερμανούς αλεξιπτωτιστές, που είχαν αγκιστρωθεί στο Trondheim. Οι γερμανικές δυνάμεις που ενεργούσαν στο Bergen και στο Trondheim είχαν αποκοπεί από την γραμμή ενισχύσεων και ανεφοδιασμού από θαλάσσης, κατά τις πρώτες εβδομάδες της εκστρατείας, και, επομένως, είχαν καταστεί ευάλωτες σε πιθανή εχθρική αντεπίθεση. Η μείζων δυσκολία, όμως, την οποία αντιμετώπισαν οι Γερμανοί στην κεντρική Νορβηγία, συνίστατο στην αντιμετώπιση των υποβρυχίων του Βρετανικού Βασιλικού Ναυτικού, που απεδείχθησαν και η πιο αποτελεσματική συνιστώσα της στρατιωτικής/ναυτικής δυνάμεως των Δυτικών Συμμάχων κατά την εκστρατεία εκείνη. Πράγματι, ο Στόλος Υποβρυχίων του Royal Navy επέτυχε να πλήξει καίρια πολλά από τα σκάφη που μετέφεραν προμήθειες και πολεμοφόδια για τα γερμανικά στρατεύματα.

Όπως προανεφέρθη, περί τα μέσα Απριλίου, μεγάλη συμμαχική δύναμη απεβιβάσθη στο στόμιο του φιόρδ του Νάρβικ και άρχισε αργή προέλαση κατά ξηράν, προκειμένου να ανακαταλάβει τον ομώνυμο –σπουδαίας στρατηγικής σημασίας– λιμένα. Εν τούτοις, όλες οι απόπειρες των αγγλογαλλικών χερσαίων στρατευμάτων απέτυχαν παταγωδώς. Η κατάληψη των αεροδρομίων της Νορβηγίας από τη Luftwaffe έδωσε στους Γερμανούς αεροπορική υπεροχή στο θέατρο της Βορείου Θαλάσσης και οι βρετανικές δυνάμεις, οι οποίες απεβιβάσθησαν εις Namsos και Andalsnes, διαθέτοντας μικρή υποστήριξη από αέρος και αντιμετωπίζοντας διαρκείς γερμανικές αεροπορικές επιθέσεις, αδυνατούσαν να κρατήσουν τις θέσεις τους. Οι συμμαχικές δυνάμεις απεσύρθησαν, τελικώς, από την κεντρική Νορβηγία περί τας αρχάς Μαΐου. Απέμενε πλέον μόνον το Νάρβικ όπου ένα γερμανικό Σύνταγμα Πεζικού, ενισχυμένο και από τα πληρώματα των βυθισθέντων αντιτορπιλικών, εμάχετο σθεναρώς, προσπαθώντας να κερδίσει χρόνο και να καθυστερήσει την προέλαση της (αριθμητικώς πολύ υπέρτερης) συμμαχικής δυνάμεως. Μόλις η κεντρική Νορβηγία κατέστη ασφαλής για τους Γερμανούς, η Luftwaffe, δυναμένη πλέον να επιχειρεί από των αεροδρομίων του Τρόντχαϊμ και αλλαχού εναντίον των βρετανικών και γαλλικών ναυτικών δυνάμεων, κατέστησε τις συμμαχικές θέσεις στο Νάρβικ εξαιρετικά ευάλωτες, και οι Αγγλογάλλοι αναγκάσθηκαν να απαγκιστρωθούν από τον λιμένα τον Ιούνιο του 1940.[4]

Γερμανικά αντιτορπιλικά στο Ναρβικ μετά τη κατάληψη του στρατηγικής σημασίας λιμανιού. (Wikipedia)

Κέρδη και ζημίες για τους εμπολέμους

Η Εκστρατεία της Νορβηγίας επέφερε σοβαρές απώλειες και για τις δύο αντιμαχόμενες πλευρές. Το Γερμανικό Πολεμικό Ναυτικό διαδραμάτισε πολύ σημαντικό ρόλο, υπέστη όμως και ανάλογες ζημίες. Η Kriegsmarine απεδείχθη λίαν επιτυχής στη μεταφορά του πρώτου κύματος των γερμανικών χερσαίων δυνάμεων στην ακτή, πλην όμως επλήγη βαρύτατα από το (παραδοσιακά, πολύ υπέρτερον) Royal Navy. Αλλά και το τελευταίο, συμπεριλαμβανομένου και του εμπορικού στόλου που το συνεπικουρούσε, κατέβαλε βαρύτατο τίμημα. Μεταξύ των απωλειών συμπεριλαμβάνεται και το αεροπλανοφόρο “Glorious” («Ένδοξος»), το οποίο βυθίσθηκε από το Γερμανικό Πολεμικό Ναυτικό στο τέλος της εκστρατείας. Βαρύτατες υπήρξαν και οι αεροπορικές απώλειες αμφοτέρων των μερών: Η Luftwaffe έχασε 260 αεροσκάφη, ενώ η RAF και το Βασιλικό Ναυτικό 163, συνολικά. [5] Οι απώλειες τόσο των βρετανικών όσο και των γερμανικών χερσαίων δυνάμεων ήσαν μάλλον συγκρατημένες, αλλά οι συμμαχικές ταξιαρχίες που είχαν αποβιβασθεί στην κεντρική Νορβηγία έχασαν όλον τον οπλισμό τους.

Από επιχειρησιακής και στρατηγικής επόψεως, η εκστρατεία απετέλεσε μεγίστη επιτυχία της Γερμανίας: Η κατάληψη της Νορβηγίας διασφάλισε τον εφοδιασμό του γερμανικού Ράϊχ με υψηλής ποιότητος σιδηρομεταλλεύματα εκ Σουηδίας, εξασφάλισε τον έλεγχο της Βορείου Θαλάσσης, ενώ παρέσχε τέλος στη γερμανική πλευρά, μια πρώτης τάξεως αεροναυτική βάση –ιδεώδες ορμητήριο για την διενέργεια επιθέσεων τόσο των υποβρυχίων του Γερμανικού Πολεμικού Ναυτικού όσο και των πολεμικών αεροσκαφών της Luftwaffe, εναντίον των Βρετανικών Νήσων.

Γερμανικές δυνάμεις προελαύνουν προς το Bagn στο Valdres. Νορβηγικό πυροβολικό εν δράση κοντά στο Ναρβικ. O Βασιλιάς Haakon VII της Νορβηγίας και ο υιός του Πρίγκηπας Olav κατά τη διάρκεια Γερμανικής αεροπορικής επιδρομής στο Molde. Γερμανοί αλπινιστές κοντά στο Ναρβικ. (Wikimedia)

Η Νορβηγία ως κλειδόλιθος της γερμανικής στρατηγικής

Ο πλέον ένθερμος θιασώτης της ιδέας διενεργείας μιας εισβολής στην Νορβηγία ήταν το Γερμανικό Πολεμικό Ναυτικό. Το γεγονός ουδόλως ξενίζει, λαμβανομένης υπ’ όψιν της εμπειρίας του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και των διδαγμάτων που εξήγαγαν οι αξιωματικοί του Γερμανικού Πολεμικού Ναυτικού εξ αυτής. Ήδη κατά τον Μεσοπόλεμο, οι ευφυέστεροι εγκέφαλοι της Kriegsmarine είχαν σοβαρούς λόγους να θεωρούν τη Νορβηγία ως κλειδόλιθο της γερμανικής στρατηγικής σε περίπτωση νέου πολέμου με την θαλασσοκράτειρα Βρετανία –και τούτο είχε καταστεί κοινό μυστικό. Εν έτει 1929, ο Αντιναύαρχος Wolfgang Wegener, παλαίμαχος του Μεγάλου Πολέμου και διεθνώς ανεγνωρισμένος θεωρητικός της ναυτικής ισχύος και στρατηγικής, ο οποίος έχαιρε υψηλής υπολήψεως μεταξύ φίλων και πρώην αντιπάλων αδιακρίτως, εξέδωσε το μνημειώδες σύγγραμμά του υπό τον τίτλο «Η Ναυτική Στρατηγική του Παγκοσμίου Πολέμου», το οποίον έμελλε ταχέως να καταστεί η «Βίβλος» του Γερμανικού Πολεμικού Ναυτικού.

Προβαίνοντας σε μιαν εντυπωσιακή, όσον και απολύτως ακριβή στρατηγική σύλληψη και ανάλυση, ο Ναύαρχος Βέγγενερ προσδιόρισε ως το βαρύτερο σφάλμα της Γερμανίας, από στρατηγικής απόψεως, κατά τη διάρκεια του προηγηθέντος Μεγάλου Πολέμου (1914-1918), το γεγονός ότι δε μερίμνησε ώστε να καταλάβει τη Νορβηγία, ούτως ώστε: α) να αποτρέψει την χρήση της εκ μέρους του Βρετανικού Βασιλικού Ναυτικού, στο πλαίσιο της εφαρμοσθείσης στρατηγικής ναυτικού και οικονομικού αποκλεισμού της Γερμανίας, β) να εξασφαλίσει, κατά συνέπεια, στον γερμανικό πολεμικό και εμπορικό στόλο ελευθερία κινήσεως στη Βόρειο Θάλασσα και γ) να δύναται, πλέον, να χρησιμοποιήσει εκείνη (η Γερμανία) την Νορβηγία ως ορμητήριο επιχειρήσεων κατά της Βρετανίας, του Βασιλικού Ναυτικού και του εμπορικού στόλου της.[7]

O Wolfgang Wegener. (Wikimedia)

Εν προκειμένω, επιβάλλεται, έστω και λίαν συνοπτικώς, μία ιστορική αναδρομή στην εξέλιξη της υψηλής στρατηγικής της Γερμανίας. Από του τέλους του 19ου αι. και μέχρι της παραμονής του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, η Γερμανία επεχείρησε να επιλύσει το στρατηγικό πρόβλημα που της έθετε η βρετανική κυριαρχία επί της Βορείου Θαλάσσης με την υιοθέτηση μιας στρατηγικής, η οποία συνίστατο στα ακόλουθα σημεία [8]: α) απόκτηση της γεωστρατηγικώς κρίσιμης νήσου Ελιγολάνδης και ανέγερση εκεί ναυτικής βάσεως και β) εφαρμογή εκτεταμένων ναυτικών εξοπλιστικών προγραμμάτων και ναυπήγηση ισχυρού πολεμικού στόλου, και δη θωρηκτού. Το τελευταίο είχε σκοπό[9] : α) αφ’ ενός μεν, την ενίσχυση της αξιοπιστίας της Γερμανίας και τον καταναγκασμό της Μεγάλης Βρετανίας στην αποδοχή του γερμανικού Ράϊχ ως ισοτίμου δρώντος στον διεθνή συσχετισμό ισχύος και στα διεθνή παίγνια επιρροής (αναγνώριση, εκ μέρους των ήδη υφισταμένων αποικιακών δυνάμεων, και ιδιαιτέρως της Μεγάλης Βρετανίας, του «δικαιώματος» του νεοσύστατου γερμανικού Ράϊχ σε «μίαν θέσιν υπό τον ήλιον» “einen Platz an der Sonne” κατά την παροιμιώδη διακήρυξη του Καγκελλαρίου φον Μπύλωφ) καθώς και την αξιόπιστη αποτροπή βρετανικής επιθετικής ενεργείας, β) αφ’ ετέρου δε, την πολεμική προπαρασκευή του Γερμανικού Αυτοκρατορικού Ναυτικού (Kaiserliche Marine) για την επιτυχή διεξαγωγή της Αποφασιστικής Ναυμαχίας (Entscheidungsschlacht zur See) με το Βρετανικό Βασιλικό Ναυτικό, όταν η συγκυρία για το πρώτο θα καθίστατο ευνοϊκή.

Συγχρόνως, όμως, ήδη την περίοδο εκείνη, υπό το κράτος και την επιρροή των συγχρόνων θεωριών των Mahan, Corbett, Ratzel και λοιπών, υψώθηκαν φωνές, εντός του Γερμανικού Αυτοκρατορικού Ναυτικού, υπέρ μιας δυναμικής επεμβάσεως στα δεδομένα της ναυτικής γεωγραφίας –πέρα δηλαδή της απόπειρας αντιμετωπίσεως του στρατηγικού προβλήματος της Γερμανίας στη θαλάσσια περιοχή βορείως των συνόρων της, δια «συμβατικών» μέσων. Συναφώς, ο Ναύαρχος Wolfgang Wegener επέκρινε την ηγεσία της Kaiserliche Marine, διότι δεν απέδιδε τη δέουσα προσοχή στις σύγχρονες τότε και εξαιρετικά προσφιλείς στους στρατιωτικούς και ακαδημαϊκούς κύκλους γεωγραφικές θεωρήσεις, αλλά προσπαθούσε να επιλύσει το στρατηγικό πρόβλημα που αντιμετώπιζε μόνον διά τακτικών μέσων. Υπενθύμιζε δε ως ακολούθως: «Στρατηγική είναι το δόγμα των στρατηγικών-γεωγραφικών θέσεων, των αλλαγών τους και της επιδεινώσεώς τους». Εξ ου και ο Βέγκενερ συνιστούσε την υιοθέτηση μιας επιθετικής στρατηγικής, προς βελτίωση της γεωγραφικής θέσεως του γερμανικού Ράϊχ.[10]

Το αεροπλανοφόρο «Glorious» (hazegray.org)

Και η μεν στρατηγική, την οποία σχεδίασε και εφήρμοσε ο Αρχηγός του Αυτοκρατορικού Ναυτικού, προ του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου ακόμη, Μέγας Ναύαρχος Αλφρέδος Φρειδερίκος φον Τίρπιτς (Alfred Friedrich von Tirpitz), δεν επέτυχε, τελικώς, τους σκοπούς της: Δεν εξανάγκασε τη Μεγάλη Βρετανία να αποδεχθεί διαμοιρασμό της κυριαρχίας των θαλασσών με την Γερμανία ούτε λειτούργησε προς την επιθυμητή κατεύθυνση της αποτροπής έναντι της Μεγάλης Βρετανίας, ως κρίνεται δε εκ του αποτελέσματος (βλέπε: ναυμαχία Γιουτλάνδης): Δεν προετοίμασε –ή δεν πρόλαβε χρονικώς να προετοιμάσει– το Γερμανικό Αυτοκρατορικό Ναυτικό επαρκώς για την επερχόμενη Αποφασιστική Ναυμαχία με το Βασιλικό Ναυτικό. Απεναντίας, ενίσχυσε την θαλασσοκράτειρα Βρετανία στην απόφασή της να μην υποχωρήσει έναντι των γερμανικών απαιτήσεων στο ζήτημα των ναυτικών εξοπλισμών, να προπαρασκευασθεί καταλλήλως για την επερχόμενη κατά θάλασσαν αναμέτρηση και να σφυρηλατήσει διακρατική συμμαχία εναντίον του επίφοβου δυνητικού ηπειρωτικού ηγεμόνα, προς αποτροπήν της συγκροτήσεως ενός γεωπολιτικώς και γεωοικονομικώς ενοποιημένου πόλου ισχύος στην δυτική πλευρά της ευρασιατικής παγκοσμίου νήσου.

Εν τούτοις, η προαναφερθείσα συμβουλή του Ναυάρχου Βέγγενερ φαίνεται ότι ελήφθη σοβαρώς υπ’ όψιν από τους ιθύνοντες του Γερμανικού Πολεμικού Ναυτικού (Kriegsmarine), κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Εφαρμοσμένη διακλαδικότητα και επιτυχία του γερμανικού Πολεμικού Ναυτικού στους τομείς των επικοινωνιών και πληροφοριών

Καταληφθέντες εξ απίνης την 9η Απριλίου 1940 (ως μη έδει, διότι διέθεταν σωρεία ενδείξεων περί της σχεδιαζομένης γερμανικής εισβολής) και διαπιστώνοντας ότι οι Γερμανοί κυριολεκτικώς τους πρόλαβαν, οι Αγγλογάλλοι έσπευδαν, πλέον, ασθμαίνοντες προς τη Βόρειο Θάλασσα, προκειμένου να διασφαλίσουν τους μείζονος στρατηγικής σημασίας νορβηγικούς λιμένες και να επικουρήσουν τα νορβηγικά στρατεύματα.

Καθώς οι βρετανικές ναυτικές δυνάμεις έπλεαν προς τα δυτικά της Νορβηγίας τις πρώτες ημέρες της εκστρατείας, εντοπίσθηκαν αμέσως από τα γερμανικά αναγνωριστικά αεροσκάφη και επλήγησαν, εν συνεχεία, από τα βομβαρδιστικά και τα καταδιωκτικά καθέτου εφορμήσεως τύπου «Stukas». Την πρώτη ημέρα της εκστρατείας, τρεις Μοίρες Ναυτικής Αναγνωρίσεως της Luftwaffe διενήργησαν 49 εξόδους, προκειμένου να εντοπίσουν τον βρετανικό Home Fleet. Κάθε φορά που οι βρετανικές ναυτικές μονάδες επιφανείας εντοπίζονταν, τα γερμανικά αναγνωριστικά σήμαιναν τα γερμανικά σκάφη και καλούσαν τα βομβαρδιστικά και τα «Stukas». Το απόγευμα της 9ης Απριλίου 1940, δύο Πτέρυγες Βομβαρδιστικών και ένας Σχηματισμός «Stukas» επετέθησαν εναντίον του Βασιλικού Ναυτικού, βυθίζοντας ένα αντιτορπιλικό και προξενώντας ζημίες σε πέντε καταδρομικά καθώς και σε μερικά μικρότερα και βοηθητικά σκάφη[11]. Αντιμέτωποι με τη γερμανική αεροπορική απειλή, οι Βρετανοί απεφάσισαν να τραβήξουν τις ναυτικές δυνάμεις τους μακράν του θαλασσίου χώρου του κειμένου δυτικώς και νοτίως της Νορβηγίας.

Γερμανοί στρατιώτες αποβιβάζονται στο Trondheim από το βαρύ καταδρομικό «Admiral Hipper». (wikipedia)

Εξ άλλου, καθ’ όλην τη διάρκεια της εκστρατείας, οι επικοινωνίες μεταξύ των Μοιρών Αναγνωρίσεως της Λουφτβάφφε και του Στρατηγείου του 10ου Αεροπορικού Σώματος ήσαν άριστες και η πληροφόρηση για τις κινήσεις του Βρετανικού Βασιλικού Ναυτικού διεβιβάζετο αμέσως στο Γερμανικό Πολεμικό Ναυτικό και στις χερσαίες δυνάμεις[12]. Οι Μοίρες Μακράς Αναγνωρίσεως της Luftwaffe απεδείχθησαν ικανές να παράσχουν μια πολύ καλή εικόνα των βρετανικών και νορβηγικών χερσαίων δυνάμεων στα φίλια τμήματα. Από την άλλη πλευρά, οι Μοίρες Αναγνωρίσεως της RAF και του Βασιλικού Ναυτικού, ενεργώντας επιχειρησιακά σε μια τεράστια ακτίνα και όντας ευάλωτες στις επιθέσεις της Luftwaffe (που εφορμούσε από των βάσεων της Νορβηγίας και της Δανίας, τις οποίες μόλις είχε καταλάβει), απεδείχθησαν ανίκανες να παράσχουν στις φίλιες δυνάμεις μιαν ακριβή εικόνα των γερμανικών θέσεων και της ισχύος και κινήσεως των εχθρικών στρατευμάτων, κατά τη διάρκεια των μαχών του Τρόντχαϊμ και της κεντρικής Νορβηγίας.

Εξ άλλου, οι Γερμανοί κατείχαν το ουσιώδες και, εν τέλει, κρίσιμο πλεονέκτημα της τεχνολογικής υπεροχής του συστήματος επικοινωνιών, την περίοδο που έλαβε χώρα η Εκστρατεία της Νορβηγίας. Εν προκειμένω, ο ρόλος του Γερμανικού Πολεμικού Ναυτικού απεδείχθη καίριος: είναι γνωστό ότι η Υπηρεσία Πληροφοριών του Ναυτικού διέθετε εξαίρετο ανθρώπινο δυναμικό –ας μη λησμονείται, άλλωστε, ότι από αυτήν προήρχετο και ο πολύς Γουλιέλμος Κανάρης (ο Ναύαρχος Wilhelm Canaris). Η περίφημη “B-Diest”, η Υπηρεσία Πληροφοριών του Γερμανικού Πολεμικού Ναυτικού, είχε καταφέρει να «σπάσει» δύο από τους βασικούς κώδικες του Βρετανικού Βασιλικού Ναυτικού: τον κώδικα “Naval Cypher”, που αφορούσε επιχειρησιακά σήματα, και τον “Naval Code”, που αφορούσε την διοικητική μέριμνα και τις κινήσεις των βρετανικών σκαφών. Συνεπεία τούτου, τον Απρίλιο του 1940 η Υπηρεσία Πληροφοριών της Kriegsmarine ήταν σε θέση να διαβάζει το 50% των μηνυμάτων που αποστέλλονταν μέσω του κώδικα “Naval Cypher”, παρέχοντας στο Ναυαρχείο και στις μονάδες ροή πληροφοριών για τις θέσεις και μετακινήσεις των μεγάλων μονάδων του Βασιλικού Ναυτικού[13].

Συνεπώς, διαθέτοντες αυτό το πλεονέκτημα, σε συνδυασμό με την αρίστη χρήση των Μοιρών Αναγνωρίσεως της Luftwaffe, οι Γερμανοί ήσαν σε θέση να έχουν ακριβή εικόνα των βρετανικών κινήσεων. Αντιθέτως, κατ’ εκείνην την φάση του πολέμου, οι Βρετανοί αποκρυπτογράφοι είχαν σημειώσει μικρή μόλις πρόοδο ως προς την αποκρυπτογράφηση του περίφημου συστήματος «ΑΙΝΙΓΜΑ» (“ENIGMA”) του Γερμανικού Πολεμικού Ναυτικού. Ειρήσθω εν παρόδω ότι, προ της εισβολής στην Νορβηγία, η Luftwaffe και το Γερμανικό Πολεμικό Ναυτικό είχαν διαταχθεί να τηρήσουν σιγή ασυρμάτου. Μετά την έναρξη της εισβολής, οι μονάδες της Luftwaffe βασίζονταν κυρίως στον ραδιο-ασύρματο για τις επικοινωνίες τους, με συνέπεια να επιτύχουν οι Βρετανοί, χάρις στο πρόγραμμα “ULTRA”, να υποκλέψουν και να αποκωδικοποιήσουν πλείστα όσα μηνύματα, που αφορούσαν στις θέσεις, την οργάνωση, την ισχύ και τις μετακινήσεις της Γερμανικής Πολεμικής Αεροπορίας. Ωστόσο, κατ’ εκείνο το διάστημα του πολέμου, οι Γερμανοί διατηρούσαν ακόμα το πλεονέκτημα στον τομέα των επικοινωνιών[14].

To Γερμανικό Blücher βυθίζεται στο Oslofjord χτυπημένο από Νορβηγικές τορπίλες. (Wikipedia)

Η βρετανική αποτυχία στους τομείς των επικοινωνιών και πληροφοριών

Αναμφιβόλως, μια από τις πλέον ενδιαφέρουσες, όσο και εντυπωσιακές αποτυχίες της βρετανικής στρατιωτικής ηγεσίας υπήρξε η αδυναμία ή ανικανότητα να αναλυθούν και να εκτιμηθούν ορθώς οι (απειράριθμες!) ενδείξεις –προ της 9ης Απριλίου 1940– ότι οι Γερμανοί συγκροτούσαν μια δύναμη εισβολής.

Στις αρχές του 1940, η Διοίκηση Βομβαρδιστικών (Bomber Command) της RAF διενήργησε μια σειρά επιθέσεων εναντίον γερμανικών ναυτικών εγκαταστάσεων στη Βόρειο Θάλασσα και ανέφερε τα σχετικά με τις γερμανικές θέσεις και διαθεσιμότητες[15]. Μέχρι των αρχών Απριλίου έπρεπε να έχει καταστεί φανερό στους Βρετανούς ότι το Γερμανικό Πολεμικό Ναυτικό προέβαινε στη συγκέντρωση μεγάλου αριθμού μονάδων, με προφανή σκοπό την διενέργεια μιας επιχειρήσεως ευρείας κλίμακος. Στις 4 Απριλίου, φερ’ ειπείν, έφθασαν ως και αναφορές πρακτόρων από την Κοπεγχάγη, που προειδοποιούσαν για γερμανική επικείμενη κίνηση στην Νορβηγία. Άλλες αναφορές περί ευρείας κλίμακος κινήσεων γερμανικών σκαφών στη Βαλτική Θάλασσα και στον όρμο της Ελιγολάνδης (Βόρειος Γερμανία) ελήφθησαν στις 6 Απριλίου. Το πρωί της 7ης Απριλίου, η Διοίκηση Παρακτίου Αμύνης (Coastal Command) ανέφερε κινήσεις γερμανικών πολεμικών σκαφών στη Βόρειο Θάλασσα, και συγκεκριμένα ενός καταδρομικού και έξι αντιτορπιλικών. Η πληροφορία εβασίζετο σε εναέρια φωτοαναγνώριση. Είναι ενδεικτικό ότι η εν λόγω αναφορά χρειάσθηκε 2,5 ώρες για να διέλθει τη γραφειοκρατία των επιτελείων και να φθάσει, εν τέλει, στο Γραφείο του Αρχηγού του Home Fleet, Ναυάρχου Charles Forbes. Εν τω μεταξύ, ως και συμπλοκή υπήρξε καθώς η Διοίκησις Βομβαρδιστικών της RAF στις 13.25 της ίδιας ημέρας, εντόπισε και επετέθη, προ των ακτών του Skagerrak, εναντίον μιας γερμανικής ναυτικής μοίρας, η οποία απετελείτο από ένα θωρακισμένο καταδρομικό, δύο καταδρομικά, δέκα αντιτορπιλικά και άλλες μονάδες επιφανείας. Σημειωτέον ότι και αυτή η πληροφορία χρειάσθηκε, επίσης, τέσσερις ώρες μέσω των διαύλων επικοινωνίας και γραφειοκρατίας της RAF, έως ότου φθάσει τελικώς, στο Βασιλικό Ναυτικό[16].

Όταν, επιτέλους, οι Βρετανοί και οι Γάλλοι απήντησαν στην γερμανική εισβολή, αποστέλλοντας χερσαίες δυνάμεις στην κεντρική και βόρειο Νορβηγία, η αποτυχία της συμμαχικής σχεδιάσεως (που υποτίθεται ότι προετοιμαζόταν επί έξι μήνες ακριβώς για ένα παρόμοιο ενδεχόμενο, και πάντως για την διεξαγωγή στρατιωτικών επιχειρήσεων στην Νορβηγία) κατέστη οδυνηρά εμφανής, προσλαμβάνοντας τις διαστάσεις ενός “fiasco”. Απεδείχθη ότι ως και πληροφορίες ανοικτών πηγών, ακόμη και για τα στοιχειώδη των νορβηγικών λιμένων και της εν γένει γεωγραφίας της χώρας δεν είχαν συλλεγεί και αναλυθεί προσηκόντως.

Tα βομβαρδιστικά «Stukas» έπαιξαν ηγετικό ρόλο στις γερμανικές επιθέσεις.Στη φωτογραφία ο Erhard Milch ομιλεί σε πιλότους αεροσκάφων Ju 87 «Stukas» κατά τη διάρκεια του πολέμου με τη Νορβηγία. (Wikipedia)

Οι λιμένες του Namsos και Andalsnes ήσαν πολύ μικροί, για να υποστηρίξουν οιανδήποτε συμμαχική αποβατική ενέργεια. Η Γαλλική Ταξιαρχία π.χ., που αφίχθη εις Νάμσος, υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει όλον τον βαρύ οπλισμό της (ακόμη δε και τους ημιόνους και τα σκι) στο μεταγωγό σκάφος, και τούτο διότι οι αρμόδιοι της σχεδιάσεως της επιχειρήσεως είχαν παραγνωρίσει μιαν (ήσσονος σημασίας για εκείνους) «λεπτομέρεια», ότι δηλαδή το σκάφος ήταν πολύ μεγάλο για να μπορέσει να διεισδύσει στον λιμένα[17]. Εξ άλλου, ούτε ο Βρετανικός Στρατός ούτε η RAF είχαν εφοδιασθεί με ακριβείς χάρτες της Νορβηγίας. Η Αεροπορική Υπηρεσία του Βασιλικού Ναυτικού διενήργησε υπερπτήσεις, χρησιμοποιώντας χάρτες του Ναυαρχείου χωρίς τοπογραφικές αναφορές –ένα εξαιρετικά ριψοκίνδυνο εγχείρημα όταν κανείς υπερίπταται μιας εξόχως ορεινής χώρας, όπως η Νορβηγία. Η Διοίκηση Βομβαρδιστικών της Βασιλικής Αεροπορίας προσέφυγε στην χρησιμοποίηση των χαρτών από το περί Σκανδιναβίας κεφάλαιο του γεωγραφικού άτλαντα Baedeker (έκδοση 1912), προκειμένου να μπορέσει να κατευθύνει τα αεροσκάφη της, τα οποία έπρεπε να διενεργήσουν επιθέσεις εναντίον των αεροδρομίων της νοτίου Νορβηγίας, που είχαν καταληφθεί από τους Γερμανούς την πρώτη ημέρα των εχθροπραξιών[18]. Τέλος, η Βρετανική Διοίκηση είχε αποτύχει ολοσχερώς να εγκαταστήσει αξιωματικούς-συνδέσμους και κλιμάκια επικοινωνιών με τους Νορβηγούς συμμάχους της.

Αναντιλέκτως, η πενιχρή πληροφόρηση επηρέασε ουσιωδώς την αποτελεσματικότητα της Βασιλικής Αεροπορίας στην εκστρατεία εκείνη. Εν αντιθέσει προς τους Βρετανούς, που είχαν να επιδείξουν αξιοσημείωτα κακές επιδόσεις στον τομέα των διακλαδικών πληροφοριών και του συντονισμού σε επιχειρησιακό και τακτικό επίπεδο, οι γερμανικές δυνάμεις είχαν σχεδιάσει προσεκτικά τις κινήσεις τους, καθ’ όσον αφορά στον συντονισμό και στην επικοινωνία μεταξύ επιμέρους κλάδων και μονάδων. Ο τομέας των πληροφοριών έμελλε να αποδειχθεί κρίσιμος για την έκβαση της επιχειρήσεως «Weserübung»[19].

Η βρετανική στρατιωτική και πολιτική ηγεσία ασφαλώς γνώριζε την ανεκτίμητη στρατηγική αξία της Βορείου Θαλάσσης και δη της Νορβηγίας, για τη Γερμανία: Το Ναυαρχείο τελούσε πλήρως ενήμερο της τεράστιας δημοτικότητας, της οποίας έχαιραν το σύγγραμμα και οι θέσεις του Ναυάρχου Βέγγενερ εντός των τάξεων του Γερμανικού Πολεμικού Ναυτικού. Το Υπουργείο Οικονομικού Πολέμου (Ministry of Economic Warfare) είχε μελετήσει διεξοδικώς το ζήτημα των εισαγωγών σιδηρομεταλλευμάτων από τη Σκανδιναβική Χερσόνησο προς την Γερμανία, μέσω των νορβηγικών λιμένων, και είχε αναδείξει, σε επανειλημμένες εκθέσεις του της διετίας 1939-40, την ζωτική σημασία των εισαγωγών αυτών για την Πολεμική Οικονομία του Ράϊχ. Για την οριστική παύση των μεταφορών αυτών, άλλωστε, το Υπουργείο Πολέμου απεφάσισε και ενέκρινε, τον Μάρτιο του 1940, την άσκηση βίας: την χρησιμοποίηση του Βασιλικού Ναυτικού[20].

Ωστόσο, το Ναυαρχείο, αλλά και η εν γένει στρατιωτική και πολιτική ηγεσία στο Λονδίνο, αδυνατούσαν να διανοηθούν, έστω και ως υπόθεση εργασίας, ότι οι Γερμανοί θα είχαν (ή θα εξεύρισκαν) την βούληση –πόσω δε μάλλον τις ικανότητες και δυνατότητες– να αμφισβητήσουν εμπράκτως το “Command of the Sea” του Βασιλικού Ναυτικού στην Βόρειο Θάλασσα, αναλαμβάνοντας ένα μέχρις αυτοκτονίας ριψοκίνδυνο εγχείρημα κατά της Νορβηγίας (όταν, μάλιστα, οι θέσεις αφετηρίας της Kriegsmarine του 1939/40 ήσαν κατά πολύ μειονεκτικότερες εκείνων της Kaiserliche Marine του 1914). Η παραδοχή της ηγεσίας ήταν ότι στην θεωρουμένη ως ακραία υποθετική περίπτωση, κατά την οποία οι Γερμανοί θα επιχειρούσαν, πράγματι, κατά της σκανδιναβικής χώρας, το μέγιστον το οποίο θα κατόρθωναν θα ήταν η απόβαση περιορισμένου αριθμού δυνάμεων στην νότιο Νορβηγία, στην περιοχή του Όσλο –οπόταν θα απεστέλλετο ένα βρετανικό εκστρατευτικό σώμα δυνάμεως τεσσάρων Ταξιαρχιών Πεζικού, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα υπό του Σχεδίου “R4” του War Office, με αντικειμενικούς σκοπούς την διασφάλιση των στρατηγικής σημασίας λιμένων της δυτικής Νορβηγίας και των υδατίνων διαύλων και, δευτερευόντως, την ενίσχυση του Νορβηγικού Στρατού[21].

Παρά την ύπαρξη όχι αμελητέων ενδείξεων μιας γερμανικής εμπλοκής στην Νορβηγία –και τη διαρκή εμφάνιση ολοένα και περισσοτέρων, όπως προανεφέρθη– οι Βρετανοί ιθύνοντες θεωρούσαν «απλώς» αδιανόητον ότι οι Γερμανοί ομόλογοί τους θα έφθαναν μέχρι του σημείου να ριψοκινδυνεύσουν την ολοσχερή καταστροφή του (συγκριτικώς) «λιλιπούτειου» Πολεμικού Στόλου τους από τον κραταιό Home Fleet του Royal Navy, επιτιθέμενοι κατά των λιμένων Stavanger, Bergen, Trondheim και Narvik. Ο εφησυχασμός του βρετανικού Ναυαρχείου, αλλά και της Ηγεσίας εν γένει, εβασίζετο στην αίσθηση του ατρώτου, η οποία απέρρεε από το «μέγα της θαλάσσης κράτος» της Γηραιάς Αλβιώνος: την εντυπωσιακώς συντριπτική, ποσοτική και ποιοτική, υπεροχή του Βασιλικού Ναυτικού έναντι του Γερμανικού Πολεμικού Ναυτικού, αλλά και παντός άλλου, ο οποίος θα αποτολμούσε να αμφισβητήσει την (αληθώς πλανητικών διαστάσεων) θαλάσσια κυριαρχία της από αιώνων ηγεμονευούσης ναυτικής δυνάμεως –πόσω δε μάλλον στην Βόρειο Θάλασσα, που αποτελούσε, από εποχής Ναπολεοντείων Πολέμων, για την Βρετανία ότι και το Ιόνιον Πέλαγος για την Γαληνοτάτη Ναυτική Δημοκρατία της Βενετίας τον καιρό της θαλασσοκρατίας της τελευταίας.

Το Γερμανικό Πολεμικό Ναυτικό (kriegsmarine)

Το Γερμανικό Πολεμικό Ναυτικό (kriegsmarine)

Μόνη «παραφωνία» εντός του Ανωτάτου Ναυτικού Συμβουλίου αποτελούσε ο Διοικητής Υποβρυχίων, Αντιναύαρχος Sir Max Kennedy Horton. Ο Διοικητής Υποβρυχίων του Βασιλικού Ναυτικού είχε μελετήσει εις βάθος το έργο του Ναυάρχου Wegener και τη γερμανική ναυτική στρατηγική εν γένει, είχε δε σχηματίσει την εδραία πεποίθηση ότι οι Γερμανοί θα ενεργούσαν, και δη τάχιστα και αποφασιστικώς. Καίτοι αποτελούσε «φωνή βοώντος εν τη ερήμω», ο Ναύαρχος Χόρτον προέβη σε μία ενέργεια, τον Μάρτιο του 1940, η οποία έμελλε να αποδειχθεί, μετέπειτα, η σοφότερη κίνηση της βρετανικής πλευράς: Συγκέντρωσε όλες τις διαθέσιμες μονάδες Υποβρυχίων στα νορβηγικά ύδατα και, μετά ταύτα, ανέμενε την κίνηση των Γερμανών. Τούτο θα είχε ως αποτέλεσμα την απαγόρευση του διά θαλάσσης ανεφοδιασμού των μονάδων της Βέρμαχτ, και μάλιστα άμα τη ενάρξει των εχθροπραξιών. Κανένα γερμανικό μεταγωγό δεν μπορούσε πλέον να προσορμίσει στο Όσλο και στους λιμένες της δυτικής Νορβηγίας. Η διορατικότητα του Διοικητού Υποβρυχίων και η δράση των μονάδων του αποτέλεσαν την μόνη αιτία προκλήσεως σοβαράς ανησυχίας εντός της Γερμανικής Ανωτάτης Στρατιωτικής Διοικήσεως κατά την διάρκεια της Νορβηγικής Εκστρατείας[22].

Ενδιαφέρον παρουσιάζει, εξ άλλου, το γεγονός ότι οι βεβαιότητες που απέρρεαν από την αίσθηση υπεροχής του Βασιλικού Ναυτικού εμπόδισαν τους Βρετανούς ιθύνοντες να συλλάβουν νοητικώς και να διερευνήσουν την περίπτωση, έστω και ως απώτερο ενδεχόμενο, γερμανικής προσβολής της Νορβηγίας δι’ άλλων μεθόδων και μέσων, και όχι απαραιτήτως, ούτε καν πρωτίστως, διά θαλάσσης. Και όμως, ήταν γνωστό τοις πάσιν ότι η Luftwaffe διέθετε, αφ’ ενός μεν μία επίλεκτη και ισχυρή δύναμη αλεξιπτωτιστών, αφ’ ετέρου δε έναν εντυπωσιακά ευμεγέθη μεταφορικό στόλο. Εάν οι Βρετανοί αρμόδιοι είχαν κάνει, τα μόλις προηγούμενα χρόνια, απλώς τον κόπο να συλλέξουν και εκτιμήσουν καταλλήλως ορισμένες πληροφορίες ανοικτών πηγών, θα είχαν ασφαλώς αξιολογήσει καταλλήλως δύο άρθρα δημοσιευθέντα στο επίσημο (και ουδόλως απόρρητο) περιοδικό της Luftwaffe «Ο Αετός» («Der Adler») εν έτει 1939 και αναφερόμενα στις ασκήσεις της Βέρμαχτ του έτους 1937, το σενάριο των οποίων προέβλεπε την ρίψη ισχυρού αριθμού Αλεξιπτωτιστών προς κατάληψιν κομβικών σημείων, σε ικανή απόσταση όπισθεν των γραμμών του «εχθρού»[23].

Πτήση αεροσκάφους Hurricane της RAF το 1940 στη Νορβηγία.

Πτήση αεροσκάφους Hurricane της RAF το 1940 στη Νορβηγία.

Προσέτι, η ικανότητα της Γερμανικής Πολεμικής Αεροπορίας στη διενέργεια μεταφοράς ισχυρού όγκου δυνάμεων και οπλισμού είχε, εν τω μεταξύ, επίσης καταστεί εμφανής: Κατά το διάστημα Ιουλίου–Οκτωβρίου 1936, η γερμανική Luftwaffe και η Ιταλική Βασιλική Αεροπορία (Regia Aeronautica Italiana) μετέφεραν τον Ισπανικό Στρατό Βορείου Αφρικής, του Στρατηγού Francisco Franco, από την νότια πλευρά της Μεσογείου στην Ιβηρική Χερσόνησο (στο πλαίσιο της εκκολαπτομένης, κατ’ εκείνο το διάστημα, συμμαχικής σχέσεως μεταξύ της εθνικοσοσιαλιστικής Γερμανίας του Αδόλφου Χίτλερ και της φασιστικής Ιταλίας του Μπενίτο Μουσσολίνι, αφ’ ενός, και της εθνικιστικής Ισπανίας του Φραγκίσκου Φράνκο, αφ’ ετέρου –η οποία συμμαχική σχέση, όμως, δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, εξ αιτίας και της τροπής που έλαβε η ιταλική επίθεση κατά της Ελλάδος την 28η/10/1940). Μετεφέρθη τότε από αέρος μία δύναμη 20.000 ανδρών και ένας όγκος οπλισμού και εφοδίων της τάξεως των 270.000 κιλών. Επρόκειτο για την πρώτη τέτοιων διαστάσεων αερογέφυρα της παγκοσμίου στρατιωτικής ιστορίας[24].

Σημειωτέον δε ότι η πραγματοποίηση ενός τόσο τολμηρού εγχειρήματος έλαβε χώρα καθ’ ον χρόνον το Ισπανικό Ρεπουμπλικανικό Ναυτικό ασκούσε πλήρη κυριαρχία στη θαλάσσια περιοχή την κειμένη μεταξύ μητροπολιτικής Ισπανίας και αποικιακών κτήσεων της Βορείου Αφρικής. Καίτοι πρωτοφανής στα διεθνή χρονικά, η γιγαντιαία επιχείρηση αερομεταφοράς εστέφθη από απόλυτη επιτυχία, συντελώντας ουσιωδώς στην ενίσχυση των Ισπανών Εθνικιστών κατά τον σοβούντα Εμφύλιο Πόλεμο. Μία και μόνη απώλεια αεροσκάφους σημείωσε η Λουφτβάφφε, και αυτή λόγω αεροπορικού ατυχήματος. Υπό το φως παρομοίων απτών δεδομένων εκπλήσσει, πράγματι, το μέγεθος υπερεκτιμήσεως των ιδίων ικανοτήτων και, αντιστρόφως, υποτιμήσεως των ικανοτήτων (και της βουλήσεως) του αντιπάλου, το οποίο επέδειξαν οι Βρετανοί ιθύνοντες, την άνοιξη του 1940.

Το πρόβλημα διακλαδικότητας στους τομείς διοικήσεως και ελέγχου των Συμμάχων

Κατά την διάρκεια της περιόδου του Μεσοπολέμου, η Μεγάλη Βρετανία ήταν η μόνη μεγάλη στρατιωτική δύναμη η οποία είχε δημιουργήσει ένα πλήρες και περιεκτικό δόγμα διακλαδικών επιχειρήσεων, καθώς επίσης και ένα μεικτό επιτελείο, προς εφαρμογή μιας ανάλογης στρατιωτικής στρατηγικής. Από την δεκαετία του ’20 ακόμη, οι Βρετανοί είχαν ιδρύσει Διακλαδική Σχολή Επιτελών (Joint Staff College), προκειμένου να εκπαιδεύσουν ανωτέρους αξιωματικούς στον συντονισμό της στρατηγικής και των επιχειρήσεων μεταξύ των διαφόρων κλάδων. Αντιθέτως, οι Γερμανοί δεν είχαν αναπτύξει κάποιο παρεμφερές δόγμα περί διεξαγωγής διακλαδικών επιχειρήσεων, ούτε είχαν συστήσει κάποιο μεικτό επιτελείο, επιφορτισμένο τη σχεδίαση αναλόγου στρατηγικής. Μία διακλαδική σχολή επιτελών, η Ακαδημία των Ενόπλων Δυνάμεων (Wehrmachtakademie) λειτούργησε μόνον επί τρία έτη (1935-1938) και μόλις που πρόλαβε να δει την αποφοίτηση ενός μικρού αριθμού αξιωματικών από τις τάξεις της, προτού παύσει να υφίσταται –προφανώς υπό το βάρος εντόνων διαφωνιών, τριβών και ερίδων μεταξύ των διαφόρων κλάδων, όπως ενίοτε συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις.

Λαμβανομένης υπ’ όψιν, λοιπόν, της βρετανικής εμφάσεως σε διακλαδικά δόγματα, σχολές και επιτελεία, είναι όντως εκπληκτικό το ότι οι Βρετανοί απέτυχαν να εγκαθιδρύσουν ένα μεικτό, διακλαδικό στρατηγείο για τις ανάγκες της εκστρατείας της Νορβηγίας (όπως υποτίθεται ότι όριζε το βρετανικό δόγμα) και ότι, αντιθέτως, οι τρεις κλάδοι (Βασιλικός Στρατός, Βασιλικό Ναυτικό, Βασιλική Αεροπορία), οι οποίοι και εκπροσωπούνταν στην Επιτροπή Αυτοκρατορικής Αμύνης – CID (Committee of Imperial Defence) και στις τακτικές συνόδους των COS (Chiefs of Staffs: Αρχηγοί των Επιτελείων), απέτυχαν σε κάθε επίπεδο (στρατηγικό, επιχειρησιακό, τακτικό) να συντονίσουν τις ενέργειές τους μεταξύ τους. Ακόμη εκπληκτικότερο είναι, βεβαίως, το γεγονός ότι οι Γερμανοί –μολονότι δεν διέθεταν ούτε επίσημο δόγμα κοινών, συνδυαστικών επιχειρήσεων σε στρατηγικό επίπεδο, ούτε σώμα αξιωματικών εκπαιδευμένων βάσει διακλαδικών δογμάτων– απεδείχθησαν στην πράξη απείρως επιτυχέστεροι και αποτελεσματικότεροι στον συντονισμό διακλαδικών επιχειρήσεων.

Εξ άλλου, το βρετανικό δόγμα όριζε ότι προκειμένου περί ενός συγκεκριμένου θεάτρου επιχειρήσεων, η ακολουθητέα οδός ενεργείας ήταν να τοποθετείται ένας και μοναδικός διοικητής, συνεπικουρούμενος από μεικτό επιτελείο, για τη διεύθυνση όλων, ανεξαιρέτως, των επιχειρήσεων, οι οποίες θα ελάμβαναν χώρα στο εν λόγω θέατρο επιχειρήσεων[25]. Παραδόξως, όμως, αυτό που υποτίθεται ότι αποτελούσε τον ακρογωνιαίο λίθο του βρετανικού δόγματος δεν εφαρμόσθηκε όταν η Βέρμαχτ εισέβαλε στην Νορβηγία.

Άποψη του Namsos τo 1940, μετά τους βομβαρδισμούς των Γερμανών. (iwmprints.org.uk)

Μία άλλη εναλλακτική επιλογή, την οποία διέθεταν οι Βρετανοί, ήταν να θέσουν, άμα τη ενάρξει των επιχειρήσεων, όλες τις δυνάμεις που επιχειρούσαν στη Νορβηγία υπό τις διαταγές, π.χ., του Αρχηγού Στόλου του Βασιλικού Ναυτικού, δεδομένου ότι το Royal Navy ήταν εκείνος ο κλάδος που θα επωμίζετο το μεγαλύτερο βάρος της διεξαγωγής της επιχειρήσεως, από βρετανικής πλευράς. Πλην όμως, αυτή η εύλογη λύση φαίνεται ότι δεν ελήφθη καν υπ’ όψιν. Αντιθέτως, κατά παράβαση των οριζομένων από το δόγμα περί διακλαδικότητος, άπαντες οι πολιτικοί και στρατιωτικοί ιθύνοντες –το Υπουργικό Συμβούλιο, η Επιτροπή Συντονισμού των Ενόπλων Δυνάμεων και τα επιμέρους επιτελεία στο Λονδίνο– απέστελλαν χωριστές διαταγές και οδηγίες περί της διεξαγωγής της επιχειρήσεως. Επί παραδείγματι, το Ναυαρχείο (Admiralty) είχε υπό τας διαταγάς του όλες τις ναυτικές μονάδες που επιχειρούσαν πέριξ της Νορβηγίας, ενώ το Υπουργείο Πολέμου (War Office) ήταν εκείνο που εξέδιδε διαταγές προς τις χερσαίες στρατιωτικές δυνάμεις που επιχειρούσαν στην Νορβηγία.

Και ως να μη έφθαναν όλα αυτά, το βρετανικό Ναυαρχείο είχε την φαεινή ιδέα να διαιρέσει την θαλάσσια περιοχή της Νορβηγίας σε δύο κεχωρισμένες ναυτικές διοικήσεις. Έτσι, ο μεν Ναύαρχος Forbes, ο Αρχηγός του Home Fleet, αναγορεύθηκε Διοικητής όλων των βρετανικών Ναυτικών Δυνάμεων της νοτίου και κεντρικής Νορβηγίας, ο δε Ναύαρχος Λόρδος Cork, ένας αρχαιότερος αξιωματικός, αναγορεύτηκε Διοικητής των Συμμαχικών Ναυτικών Δυνάμεων του Νάρβικ. Κατ’ αναλογίαν, το Υπουργείο Πολέμου επίσης σχημάτισε δύο μείζονες στρατιωτικές διοικήσεις για τις ανάγκες της εκστρατείας, μία με τομέα ευθύνης την κεντρική Νορβηγία και μιαν ακόμη, στην οποία υπήχθησαν οι χερσαίες δυνάμεις που επιχειρούσαν στο Νάρβικ[26].

Προσέτι, το Υπουργείο Πολέμου και το Βασιλικό Ναυαρχείο προέβησαν στην επιλογή των Διοικητών χωρίς μεταξύ τους πρότερη συνεννόηση, ενώ ελαχίστη προσπάθεια κατεβλήθη, γενικώς, από αμφότερα τα μέρη, για τον εναρμονισμό στρατηγικών και επιχειρήσεων. Τέλος, διαρκούσης της εκστρατείας κατέστη ορατή η τάση τόσο του Ναυαρχείου όσο και του Στρατιωτικού Επιτελείου στο Λονδίνο, να προβαίνουν στη λήψη αποφάσεων σε επιχειρησιακό αλλά και τακτικό, ακόμη, επίπεδο, ως μη έδει (καθώς τέτοιες αποφάσεις θα έπρεπε να επαφίενται στην κρίση των επί του εδάφους επιχειρούντων δοικητών)[27]. Μετά ταύτα, περιττό να λεχθεί ότι αναλόγως ελλιπές ήταν το επίπεδο επικοινωνίας και συντονισμού μεταξύ των προαναφερθέντων κλάδων και της Βασιλικής Αεροπορίας.

Εξ άλλου, μία από τις αρχές του βρετανικού διακλαδικού δόγματος, που απηχεί άλλωστε δοκιμασμένες παραδοσιακές πρακτικές, είναι ότι, σε περίπτωση διεξαγωγής κοινών, συνδυαστικών επιχειρήσεων, ο αρχαιότερος αξιωματικός-διοικητής, ασχέτως κλάδου και όπλου προελεύσεως, είναι εκείνος ο οποίος οφείλει να αναλάβει το γενικό πρόσταγμα όλων των διαθεσίμων δυνάμεων (επίσης, ανεξαρτήτως κλάδου και όπλου). Εν τούτοις, και αυτή η (αρκετά λυσιτελής) συνταγή αγνοήθηκε στην περίπτωση της Νορβηγίας. Έτσι, αντί μιας και ενιαίας διοικήσεως, τα χερσαία στρατεύματα και οι ναυτικές και αεροπορικές μονάδες αφέθησαν να λαμβάνουν εντολές τόσον από πολλούς διαφορετικούς διοικητές επί τόπου, όσον και από πολλά και διάφορα κέντρα αποφάσεων στο Λονδίνο, τα οποία, μάλιστα, ενίοτε είχαν διαφορετικές, έως διαμετρικά αντίθετες μεταξύ τους, προσεγγίσεις περί του πρακτέου.

Επί παραδείγματι, ο Ναύαρχος Λόρδος Cork, επιχειρώντας υπό τις διαταγές του Ναυαρχείου (το οποίο –ευλόγως– ζητούσε ανάληψη αμέσου και επιθετικής ενεργείας, για να εκδιώξει τους Γερμανούς από τον ζωτικής σημασίας λιμένα του Νάρβικ και να διασφαλίσει τα κοιτάσματα σιδηρομεταλλευμάτων), ήθελε να αποβιβάσει τις χερσαίες δυνάμεις κατ’ ευθείαν εκεί. Αντιθέτως, ο προερχόμενος από τον στρατό ξηράς ομόλογός του, Στρατηγός Mackesy, τελών υπό τας διαταγάς του Γενικού Επιτελείου Στρατού, ήθελε να αποφύγει μιαν απόβαση των ανδρών του στο «δόκανο» των γερμανικών στρατευμάτων –προτιμώντας, αντ’ αυτής, την διενέργεια μιας ασφαλούς αποβάσεως στην κωμόπολη του Harstad, στο στόμιο του φιόρδ του Νάρβικ– και εκτιμώντας ότι αφού πρώτα συγκέντρωνε και ανέπτυσσε τις δυνάμεις του εκεί, θα μπορούσε, εν συνεχεία, ορμώμενος από ασφαλούς αφετηρίας, να προελάσει με αργό ρυθμό και να καταλάβει το Νάρβικ[28]. Σημειωτέον ότι οι Συμμαχικές Δυνάμεις θα διέθεταν, σύμφωνα με τους υπολογισμούς του σχεδίου, ένα διόλου ευκαταφρόνητο αριθμητικό πλεονέκτημα της τάξεως του 5:1 έναντι των Γερμανών καθώς και ένα τεράστιο πλεονέκτημα, όσον αφορά στην δύναμη πυρός που θα τους παρέσχε το Βρετανικό Βασιλικό Ναυτικό.

To Γερμανικό «Brummer» έλαβε μέρος κατα την εισβολή της Νορβηγίας και τορπιλίστηκε απο το Βρετανικό υποβρύχιο «Sterlet» στη Γιουτλάνδη στις 14.4.1940, βυθίζοντας το την επόμενη μέρα. (kbismarck.com)

Στην πρόδηλη επιθυμία της ηγεσίας του στρατού ξηράς να αποφύγει, ει δυνατόν, την έκθεση των μονάδων σε κίνδυνο κατά την απόβαση, ο ιστορικός ασφαλώς θα διαγνώσει το περιλάλητο «Σύνδρομο της Καλλιπόλεως», το οποίο ταλάνιζε την βρετανική στρατιωτική ελίτ του Μεσοπολέμου (όχι αδικαιολογήτως, φυσικά, υπό το βάρος της φρικτής εκείνης εμπειρίας της ολοσχερούς καταστροφής του Συμμαχικού Αποβατικού Σώματος των Δαρδανελλίων, κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο). Ασχέτως, όμως, των όποιων αιτίων της βρετανικής στάσεως, γεγονός παραμένει ότι η διαφωνία μεταξύ των ηγητόρων και, συνακολούθως, η τελική απόφαση αργής προελάσεως προς τον στόχο (σε έκταση 50 μιλίων και σε άξενο έδαφος) εξυπηρέτησαν, εξ αντικειμένου, θαυμάσια την γερμανική άμυνα. Η ολιγάριθμη αλλά ικανή γερμανική δύναμη η ενεργούσα επί του εδάφους επέτυχε, κατά τρόπον υποδειγματικό, να προκαλέσει την μεγίστη δυνατή καθυστέρηση της βρετανικής προελάσεως: έξι (6) εβδομάδες –διάστημα εντυπωσιακά μακρό σε τέτοιες επιχειρήσεις. Δεν στερείται δε ειρωνείας το ότι οι Βρετανοί κατόρθωσαν, επιτέλους, να καταλάβουν το Νάρβικ, για να το εκκενώσουν μόλις λίγες ημέρες αργότερα –όταν, πλέον, το σύνολο των Συμμαχικών Δυνάμεων διετάχθη να απαγκιστρωθεί από την Νορβηγία.

Καθ’ όσον αφορά, εξ άλλου, στον ρόλο των ιδίων των Νορβηγών, το έλλειμμα επικοινωνίας και συντονισμού μεταξύ αυτών και των Αγγλογάλλων συνετέλεσε, επίσης ουσιωδώς στην προκληθείσα σύγχυση και ασυνεννοησία. Όταν οι βρετανικές δυνάμεις αποβιβάσθηκαν εις Namsos και Andalsnes, ο Νορβηγός Αρχιστράτηγος Ruge επέμεινε όπως τεθούν όλες οι ξένες δυνάμεις που επιχειρούσαν στο θέατρο της χώρας του υπό τις διαταγές του. Η αξίωση αυτή ήταν μεν εύλογη και θεμιτή, ίσως δε και πολιτικώς επιβεβλημένη, πλην όμως προσέκρουε στο πραγματικό γεγονός της παντελούς απουσίας ενός διακλαδικού συστήματος επικοινωνιών, διοικήσεως και ελέγχου μεταξύ των ιδίων των Νορβηγών, πόσω μάλλον δε μεταξύ αυτών και των Βρετανών. Παρά ταύτα, ο Διοικητής των βρετανικών δυνάμεων που αποβιβάσθηκαν στο Andalsnes, Στρατηγός Morgan, προέβη σε μία χειρονομία φιλοφροσύνης, θέτοντας στις 19 Απριλίου 1940 μέρος των μονάδων του υπό την διοίκηση του Ruge και αποστέλλοντας το πρώτο αφιχθέν βρετανικό τάγμα να πολεμήσει μαζί με τους Νορβηγούς στο Lillehammer, βαθειά εντός της κεντρικής Νορβηγίας[29]. Εν τούτοις, στις 22 Απριλίου, το Υπουργείο Πολέμου της Μεγάλης Βρετανίας μετέβαλε γραμμή πλεύσεως και απέστειλε διαταγή προς τον Διοικητή των βρετανικών στρατευμάτων εις Namsos, Υποστράτηγο Paget, δυνάμει της οποίας, εφ’ εξής, ο τελευταίος θα έπρεπε μεν να συντονίζει τις επιχειρήσεις του με τον Νορβηγό Στρατηγό Ruge, αλλ’ οι άνδρες του δε θα ετίθεντο υπό νορβηγική διοίκηση[30].

Σε κάθε περίπτωση, πάντως, εξ αιτίας του ότι δεν είχε ληφθεί μέριμνα για ορισμό αξιωματικών-συνδέσμων ούτε κλιμακίων επικοινωνίας μεταξύ των Συμμάχων, η πληροφόρηση των Βρετανών για τις θέσεις και την κατάσταση των Νορβηγών σε πραγματικό χρόνο ήταν πενιχρή. Κατά τις μάχες της κεντρικής Νορβηγίας, οι βρετανικές και νορβηγικές μονάδες εφάνησαν παντελώς ανίκανες να αποκαταστήσουν ένα στοιχειώδες, έστω, επίπεδο συντονισμού.

Επιτυχής διακλαδικότητα στους τομείς διοικήσεως-ελέγχου από γερμανικής πλευράς

Από πλευράς τους, οι Γερμανοί είχαν αρχικώς συστήσει ένα κυριολεκτικώς μικρό, ευέλικτο και διακλαδικό επιτελικό σχήμα για την σχεδίαση της Επιχειρήσεως “Weserübung”: την αποκληθείσα «Ομάδα Κράνκε» (“Gruppe Kranke”), από το όνομα του επικεφαλής της, Πλοιάρχου Kranke. Η Ομάδα του Πλοιάρχου Kranke εργάσθηκε κατά τρόπον υποδειγματικό και κατήρτισε ένα λίαν αξιόλογο σχέδιο, το οποίο προέβλεπε την δημιουργία ενός ενιαίου θεάτρου διοικήσεως με ένα κοινό, μεικτό επιτελείο για τις ανάγκες της Νορβηγικής Εκστρατείας.

Η Γερμανική Ανωτάτη Στρατιωτική Διοίκηση (Oberkommando der Wehrmacht: OKW) εφάνη, κατ’ αρχάς, σύμφωνη. Εν τούτοις, όταν το εν λόγω σχέδιο ετέθη υπ’ όψιν του Στρατάρχου του Ράϊχ (Reichsmarschall) και Υπουργού Αεροπορίας Hermann Goering. O (γνωστός για το εκρηκτικό ταμπεραμέντο του) Γκαίριγκ αρνήθηκε διαρρήδην να επιτρέψει οτιδήποτε θα έθετε μονάδες της Luftwaffe (προς την οποία έτρεφε, ως γνωστόν, παροιμιώδη «αδυναμία») υπό τις διαταγές ενός αξιωματικού προερχομένου από άλλον κλάδο, ενώ δεν απουσίασαν και παρεμφερείς ενστάσεις από την ηγεσία των λοιπών κλάδων[31]. Μετά ταύτα, αποφασίσθηκε ότι οι διοικητές των μονάδων που θα συμμετείχαν στην Νορβηγική Εκστρατεία θα ενεργούσαν και θα ελάμβαναν διαταγές εντός του πλαισίου της δικής γραμμής διοικήσεως και ιεραρχίας, ενώ για τον συντονισμό της όλης επιχειρήσεως στο ύπατο επίπεδο θα μεριμνούσε η Ανωτάτη Στρατιωτική Διοίκηση (OKW).

Το Γερμανικό Lutzow βυθισμένο στο λιμάνι του Κίελου μετά απο τορπιλισμό του από το Βρετανικό υποβρύχιο Spearfish. (wikipedia)

Παρά ταύτα, η εξέλιξη αυτή δεν απεδείχθη τόσον αρνητική όσον θα υπέθετε κανείς εκ πρώτης όψεως. Κατ’ αρχάς, και παρά τον ηχηρό τίτλο της, η Γερμανική Ανωτάτη Στρατιωτική Διοίκηση, τελούσα μετά τις τελευταίες εκκαθαρίσεις της προπολεμικής περιόδου υπό την διοίκηση του Στρατηγού Keitel, δεν αποτελούσε, στην πραγματικότητα τον υπερμεγέθη γραφειοκρατικό οργανισμό που θα ενόμιζε κάποιος, κρίνοντας από μεικτά γενικά επιτελεία της σύγχρονης εποχής, αλλ’ ήταν μάλλον ένα σχετικά μικρό, προσωπικό στρατιωτικό επιτελείο του Χίτλερ, ως «Φύρερ και Αρχιστρατήγου». Περαιτέρω, και εν αντιθέσει προς την εικόνα που συχνά έχομε περί ενός αυστηρώς συγκεντρωτικού (έως μονολιθικού) γερμανικού συστήματος εξουσίας της εποχής, πολλά πράγματα (λειτουργίες και ρόλοι) δεν ήσαν γραφειοκρατικώς θεσμοθετημένα, αλλά, οσάκις ανέκυπταν ζητήματα, αυτά αντιμετωπίζονταν από ad hoc οριζόμενες ομάδες εργασίας. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την αξιοπρόσεκτα καλή προσωπική σχέση που υφίστατο μεταξύ των αξιωματικών των τριών κλάδων της Βέρμαχτ (σε πρόδηλη αντίθεση προς ό,τι ίσχυε, φερ’ειπείν, μεταξύ των Βρετανών ή Γάλλων συναδέλφων τους), ιδιαιτέρως μάλιστα στις νεώτερες ηλικίες, συνέβαλε αποφασιστικά τόσο στη συγκρότηση μιας γραμμής διοικήσεως πολύ απλούστερης της βρετανικής –με έναν και μόνον διοικητή των χερσαίων, ναυτικών και αεροπορικών δυνάμεων των διατιθεμένων για την επιχείρηση– όσο και στην καλή επικοινωνία μεταξύ των ηγητόρων των επιμέρους μονάδων.

Ως επιχειρησιακά στρατηγεία ορίσθηκαν: για τις μεν χερσαίες δυνάμεις το Στρατηγείο του ΧΧΙ Σώματος Στρατού, για τις μονάδες της Λουφτβάφφε δε το Χ Αεροπορικό Σώμα. Κατά τις πρώτες εβδομάδες της Νορβηγικής Εκστρατείας, η έδρα των προαναφερθέντων στρατηγείων παρέμεινε επί γερμανικού εδάφους –για να μεταφερθεί, μετ’ ου πολύ, στα πρόσω. Ειρήσθω εν παρόδω ότι ακόμη και το γεγονός ότι αμφότερα τα στρατηγεία έδρευαν στο Αμβούργο συνέβαλαν στην εγκαθίδρυση αρίστης επικοινωνίας μεταξύ των ανωτέρων και μεσαίων κλιμακίων των κλάδων. Είναι λίαν χαρακτηριστικόν το γεγονός ότι, καθ’ όλην την εξέλιξη της Νορβηγικής Εκστρατείας, η ροή πληροφοριών μεταξύ των κλάδων υπήρξε υποδειγματική –εν αντιθέσει προς ό,τι συνέβη στη βρετανική πλευρά, όπου συχνά εδίδετο η εντύπωση ότι ο ένας κλάδος έπραττε ωσάν να ήθελε περίπου να «αποκρύψει» από τον άλλον τα δεδομένα και τις εκτιμήσεις που έφθαναν από την ιδικήν του Υπηρεσία Πληροφοριών. Όσον αφορά, τέλος, στο Γερμανικό Πολεμικό Ναυτικό, αυτό συμμετέσχε με το σύνολον των δυνάμεών του στην επιχείρηση. Το (οπωσδήποτε αξιοπρόσεκτο) γεγονός ότι οι Γερμανοί ανέθεσαν τη διεύθυνση της προαναφερθείσης μεικτής επιτελικής Ομάδος Σχεδιασμού σε αξιωματικό της Kriegsmarine (Πλοίαρχος Kranke) μαρτυρεί, ενδεχομένως, την εκτίμησή τους ότι το σπουδαιότερο πρόβλημα που θα είχαν να αντιμετωπίσουν κατά την εκτέλεση της επιχειρήσεως όφειλε να αναμένεται από την πλευρά του Royal Navy.

Επιπροσθέτως, είναι άξιον μνείας ότι κατά τη Νορβηγική Εκστρατεία εμφανίσθηκε για πρώτη φορά σε στρατιωτική επιχείρηση ο θεσμός ο οποίος, επί των ημερών μας, έχει καταστεί γνωστός στους ειδήμονες ως “JFACC” (Joint Forces Air Component Commander). Το 10ο Αεροπορικό Σώμα, υπό τη διοίκηση του Πτεράρχου Hans Geisler, είχε υπό τις διαταγές του το σύνολον των αεροπορικών μονάδων που είχαν ανάμειξη στις επιχειρήσεις, αδιακρίτως. Εν προκειμένω, αναδεικνύεται μία επίσης καίρια ποιοτική διαφορά προς την RAF: Εν αντιθέσει προς την Βασιλική Αεροπορία, η οποία ήταν οργανωμένη βάσει ρόλων και λειτουργιών (Διοίκηση Βομβαρδιστικών, Διοίκηση Μαχητικών, Παράκτια Διοίκηση κ.λπ.), η Luftwaffe είχε οργανωθεί σε Αεροπορικές Μεραρχίες (αντίστοιχες των συγχρόνων Πτερύγων Μάχης), Αεροπορικά Σώματα (κατά το πρότυπο των Σωμάτων Στρατού, συγκείμενα εκ δύο ή περισσοτέρων Μεραρχιών) και Αεροπορικούς Στόλους (κατά το πρότυπο των Στρατιών, απαρτιζομένους εκ δύο ή περισσοτέρων Σωμάτων). Τα Αεροπορικά Σώματα αποτελούσαν μείζονες μεικτούς σχηματισμούς που μπορούσαν να δρουν αυτοτελώς, διαθέτοντας μονάδες διώξεως, βομβαρδισμού, κρούσεως, αναγνωρίσεως καθώς και μονάδες υποστηρίξεως και αντιαεροπορικής αμύνης.

Αναντιρρήτως, κάθε μέθοδος παρουσιάζει τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματά της. Για τις ανάγκες, πάντως, ενός θεάτρου επιχειρήσεων, όπως η Σκανδιναβική Χερσόνησος, και μιας επιχειρήσεως, όπως η Νορβηγική Εκστρατεία, το γερμανικό σύστημα απεδείχθη καταφανώς ανώτερο. Οι εμπλεκόμενες βρετανικές αεροπορικές μονάδες όφειλαν να αναφέρουν στη Διοίκηση Βομβαρδιστικών ή στη Διοίκηση Παρακτίου Αμύνης –αναλόγως του πού υπήγοντο– και οι Διοικήσεις, με την σειρά τους, στο Γενικό Επιτελείο Αεροπορίας, το οποίο, εν συνεχεία, διοχέτευε την πληροφόρηση που έκρινε σκόπιμη στους λοιπούς κλάδους. Τα αυτά ίσχυαν και για την Αεροπορική Υπηρεσία του Βασιλικού Ναυτικού, η οποία ανέφερε στο Ναυαρχείο. Η Επικοινωνία μεταξύ Διοικήσεως Βομβαρδισμού και Παρακτίου Διοικήσεως της RAF αφ’ ενός, και Αεροπορικής Υπηρεσίας του Royal Navy αφ’ ετέρου, και χρονοβόρα υπήρξε και όχι πάντοτε ομαλή. Απ’ εναντίας, όλες οι επιχειρούσες γερμανικές αεροπορικές μονάδες ανέφεραν, απ’ ευθείας, σε ένα και μόνον κεντρικό στρατηγείο, το οποίο τελούσε υπό τας διαταγάς ενός και του αυτού διοικητού.

Περαιτέρω, δε στερείται σημασίας η επισήμανση ότι τα όποια ζητήματα ανεφύησαν στην γερμανική πλευρά, αντιμετωπίσθηκαν αμέσως –από στρατιωτικούς ηγήτορες που έδειχναν να μη φοβούνται τον νεωτερισμό και την hic et nunc τροποποίηση των υφισταμένων δομών και σχεδίων, αναλόγως των διαρκώς μεταβαλλομένων συνθηκών, αναγκών και δεδομένων επί του εδάφους. Παραδείγματος χάριν, οι Γερμανοί ταχέως αντελήφθησαν ότι, μετά την επιτυχή έναρξη της επιχειρήσεως, η εξακολουθητική και επαρκής διεύθυνση ενός όγκου χιλίων (1000) αεροσκαφών –όσων δηλαδή είχαν διατεθεί για τις ανάγκες της Νορβηγικής Εκστρατείας (το ήμισυ δε των οποίων ήσαν μεταφορικά, οργανωμένα σε δέκα Συγκροτήματα, υπό την διοίκηση του Αντισμηνάρχου Karl August von Gablenz) –συντόμως θα υπερέβαινε τις δυνατότητες του μικρού Στρατηγείου του Χ Αεροπορικού Σώματος. Έτσι, δημιούργησαν εκ των ενόντων, τον 5ο Αεροπορικό Στόλο, ως το επιχειρησιακό στρατηγείο της εκστρατείας, το οποίο και ανέλαβε την ευθύνη για όλες τις Μονάδες Υποστηρίξεως και Α/Α Αμύνης, ενώ όλες οι μάχιμες μονάδες της Luftwaffe εξακολούθησαν να τελούν υπό την διοίκηση του Χ Αεροπορικού Σώματος.

Εν προκειμένω, δέον όπως υπογραμμισθεί ότι σημαντικό μερίδιο στην επιτυχία της επιχειρήσεως, από γερμανικής πλευράς, είχε το επίπεδο της διοικήσεως και ηγεσίας, και δη ο υψηλός επαγγελματισμός, η αταλάντευτη αποφασιστικότητα αλλά και η νεωτεριστική αντίληψη των ηγητόρων –και τούτο ισχύει όχι μόνον για τις μονάδες κρούσεως αλλά και για τις μονάδες υποστηρίξεως. Τα Σμήνη Μεταφορών της Luftwaffe, φερ’ ειπείν, είχαν, σε ουκ ολίγες περιπτώσεις, ανεκτίμητη συμβολή στην επιτυχία της επιχειρήσεως. Ενδεικτικώς αναφέρουμε το εξής περιστατικό: Στις 9 Απριλίου 1940, η δύναμη Γερμανών Αλεξιπτωτιστών που εστάλη να καταλάβει το Αεροδρόμιο Fornebu στο Όσλο υποχρεώθηκε να επιστρέψει, εξ αιτίας πυκνής ομίχλης που ενέσκηψε. Ωστόσο, μία Μοίρα Messerschmitt “Me 110”, αψηφώντας την διαταγή ανακλήσεως, πραγματοποίησε επιτυχή προσγείωση, κατέλαβε και διασφάλισε το αεροδρόμιο, καλώντας εν συνεχεία την έλευση του δευτέρου κύματος αερομεταφοράς, προς αποβίβασιν Αερομεταφερομένου Πεζικού και διασφάλισιν της περιοχής. Πράγματι, ο Μοίραρχος διεβίβασε την είδηση καταλήψεως του αεροδρομίου στο Στρατηγείο του Χ Αεροπορικού Σώματος, μέσω ραδιοασυρμάτου, και ο προαναφερθείς Διοικητής Μεταφορών, Αντισμήναρχος Κάρολος Αύγουστος von Gablenz, ενήργησε αμέσως τα δέοντα για την αποστολή ενισχύσεων[32]. Η νορβηγική πρωτεύουσα έπεσε το απόγευμα της ιδίας ημέρας –εις πείσμα των λίαν αντιξόων καιρικών συνθηκών και χάρις στην επάρκεια και αποτελεσματικότητα των Μονάδων Υποστηρίξεως της Luftwaffe αλλά και στην εξαιρετική τόλμη και αποφασιστικότητα που επέδειξαν οι διοικητές τους.

Γερμανοί στρατιώτες κινούνται καλυπτόμενοι πίσω από ένα άρμα μάχης Panzer Ι. (ww2-weapons.com)

Αλλά και μετέπειτα, όταν ο ανεφοδιασμός της γερμανικής χερσαίας δυνάμεως, η οποία είχε καταλάβει το Trondheim, απεκόπη από θαλάσσης, συνεπεία της δράσεως του Βασιλικού Ναυτικού (η Διοίκηση Υποβρυχίων του οποίου επρόκειτο να αποβεί στον πλέον επικίνδυνο αντίπαλο των γερμανικών μονάδων), ο von Gablenz ήταν εις θέσιν να αποστείλει, από αέρος, το μεγαλύτερο μέρος της 181ης Μεραρχίας Πεζικού, μετά του οπλισμού της, παρέχοντας στην γερμανική δύναμη επί του εδάφους την δυνατότητα να διενεργήσει αντεπίθεση κατά των βρετανικών μονάδων που είχαν αποβιβασθεί εις Νamsos και Andalsnes[33].

Εκτιμήσεις και συμπεράσματα

Επί τη βάσει των δεδομένων και λόγων που εξετέθησαν ανωτέρω, ο γράφων θεωρεί ως δικαιολογημένο τον χαρακτηρισμό της γερμανικής εκστρατείας στη Νορβηγία ως «επαναστάσεως στις στρατιωτικές υποθέσεις». Καταλαμβάνοντας τη Νορβηγία, ο ένας εκ των εμπολέμων (η Γερμανία) επέτυχε κάτι το όντως εντυπωσιακό: την μεταβολή των δεδομένων της Γεωγραφίας σε μιαν περιοχή στρατηγικής αξίας ζωτικής για τον ίδιον (Βόρειος Θάλασσα). Και, παρά την (αρνητική για την Γερμανία) τελική έκβαση του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, η περίπτωση της Νορβηγικής Εκστρατείας αποτελεί, παγκοσμίως, τυπικό παράδειγμα αριστοτεχνικής στρατηγικής βασιζόμενης στον μετασχηματισμό της γεωγραφίας. Στην εξέλιξη αυτή συνέβαλε καίρια η αεροπορική υπεροχή της Γερμανίας, που μεταφράσθηκε, εν τοις πράγμασιν, σε θαλάσσια κυριαρχία, παρέχοντας στους Γερμανούς την δυνατότητα να «παρακάμψουν» από αέρος την μέχρι τότε θεωρούμενη ως αδιαπέραστη νοερή υδάτινη «Γραμμή Maginot» του Royal Navy στη Βόρειο Θάλασσα.

Γερμανικές ενισχύσεις πεζικού έξω από το λιμάνι του Όσλο. Απρίλιος 1940. (Wikipedia)

Περαιτέρω, η εκστρατεία απετέλεσε μία κοινή, συνδυασμένη αμφίβια επιχείρηση στεφθείσα υπό πλήρους επιτυχίας, ου μην αλλά και την πρώτη σύγχρονη διακλαδική επιχείρηση μεγάλης κλίμακος, διαρκούσης της οποίας, μάλιστα, άπαντες οι κλάδοι των ενόπλων δυνάμεων διαδραμάτισαν μείζονες ρόλους. Ωσαύτως σπουδαίο ρόλο διαδραμάτισαν οι κατακτήσεις της σύγχρονης τεχνολογίας και ο βαθμός εξοικειώσεως των εμπολέμων με αυτές[35]. Συνάμα η εκστρατεία ανέδειξε την επάρκεια, ταχύτητα και αξιοπιστία των συστημάτων διοικήσεως, ελέγχου και επικοινωνιών ως κρισίμους παράγοντες της στρατιωτικής στρατηγικής. Η συλλογή δεδομένων και πληροφοριών, σε στρατηγικό, επιχειρησιακό και τακτικό επίπεδο, η εκτίμηση/ανάλυση και η διαβίβασή τους –παράγοντες αυτοδήλως σημαντικοί αφ’ εαυτών σε οιανδήποτε στρατιωτική επιχείρηση– προσλαμβάνουν ασυγκρίτως πιο βαρύνουσα σημασία στην περίπτωση μιας διακλαδικής επιχειρήσεως.

Υπό το φως των ανωτέρω αναλυθέντων δύναται να εξαχθεί ως δίδαγμα από την μελέτη της Νορβηγικής Εκστρατείας ότι σε μία αναμέτρηση μεταξύ ίσων, εν πολλοίς, δρώντων –κατά την έναρξη της οποίας ουδείς εκ των δύο αντιπάλων φαίνεται συντριπτικώς υπερέχων έναντι του άλλου– η ευφυής στρατηγική, η επιτυχώς εφαρμοσμένη διακλαδικότητα, η επιχειρησιακή, τακτική και τεχνολογική καινοτομία, η επάρκεια, αξιοπιστία και ταχύτητα του συστήματος επικοινωνιών και πληροφοριών αλλά και η κατάλληλη, αποτελεσματική και, οσάκις τούτο απαιτείται εκ των περιστάσεων, τολμηρή ηγεσία κρίνουν την νίκη (ή την ήττα). Ιδιαιτέρως ως προς το τελευταίο σημείο, είναι άξιον μνείας ότι ο Μέγας Ναύαρχος Erich Raeder ομολόγησε ευθέως ότι η γερμανική εκστρατεία στην Νορβηγία ήταν επιχείρηση «περιπετειώδης σε ακραίο βαθμό και αντίθετη προς όλες τις αρχές της θεωρίας του πολέμου, αφ’ ης στιγμής εξετελέσθη κάτω από τα δόντια της αγγλικής κυριαρχίας των θαλασσών»[36].

Κατά τη συμβατική αντίληψη, η γερμανική εκστρατεία στη Βόρειο Θάλασσα δε θα έπρεπε να έχει καν εκπονηθεί ως σχέδιο, πόσο μάλλον να έχει εκτελεσθεί –όπως άλλωστε και η επίθεση του Μεγάλου Αλεξάνδρου στον Γρανικό ποταμό ή η μεγάλη Ελληνική Επανάσταση του 1821.

Το παρόν άρθρο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Στρατιωτική Επιθεώρηση»  Mαϊ-Αυγ 2013 και αναδημοσιεύεται μετά από έγκρισή της ΓΕΣ/ΔΕΝΔΗΣ/5

[1] Για μια εμπεριστατωμένη παρουσίαση της Νορβηγικής εκστρατείας παράβαλε: H.-M. Ottmer, Weserübung: Der deutsche Angriff auf Dänemark und Norwegen im April 1940, München 1994. Επίσης, W. Hubatsch, Weserübung: Die deutsche Besetzung von Dänemark und Norwegen 1940, Göttingen 1960. Για τις γερμανικές αεροπορικές επιχειρήσεις παράβαλε: A. Claasen, Hitler’s Northern War: the Luftwaffe’s Ill-Fated Campaign 1940-1945, Lawrence 2001. Για τις βρετανικές στρατιωτικές επιχειρήσεις παράβαλε: T.K. Derry, The Campaign in Norway 1952. Επίσης, J.R.M. Butler, Grand Strategy, September 1939-June 1941, Vol. 2, London 1957. Επίσης, S.W. Roskill, The War at Sea, Vol. 1, London 1954.
[2]Σημαίνει: «άσκηση στον Βέζερ», ποταμός της ΒΔ. Γερμανίας, το στόμιο του οποίου κείται στην κάτω Σαξονία και οι εκβολές του στην Βόρειο Θάλασσα.
[3]“Wehrmacht” (Βέρμαχτ, κατά λέξιν: «Αμυντική Ισχύς»): η ονομασία των Ενόπλων Δυνάμεων της Γερμανίας την περίοδο του λεγομένου «Τρίτου Ράϊχ», ήτοι επί εποχής Αδόλφου Χίτλερ (1933-45). “Luftwaffe” (Λουφτβάφφε, κατά λέξιν: «Αεροπορικό Όπλο»): η διαχρονική ονομασία της Γερμανικής Πολεμικής Αεροπορίας, μέχρι των ημερών μας. “Kriegsmarine” (Κρηκσμαρίνε, κατά λέξιν: «Πολεμικό Ναυτικό»): η ονομασία του Πολεμικού Ναυτικού του Τρίτου Γερμανικού Ράϊχ. Κατά την αμέσως προηγουμένη ιστορική περίοδο, την εποχή της μεσοπολεμικής γερμανικής «Δημοκρατίας της Βαϊμάρης» (1918-33) και μετά την ήττα του 1918 και την αναγκαστική εκθρόνιση του Κάϊζερ Γουλιέλμου Β΄, ονομαζόταν “Reichsmarine” (Ράϊχσμαρίνε, κατά λέξιν: «Ναυτικό του Ράϊχ»), ενώ ακόμη παλαιότερα, την εποχή του «Δευτέρου Ράϊχ» ή της «Αυτοκρατορίας των Γουλιέλμων» (1871-1918), ονομαζόταν “Kaiserliche Marine” (Κάϊζερλιχε Μαρίνε, κατά λέξιν: «Αυτοκρατορικό Ναυτικό»). Μεταπολεμικώς, τέλος, το Πολεμικό Ναυτικό της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας ονομάσθηκε “Bundesmarine” (Μπούντεσμαρίνε, κατά λέξιν: «Ομοσπονδιακό Ναυτικό»).
[4]Πρβλ. βιβλιογραφία ο.π.
[5]E.R. Hooten, Phoenix Triumphant, London 1994, 236.
[6]W. Wegener, Die Seestrategie des Weltkrieges, Berlin 1929. Για μιαν αγγλική μετάφραση όρα: W. Wegener, The Naval Strategy of the World War, ed. and trans. H. Herwig, Annapolis 1989.
[7]Για την επίδραση, την οποίαν άσκησαν οι θέσεις του Ναυάρχου Βέγγενερ επί της γερμανικής στρατηγικής σκέψεως και σχεδιάσεως πρβλ. C.-A. Gemzell, Organization, Conflict, Innovation: A Study of German Naval Strategic Planning 1888-1940, Lund 1971, 373-390.
[8]Συναφώς όρα, Η. Ηλιόπουλος, Ιστορία, Γεωγραφία και Στρατηγική της Ναυτικής Ισχύος. Εισαγωγή στις θεμελιώδεις έννοιες, Αθήνα 2010, 111-114.
[9]Όρα Ηλιόπουλος ο.π. καθώς και 80-85.
[10]Για την στρατηγική σκέψη του Wegener, αλλά και για την παροιμιώδη αντιπαλότητα μεταξύ αυτού και του Raeder, όρα K.P. Hansen, “Raeder versus Wegener: conflict in German naval strategy”, Naval War College Review 58, 4 (2005), 81-108.
[11]Hutten, ο.π., 226.
[12]Πρβλ. J.L. Moulton, The Norwegian Campaign of 1940: A Study of Warfare in Three Dimensions, London 1966, 106.
[13]Πρβλ. J. Rohwer, “Radio Intelligence in the Battle of the Atlantic”, στο W. Hitchcock (ed.), The Intelligence Revolution: A Historical Perspective, Washington 1991, 77-110, εν προκειμένω ιδιαιτέρως 79.
[14]Πρβλ. Rohwer, ό.π., 79, και Claasen, ό.π., 85 και εξής.
[15]Πρβλ. M. Middlebrook – C. Everitt (eds.), The Bomber Command War Diaries, London 1985, 24-32.
[16]Πρβλ. Roskill, ό.π., 158 και Moulton, ό.π., 100 και εξής.
[17]Πρβλ. Α. Horne, To Lose a Battle: France 1940, London 1979, 204.
[18]Πρβλ. F. H. Hinsley, British Intelligence in the Second World War: its Influence on Strategy and Operations, Vol. 1, London 1979, 140.
[19]Oberst Dürr, “Die Luftnachrichten-Truppe im Norwegen Feldzug”, Study for the Luftwaffe Generalstab, Abt. 8, 21 Aug. 1944, στο NARA T-971, Roll 3.
[20] Πρβλ. C. Goulter, A Forgotten Offensive, London 1995, 115 και εξής.
[21]Πρβλ. Moulton, ό.π., 69 και εξής.
[22]Πρβλ. Moulton, ό.π., 71 και εξής.
[23]Πρβλ. [χ.ό.], “Handstreich aus der Luft” και “Sturm der Motoren”, στο Der Adler 2 (1939), 10.
[24]Πρβλ. H. Thomas, The Spanish Civil War, New York 1961, 244.
[25]Πρβλ. Butler, ό.π., 129 και εξής.
[26]Πρβλ. Butler, ό.π., 129 και εξής. Επίσης, Roskill, ό.π., 134 και εξής.
[27]Πρβλ. T. K. Derry, “British Plans and Operations”, στο K. Rommetweit (ed.), Narvik 1940, Oslo 1991, 63-84.
[28]Πρβλ. Roskill, ό.π., 141, και Butler, ό.π., 133.
[29]Πρβλ. Moulton, ό.π., 174 και εξής.
[30]Πρβλ. “Expeditionary Force Instruction No. 1” from HQ 5th Corps, 22 April 1940, para 8, στο Derry, ό.π., 256 και εξής.
[31]Πρβλ. General Speidel (Hrsg.), “Der Feldzug in Norwegen”, στο USAF HRA Doc. K113.305, 9.
[32]Πρβλ. J. Vasco, J. – P. Cornwell, Zerstörer: The Messerschmitt 110 and its Units in 1940, Norfolk 1995, 11-15.
[33]Πρβλ. Vasco – Cornwell, ό.π. 228.
[34]Ηλιόπουλος, ό.π., 114.
[35]Για την γερμανική ναυτική στρατηγική και την τεχνολογική διάστασή της πρβλ. W. Rahn, “German Naval Strategy and Armament, 1919-39”, στο P.P. O’Brien (ed.), Technology and Naval Combat in the Twentieth Century and Beyond, London 2001, 117.
[36]Πρβλ. Hansen, ο.π.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Butler, J.R.M., Grand Strategy, Vol. 2, September 1939 – June 1941, HMSO, London 1957.
  • Claasen, A., Hitler’s Northern War: the Luftwaffe’s Ill-Fated Campaign 1940-1945, University Press of Kansas, Lawrence 2001.
  • Der Adler, Heft 2, 1939.
  • Derry, T.K., The Campaign in Norway, HMSO, London 1952.
  • Derry, T.K., “British Plans and Operations”, στο Rommetweit, K. (ed.), Narvik 1940, Institut for Forvarsstudier, Oslo 1991.
  • Ηλιόπουλος, Ηλ., Ιστορία, Γεωγραφία και Στρατηγική της Ναυτικής Ισχύος, Εκδόσεις Λιβάνης, Αθήνα 2010.
  • Gemzell, C.-A., Organization, Conflict, Innovation: A Study of German Naval Strategic Planning 1888-1940, Esselte Studium, Lund 1971.
  • General Speidel (Hrsg.), “Der Feldzug in Norwegen”, στο USAF HRA Doc. K113.305.
  • Goulter, C., A Forgotten Offensive, Frank Cass, London 1995.
  • Hansen, K.P., “Raeder versus Wegener: conflict in German naval strategy”, Naval War College Review 58, 4 (2005). 81-108.
  • Hinsley, F.H., British Intelligence in the Second World War: its Influence on Strategy and Operations, Vol. 1, HMSO, London 1979.
  • Hooten, E.R., Phoenix Triumphant, Arms and Armour, London 1994.
  • Horne, A., To Lose a Battle: France 1940, Penguin Books, London 1979.
  • Hubatsch, W., Weserübung: Die deutsche Besetzung von Dänemark und Norwegen 1940, Musterschmidt, Göttingen 1960.
  • Kinder, H. / Hilgemann, W., dtv-Atlas zur Weltgeschichte, Deutscher Taschenbuch Verlag, 25. Ausgabe, 1991, Bd. II.
  • Mahan, Α.T., Naval Strategy: Naval Strategy: Compared and Contrasted with the Principles and Practice of Military Operations, Little, Brown, Boston 1911.
  • Middlebrook, M. – Everitt, C. (eds.), The Bomber Command War Diaries, Penguin, London 1985.
  • Moulton, J.L., The Norwegian Campaign of 1940: A Study of Warfare in Three Dimensions, Eyre and Spottiswoode, London 1966.
  • Oberst Dürr, “Die Luftnachrichten-Truppe im Norwegen Feldzug”, Study for the Luftwaffe Generalstab, Abt. 8, 21 Aug. 1944, στο NARA T-971, Roll 3.
  • Ottmer, H.-M., Weserübung: Der deutsche Angriff auf Dänemark und Norwegen im April 1940, R. Oldenbourg, München 1994.
  • Rahn, W., “German Naval Strategy and Armament, 1919-39”, στο O’Brien, P.P. (ed.), Technology and Naval Combat in the Twentieth Century and Beyond, Franc Cass, London 2001.
  • Rohwer, J., “Radio Intelligence in the Battle of the Atlantic”, στο Hitchcock, W. (ed.), The Intelligence Revolution: A Historical Perspective, Office of Air Force History Washington 1991.
  • Roskill, S.W., The War at Sea, Vol. 1, HMSO, London 1954.
  • Sprout, M., «Μάχαν», στο Earle, E.M. (επιμ.), Δημιουργοί της νέας στρατηγικής. Η στρατιωτική σκέψις από Μακιαβέλλι μέχρι Χίτλερ. Γενικό Επιτελείο Στρατού, Αθήνα 1962, 525-565.
  • Thomas, H., The Spanish Civil War, Harper and Row, New York 1961.
  • Vasco, J. – Cornwell, P., Zerstörer: The Messerschmitt 110 and its Units in 1940, Norfolk, JAC Publications, VA 1995.
  • Wegener, W., Die Seestrategie des Weltkrieges, E. S. Mittler & Sohn, Berlin 1929. Για μιαν αγγλική μετάφραση όρα: Wegener, W., The Naval Strategy of the World War, ed. and trans. Herwig, H., US Naval Institute, Annapolis 1989.

ΔΕΝ επιτρέπονται απαξιωτικοί και υβριστικοί χαρακτηρισμοί εναντίον στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας. Υποβάλλοντας το σχόλιο σου επιβεβαιώνεις ότι έχεις διαβάσει και αποδεχθεί τους όρους χρήσης και σχολιασμού του ιστοτόπου. Η ευθύνη των σχολίων (αστική και ποινική) βαρύνει τους σχολιαστές. Οι απόψεις που εκφράζονται δεν αντιπροσωπεύουν εκείνες της "Προέλασης" και δεν πρέπει να εκλαμβάνονται ως τέτοιες.

Σχολιάστε

Αρέσει σε %d bloggers: