Παρά το γεγονός ότι η Τουρκία έχει συγκεντρώσει χερσαίες δυνάμεις στα συρο-τουρκικά σύνορα, οι ηγέτες της εμφανίζονται απρόθυμοι να αποφασίσουν μια μονομερή στρατιωτική εισβολή στη Συρία και να διεξάγουν εκκαθαριστικές επιχειρήσεις κατά του ΙΚ. (dailymail.co.uk)

Βασίλης Γιαννακόπουλος,
Γεωστρατηγικός αναλυτής

Σχεδόν από την έναρξη της συριακής κρίσης (Φεβρουάριος 2011), η Άγκυρα ήρθε σε ρήξη με το καθεστώς Άσσαντ. Συγκεκριμένα, ενώ πριν την έναρξη της Αραβικής Άνοιξης είχε προσεταιριστεί με το «σιιτικό άξονα» (Ιράν, Συρία, Χεζμπολλάχ, Χαμάς), πραγματοποίησε μια σημαντική στροφή στη μεσανατολική εξωτερική της πολιτική, «φλερτάροντας» ανοικτά με τους Άραβες σουννίτες αντικαθεστωτικούς και φροντίζοντας ταυτόχρονα να διατηρεί άριστες σχέσεις με τη Μουσουλμανική Αδελφότητα. Η Τουρκία είχε τη δυνατότητα να εξοπλίσει, να συμβουλεύσει, να εκπαιδεύσει και γενικότερα να υποστηρίξει με κάθε τρόπο τον Ελεύθερο Συριακό Στρατό (Free Syrian Army – FSA) και οι τουρκικές ένοπλες δυνάμεις διέθεταν την επιχειρησιακή δυνατότητα για τη δημιουργία μιας Buffer Zone κατά μήκος των συρο-τουρκικών συνόρων, με πρόσχημα την ασφάλεια των Σύριων προσφύγων στους καταυλισμούς της νοτιοδυτικής Τουρκίας αλλά και των υπολοίπων προσφύγων στα συριακά εδάφη. Ωστόσο, η υλοποίηση αυτού του σχεδίου απαιτούσε την υποστήριξη της Ουάσιγκτον, του Αραβικού Συνδέσμου και φυσικά προϋπέθετε τη λήψη σχετικής απόφασης από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ. Η Άγκυρα δεν θα ρίσκαρε να κινηθεί μονομερώς, καθότι εγκυμονούσε ο κίνδυνος να έρθει σε πλήρη ρήξη με τη Δαμασκό και να αναγκασθεί να χρησιμοποιήσει τουρκικές δυνάμεις εντός της συριακής επικράτειας. Κάτι τέτοιο όμως θα περιέπλεκε περισσότερο την κατάσταση.[1]

Έκτοτε, η κατάσταση περιφερειακής ασφάλειας επιδεινώθηκε περαιτέρω και επεκτάθηκε, αλλά οι στόχοι της Άγκυρας, δηλαδή η εξουδετέρωση των συμβατικών ή ασύμμετρων απειλών κατά της εθνικής της ασφάλειας, η πτώση του αλαουιτικού καθεστώτος και η δημιουργία ενός συριακού σουννιτικού κράτους χωρίς τη δημιουργία μιας συριακής κουρδικής κρατικής οντότητας, παρέμειναν σταθεροί.
Η Ουάσιγκτον, αντιλαμβανόμενη τη σπουδαιότητα της γεωστρατηγικής θέσης της Τουρκίας και προκειμένου να εφαρμόσει την υψηλή της στρατηγική στην περιοχή, δηλαδή την εξουδετέρωση του Ισλαμικού Κράτους (ΙΚ), την πτώση του Άσσαντ και τη δημιουργία δύο ομόσπονδων κρατών (του Ιράκ και της Συρίας, εντός των οποίων θα περιλαμβάνονται οι αυτόνομες κουρδικές, σουννιτικές και σιιτικές περιοχές), σε αρκετές περιπτώσεις «ανέχεται» τις ιδιόρρυθμές συμπεριφορές και επιδιώξεις της τουρκικής ηγεσίας. Αν μάλιστα επιβεβαιωθεί το δημοσίευμα της 2ας Νοεμβρίου 2014 της Sabah[2] (ήδη, επιβεβαιώθηκε από τους New York Times), περί πιθανής αντικατάστασης των Αμερικανών υπουργών Εξωτερικών και Άμυνας, λόγω της λανθασμένης στρατηγικής που εφάρμοσαν μεταξύ άλλων στην αντιμετώπιση του ΙΚ, αλλά και της τριετούς καθυστέρησης που παρατηρήθηκε στην υιοθέτηση της τουρκικής πρότασης για την υποστήριξη των Σύριων αντικαθεστωτικών, γίνεται αντιληπτό αφενός ότι ο περιφερειακός ρόλος της Τουρκίας αναβαθμίζεται σημαντικά στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολή, αφετέρου δικαιολογείται η ανοχή της Ουάσιγκτον στα κελεύσματα της Άγκυρας. Το ιδιαίτερα ανησυχητικό συμπέρασμα για την ελληνική και κυπριακή πλευρά είναι ότι η αμερικανική ηγεσία προβληματίζεται σε τέτοιο βαθμό από την όξυνση των σχέσεων Ουάσιγκτον-Άγκυρας, που η κυβέρνηση Ομπάμα σκέφτεται να αντικαταστήσει τους δύο σημαντικότερους υπουργούς του.

Αναλύοντας τις μέχρι τώρα σχέσεις συνεργασίας της Τουρκίας και των Ηνωμένων Πολιτειών, σχετικά με την αντιμετώπιση του ΙΚ και γενικότερα με το μελλοντικό status της περιοχής, διαπιστώνουμε ότι οι στρατηγικοί στόχοι της Ουάσιγκτον συνίστανται:
Πρώτον, στην αποφυγή της διεξαγωγής επιθετικών επιχειρήσεων των τζιχαντιστών του ΙΚ κατά της Τουρκίας, προκειμένου να ελαχιστοποιηθεί η πιθανότητα αποσταθεροποίησής της. Ήδη, στις 6 Οκτωβρίου, ο νέος γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ, Jens Stoltenberg, δήλωσε από τη Βαρσοβία: «Το ΝΑΤΟ θα σταθεί δίπλα στην Τουρκία, εάν αυτό κριθεί απαραίτητο για την προστασία της χώρας από επιθέσεις του Ισλαμικού Κράτους».[3]

Δεύτερον, στην ελαχιστοποίηση της χρήσης του τουρκικού εδάφους από τους μαχητές του ΙΚ.[4] Για δεκαετίες, από τα περίπου 900 χλμ συρο-τουρκικά σύνορα διέρχονταν λαθρέμποροι. Σήμερα όμως, τα συρο-τουρκικά σύνορα έχουν καταστεί ιδιαίτερα πορώδη, λόγω της μαζικής διέλευσης από την Τουρκία προς τη Συρία χιλιάδων δυτικών επίδοξων τζιχαντιστών, που αποφάσισαν να ενταχθούν στη δύναμη του Ισλαμικού Κράτους. Πρόσφατη έκθεση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ υπολογίζει ότι έχουν ήδη εισέλθει περίπου 15.000 τζιχαντιστές τρίτων χωρών.

Τρίτον, στη χρήση του τουρκικού εδάφους και του τουρκικού εναέριου χώρου από τις ένοπλες δυνάμεις των Ηνωμένων Πολιτειών, με ή χωρίς τη συνεργασία των αντίστοιχων τουρκικών ενόπλων δυνάμεων, αφενός για τη διεξαγωγή εκκαθαριστικών επιχειρήσεων κατά του ΙΚ (στη Συρία και το Ιράκ), αφετέρου για την ενίσχυση της επιχειρησιακής δυνατότητας του FSA. Μετά την απελευθέρωση από το ΙΚ των 49 Τούρκων ομήρων (20 Σεπτεμβρίου 2014), που είχαν συλληφθεί στο τουρκικό προξενείο στη Μοσούλη, η Άγκυρα είχε δηλώσει ότι ήταν πλέον πρόθυμη να συμμετάσχει στη διεθνή εκστρατεία κατά των τζιχαντιστών. Παρόλα αυτά, η συμπεριφορά της Τουρκίας, κατά τη διάρκεια της πολιορκίας του συριακού κουρδικού χωριού Κομπάνι (γνωστό και ως Ayn al-Arab), δημιούργησε αρκετά ερωτηματικά στη διεθνή κοινότητα, για τις προθέσεις της Τουρκίας αναφορικά με την εμπλοκή της στην εν λόγω διεθνή εκστρατεία. Το τουρκικό κοινοβούλιο, στις 2 Οκτωβρίου 2014, ενέκρινε τη διεξαγωγή στρατιωτικών επιχειρήσεων των τουρκικών και ξένων δυνάμεων από το έδαφός της, κατά των τζιχαντιστών στη Συρία και στο Ιράκ. Δέκα ημέρες αργότερα (12 Οκτωβρίου), η Αμερικανίδα Σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας, Susan Rice, δήλωσε ότι «η Τουρκία είχε συμφωνήσει να επιτρέψει τη χρήση του εδάφους της από τις συμμαχικές δυνάμεις, αφενός για την εκπαίδευση των μετριοπαθών σουννιτικών δυνάμεων της συριακής αντιπολίτευσης, αφετέρου για τη διεξαγωγή εκκαθαριστικών επιχειρήσεων στο εσωτερικό του Ιράκ και της Συρίας». Ωστόσο, ακολούθησε μια ανακοίνωση από το γραφείο του πρωθυπουργού της Τουρκίας, Αχμέτ Νταβούτογλου, η οποία ανέφερε ότι «δεν είχε επιτευχθεί συμφωνία για τη χρήση της αεροπορικής βάσης του Ιντσιρλίκ» και ότι «οι συνομιλίες μεταξύ άγκυρας και Ουάσιγκτον συνεχίζονται».[5]

Τέταρτον, στην άσκηση πιέσεων ή στη χορήγηση παροχών και κινήτρων προς την Τουρκία, όταν απαιτείται η αλλαγή της συμπεριφοράς της, προκειμένου να συμβάλει τόσο στην προώθηση των αμερικανικών συμφερόντων, όσο και στην εξουδετέρωση των απειλών που στρέφονται κατά των Ηνωμένων Πολιτειών και σχετίζονται με το ΙΚ. Έχοντας πλήρη επίγνωση του ιδιαίτερα απρόβλεπτου χαρακτήρα του Ερντογάν, οι Αμερικανοί δεν θα διστάσουν να εφαρμόσουν τη δοκιμασμένη συνταγή του καρότου και του μαστίγιου, ώστε να έχουν τα επιθυμητά αποτελέσματα. Ειδικά σε ότι αφορά το «καρότο», δηλαδή τις πιθανές παροχές-υποστήριξη προς την Άγκυρα, η Αθήνα και η Λευκωσία πρέπει να είναι (και θεωρώ ότι είναι) προετοιμασμένες. Αναμφισβήτητα, στο πλαίσιο αυτής της υποστήριξης συμπεριλαμβάνεται η απροθυμία των ΗΠΑ να καταγγείλουν την τουρκική προκλητικότητα, κατά τη διάρκεια των πρόσφατων εξελίξεων στην κυπριακή ΑΟΖ.

Είναι γεγονός ότι μια σειρά από πολύπλοκα αλληλοσυνδεόμενα ζητήματα, συμπεριλαμβανομένων των βουλευτικών εκλογών που έχουν προγραμματιστεί για τον Ιούνιο του 2015, το άλυτο κουρδικό πρόβλημα εντός της Τουρκίας, καθώς και της πιθανής δημιουργίας ανεξάρτητης ή έστω αυτόνομης συριακής κουρδικής κρατικής οντότητας, επηρεάζουν την πολιτική βούληση της τουρκικής κυβέρνησης σχετικά με τις εξελίξεις στο εσωτερικό της Συρίας και κυρίως τη στάση της απέναντι στη τζιχαντιστική οργάνωση του ΙΚ. Από την έναρξη του συριακού εμφύλιου (2011), η Τουρκία έχει επιδιώξει αφενός να εξουδετερώσει ή έστω να ελαχιστοποιήσει τις απειλές κατά της εθνικής της ασφάλειας, αφετέρου να επηρεάσει προς όφελός της τις εξελίξεις σε περιφερειακό επίπεδο (κυρίως στο εσωτερικό της Συρίας και του Ιράκ). Η παρατεταμένη συγκρουσιακή κατάσταση τόσο στη Συρία όσο και στο βορειο-κεντρικό Ιράκ είχαν ως αποτέλεσμα τον πολλαπλασιασμό αυτών των απειλών. Περίπου 1,5 εκατομμύριο Σύριων προσφύγων έχει διέλθει στο τουρκικό έδαφος,[6] χιλιάδες ξένοι τζιχαντιστές έχουν περάσει τα συρο-τουρκικά σύνορα, ενώ η Άγκυρα έχει δεχθεί κριτική διότι έχει επιτρέψει άγνωστο αριθμό σουννιτών τζιχαντιστών να χρησιμοποιεί το τουρκικό έδαφος ως ασφαλές καταφύγιο[7] και ως αγορά για τη λαθραία πώληση πετρελαίου.[8]

Σχετικά με την τουρκική πρόταση για τη δημιουργία Ζώνης Ασφαλείας (Buffer Zone) εντός του συριακού εδάφους και κατά μήκος των συρο-τουρκικών συνόρων, ορισμένοι Αμερικανοί αξιωματούχοι αρχικά φάνηκαν πρόθυμοι να την εξετάσουν. Στη συνέχεια όμως, η τουρκική πρόταση απορρίφθηκε καθότι θα δημιουργούσε μια σειρά επιπρόσθετων προβλημάτων, όπως αντιδράσεις και αναμενόμενη άσκηση βέτο στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ (τουλάχιστον από τη ρωσική πλευρά) γεγονός που θα δημιουργούσε πρόβλημα διεθνούς νομιμότητας, πιθανή αύξηση της συγκρουσιακής κατάστασης στο εσωτερικό της Συρίας λόγω της αναμενόμενης αντίδρασης των συριακών δυνάμεων και των σιιτών υποστηρικτών τους, δημιουργία ασφαλών καταφυγίων εντός της ζώνης από τους σουννίτες τζιχαντιστές, απαίτηση για αποστολή και ανάπτυξη δυνάμεων (ΝΑΤΟϊκών ή δυτικής πολυεθνικής δύναμης) για τον έλεγχο της Ζώνης Ασφαλείας, κτλ.

Παρά το γεγονός ότι η Τουρκία έχει συγκεντρώσει χερσαίες δυνάμεις στα συρο-τουρκικά σύνορα, οι ηγέτες της εμφανίζονται απρόθυμοι να αποφασίσουν μια μονομερή στρατιωτική εισβολή στη Συρία και να διεξάγουν εκκαθαριστικές επιχειρήσεις κατά του ΙΚ. Εκτιμάται ότι η Άγκυρα δεν θα λάβει μια τέτοια απόφαση, αν και μπορεί να επικαλεσθεί λόγους αυτοάμυνας. Ανησυχεί ιδιαίτερα για την ανάδυση ασύμμετρων απειλών, λόγω της ύπαρξης τρομοκρατικών θυλάκων εντός του τουρκικού εδάφους, οι οποίοι προς το παρόν δεν δραστηριοποιούνται κατά τουρκικών στόχων. Επιπρόσθετα, η Άγκυρα εκτιμά ότι οι υπόλοιπες χώρες-μέλη του ΝΑΤΟ, παρά τα όσα προβλέπει η συλλογική άμυνα και το Άρθρο 5 της Ιδρυτικής Συνθήκης της Ουάσιγκτον, δεν θα προθυμοποιηθούν να εμπλακούν. Αντίθετα, ενδέχεται να υποστηρίξουν ότι «η Άγκυρα, ως χώρα μέλος του ΝΑΤΟ, προκάλεσε τεχνητή κρίση και επικαλέσθηκε το Άρθρο 5, προκειμένου να προωθήσει τα εθνικά της συμφέροντα».

[1] Βασίλης Γιαννακόπουλος, «Αραβική Άνοιξη – Μέση Ανατολή και Βόρεια Αφρική», 2012, σσ. 281-291
[2] Sabah, “Muhalif bakanları görevden alabilir”, 02.11.2014
[3] Reuters, “NATO says will protect Turkey against any spillover from Syria”, October 6, 2014
[4] Holly Williams, cbsnews, “Turkey-Syria border has become gate into ISIS for foreign fighters”, September 26, 2014
[5] Liz Sly & Craig Whitlock, The Washington Post, “Turkey denies reaching accord with U.S. on use of air base against Islamic State”, October 13, 2014
[6] Όπως προκύπτει από την ανάλυση τουρκικών πηγών, η αντίληψη της Άγκυρας για τη δημιουργία Ζώνης Ασφαλείας εστιάζεται, μεταξύ άλλων: «Στην αντιμετώπιση των κοινωνικο-οικονομικών προβλημάτων και προβλημάτων ασφαλείας, που προκύπτουν από την αύξηση των προσφυγικών ρευμάτων προς την Τουρκία. Ήδη ο αριθμός των προσφύγων ξεπέρασε το 1,5 εκατομμύριο».
Χρήστος Μηνάγιας, www.geostrategy.gr, «Περί δημιουργίας Ζώνης Ασφαλείας στη Συρία», 3 Οκτωβρίου 2014
[7] Σε δηλώσεις του στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, στις 2 Οκτωβρίου 2014, ο Αμερικανός αντιπρόεδρος Τζο Μπάιντεν δήλωσε ότι «ο κ. Ερντογάν παραδέχτηκε ότι έχει υποπέσει στο σφάλμα να επιτρέψει σε ξένους μαχητές να διασχίσουν τα συρο-τουρκικά σύνορα, με αποτέλεσμα να σχηματισθεί η γνωστή εξτρεμιστική οργάνωση Ισλαμικό Κράτος στο Ιράκ και στο Λεβάντε». Δύο ημέρες αργότερα, ο Ερντογάν αντέδρασε δηλώνοντας «αν ο κ. Μπάιντεν δηλώνει τέτοια πράγματα στο Χάρβαρντ, πρέπει να μας ζητήσει συγγνώμη». Επίσης, ο Μπάιντεν, σε ομιλία του στο John F. Kennedy School of Government, πρόσθεσε «συμμαχικές χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Τουρκίας, του Κατάρ και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, προσέφεραν απεριόριστη οικονομική και υλικοτεχνική υποστήριξη σε σουννίτες μαχητές, που προσπαθούν να ανατρέψουν τη συριακή κυβέρνηση του προέδρου Μπασάρ αλ-Άσαντ».
Sebnem Arsu, The New York Times, “Biden Apologizes to Turkish President”, October 4, 2014
[8] Η τουρκική κυβέρνηση έχει επικριθεί για τη στάση της σε τρία βασικά σημεία: α) Δεν έχει κάνει αρκετά για να κλείσει τα σύνορά της στη ροή των ξένων μαχητών. β) Δεν έχει κάνει αρκετά στο έδαφός της για να περιορίσει τις ριζοσπαστικές ομάδες, που στρατολογούνται από το ΙΚ. γ) Το ΙΚ κερδίζει χρήματα από την πώληση πετρελαίου μέσω της Τουρκίας.
Mustafa Akyol, Al-Monitor, “The truth about Turkey and Islamic State oil”, September 22, 2014

www.geostrategy.gr
geostrategical@yahoo.gr

2 Σχόλια

    • Δούκας Γαϊτατζής

      Πριν 19 ημέρες, το GeoStrategy έστειλε στην Προέλαση το παραπάνω άρθρο «Αμερικανο-Τουρκική συνεργασία κατά του Ισλαμικού Κράτους» http://www.geostrategy.gr/, το οποίο δημοσιεύθηκε αυτούσιο, όπου μεταξύ άλλων είχε γίνει εκτίμηση περί της πιθανής αντικατάστασης των Αμερικανών υπουργών Εξωτερικών και Άμυνας, λόγω της λανθασμένης στρατηγικής που εφάρμοσαν στην αντιμετώπιση του Ισλαμικού Κράτους, αλλά και της τριετούς καθυστέρησης που παρατηρήθηκε στην υιοθέτηση της τουρκικής πρότασης για την υποστήριξη των Σύριων αντικαθεστωτικών.

      Γίνεται αντιληπτό αφενός ότι ο περιφερειακός ρόλος της Τουρκίας αναβαθμίζεται σημαντικά στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολή, αφετέρου δικαιολογείται η ανοχή της Ουάσιγκτον στα κελεύσματα της Άγκυρας.

      Εχθές λοιπόν, η εκτίμηση αυτή επιβεβαιώθηκε, καθώς ο Αμερικανός υπουργός Άμυνας Τσακ Χέιγκελ δήλωσε παραίτηση: Ο Ομπάμα ζήτησε την παραίτηση του Υπουργού Άμυνας Τσακ Χάγκελ

      Απάντηση

ΔΕΝ επιτρέπονται απαξιωτικοί και υβριστικοί χαρακτηρισμοί εναντίον στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας. Υποβάλλοντας το σχόλιο σου επιβεβαιώνεις ότι έχεις διαβάσει και αποδεχθεί τους όρους χρήσης και σχολιασμού του ιστοτόπου. Η ευθύνη των σχολίων (αστική και ποινική) βαρύνει τους σχολιαστές. Οι απόψεις που εκφράζονται δεν αντιπροσωπεύουν εκείνες της "Προέλασης" και δεν πρέπει να εκλαμβάνονται ως τέτοιες.

Σχολιάστε

Αρέσει σε %d bloggers: