Κατά τις εκστρατείες, δεσμεύονται από κανόνες εμπλοκής που συχνά κάνουν τους αντιπάλους τους να τους περιγελούν, τους εμποδίζουν να αυτοαμυνθούν, τους οδηγούν σε περιττές απώλειες, και τους οδηγούν σε τιμωρία αν τις παραβιάσουν. (theatlantic.com)

του Μάρτιν φαν Κρέφελντ

Εδώ και αρκετές δεκαετίες, οι Ένοπλες Δυνάμεις της Δύσης – που συνεχώς καμαρώνουν ότι είναι οι καλύτερα εκπαιδευμένες, καλύτερα οργανωμένες, καλύτερα εξοπλισμένες και οι καλύτερα στελεχωμένες της Ιστορίας – έχουν μετατραπεί σε γατάκια. Γατάκια ούσες, οδεύουν από τη μία ήττα στην άλλη.

Είναι γεγονός ότι το 1999 επέτυχαν να επιβάλουν τη θέλησή τους επί της Σερβίας. Αλλά αυτό το κατάφεραν μόνον και μόνον επειδή ο αντίπαλος ήταν ένα μικρό, αδύναμο κράτος (οι Σερβικές ένοπλες δυνάμεις εκείνη τη στιγμή, εξαντλημένες από έναν παρατεταμένο εμφύλιο πόλεμο, κατατάσσονταν στην 35η θέση παγκοσμίως) κι ακόμη και τότε επειδή το κράτος εκείνο ήταν πρακτικά ανυπεράσπιστο στον αέρα. Το ίδιο ισχύει και για τη Λιβύη το 2011. Εκεί, έδωσαν όλες τις μάχες και υπέστησαν όλες τις απώλειες διάφορες ιθαγενείς συμμορίες. Και στις δύο περιπτώσεις, όταν ήταν να εμπλακούν σε χερσαία μάχη, άνδρες εναντίον ανδρών, η Δύση, με επικεφαλής τις ΗΠΑ, απλούστατα δεν είχαν τα κότσια.

Σε άλλες περιπτώσεις, τα πράγματα ήταν ακόμη χειρότερα. Δυτικοί στρατοί προσπάθησαν να επιβάλουν την τάξη στη Σομαλία και τους πέταξαν έξω οι «Κοκκαλιάρηδες», όπως αποκαλούσαν τους αδύνατους αλλά ζόρικους αντιπάλους τους. Προσπάθησαν να νικήσουν τους Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν, και τους πέταξαν έξω κι από εκεί. Προσπάθησαν να επιβάλουν δημοκρατία (και να βάλουν χέρι στο πετρέλαιο) στο Ιράκ, και κατέληξαν να φύγουν με την ουρά στα σκέλια. Το κόστος αυτών των ανόητων περιπετειών μόνον για τις ΗΠΑ λέγεται ότι είναι περί το ένα τρισεκατομμύριο – 1.000.000.000.000 – δολάρια. Με τη μία ήττα να διαδέχεται την άλλη, δεν είναι ν’ απορεί κανείς που όταν αυτές οι ένοπλες δυνάμεις κλήθηκαν να τερματίσουν τον εμφύλιο πόλεμο στη Συρία, αυτές και οι κοινωνίες που υπηρετούν προτίμησαν να αφήσουν τις αγριότητες να συνεχίζονται.

Μακράν ο σημαντικότερος λόγος πίσω από αυτές της επανειλημμένες αποτυχίες ήταν το γεγονός ότι οι πόλεμοι αυτοί ήταν πόλεμοι πολυτελείας. Καθώς εδώ και επτά δεκαετίες τα πυρηνικά όπλα αποτρέπουν τις μεγάλης κλίμακας επιθέσεις, καμία δυτική χώρα δεν έχει διεξαγάγει αγώνα που να μοιάζει, έστω και κατά προσέγγιση, με σημαντικό, και πολύ περισσότερο με υπαρξιακό, αγώνα εναντίον ενός λίγο-πολύ ισοδύναμου αντιπάλου. Καθώς τα στρατεύματα αντιμετώπιζαν αντιπάλους πολύ πιο αδύναμους από τους ιδίους – συχνά σε μέρη που δεν είχαν, καν, ακουστά, και συχνά για λόγους που κανείς δεν κατανοούσε εκτός από ελάχιστους πολιτικούς – δεν έβρισκαν κανέναν λόγο να σκοτωθούν.

Δεδομένων των περιστάσεων, πραγματικά θα ήταν απολύτως βλακώδες εκ μέρους τους να κάνουν κάτι τέτοιο. Όμως, από την εποχή που οι Πέρσες νικήθηκαν από τους υποδεέστερους αριθμητικά Έλληνες στον Μαραθώνα, το 490 π.Χ. και μέχρι σήμερα, ποτέ στρατεύματα που η κύρια έγνοια τους είναι να μη σκοτωθούν, δεν έχουν κατορθώσει να πολεμήσουν, και πολύ περισσότερο να νικήσουν.

Θα σκεφτόταν κανείς ότι, γνωρίζοντας το πρόβλημα, οι πολιτικοί και οι κοινωνίες που τόσο ελαφρά τη καρδία στέλνουν τα στρατεύματα να πολεμήσουν υπό τις συνθήκες αυτές, θα έκαναν ό,τι περνάει από το χέρι τους για να τους αποζημιώσουν με άλλους τρόπους. Παραδείγματος χάριν, επιτρέποντάς τους κάποια ελευθερία να απολαμβάνουν τη ζωή πριν εκραγεί μια βόμβα που θα τους κάνει κομμάτια, εξασφαλίζοντας ότι αυτοί που τίθενται σε κίνδυνο έχουν το ελεύθερο να κάνουν αυτό που πρέπει να κάνουν, επιτρέποντάς τους να εκφράζουν υπερηφάνεια για το έργο τους, τιμώντας τους κατά την επιστροφή τους, και παρέχοντάς τους κάθε είδους προνόμιο.

Δεν ήταν ο Πλάτων που πρότεινε να έχουν το πρώτο δικαίωμα στο να φιλήσουν και να φιληθούν αυτοί που διαπρέπουν στον πόλεμο εκ μέρους της Πολιτείας; Στο κάτω-κάτω, σε κάθε πεδίο ανθρώπινης δραστηριότητας από το ποδόσφαιρο μέχρι τη λογιστική, αυτοί που τα καταφέρνουν καλύτερα είναι αυτοί που απολαμβάνουν περισσότερο αυτό που κάνουν. Αντιστρόφως, σε κάθε πεδίο, αυτοί που αριστεύουν είναι αυτοί που απολαμβάνουν αυτό που κάνουν. Υπάρχει κανένας λόγος για τον οποίον αυτό να διαφέρει στη μάχη και τη διεξαγωγή του πολέμου;

Αντ΄αυτού, οι Δυτικές κοινωνίες αντί να τιμούν τα στρατεύματά τους ή έστω να τα σέβονται, έχουν κάνει το αντίθετο. Κατά την εκπαίδευση και την παραμονή σε φρουρά, τα στρατεύματα ασφυκτιούν από χιλιάδες κανονισμούς που τους αποτρέπουν από το να κάνουν πράγματα που κάθε πολίτης θεωρεί αυτονόητα. Μεταξύ αυτών, αν είναι αμερικανοί που δεν έχουν κλείσει ακόμη τα 21, το να αγοράζουν ένα κουτάκι μπύρα και να πίνουν το περιεχόμενο.

Κατά τις εκστρατείες, δεσμεύονται από κανόνες εμπλοκής που συχνά κάνουν τους αντιπάλους τους να τους περιγελούν, τους εμποδίζουν να αυτοαμυνθούν, τους οδηγούν σε περιττές απώλειες, και τους οδηγούν σε τιμωρία αν τις παραβιάσουν. Οποιονδήποτε πει ανοικτά ότι είναι υπερήφανος για την θανάσιμη δουλειά του – όπως για παράδειγμα έκανε κάποια στιγμή ο θρυλικός, απόστρατος στρατηγός των Αμερικανών Πεζοναυτών Τζιμ Μάττις – αν είναι τυχερός θα τον συμβουλεύσουν να το βουλώσει, αλλιώς θα τον τιμωρήσουν.

Τα αμερικανικά στρατεύματα που επιστρέφουν από εκστρατεία υφίστανται υποχρεωτική αξιολόγηση για Διαταραχή Μετατραυματικού Άγχους ή ΔΜΑ («post-traumatic stress disorder» ή «PTSD»). Φυσικά, η ΔΜΑ είναι υπαρκτό πρόβλημα για κάποιους. Όμως, όπως δείχνει η ιστορία, είναι απλούστατα ανακριβές ότι το να πολεμά κανείς, να σκοτώνει και να βλέπει άλλους να σκοτώνονται, είναι κατ΄ανάγκην τραυματικό. Ας υποθέσουμε ότι ο Ρωμαϊκός Στρατός αντιμετώπιζε τη ΔΜΑ όπως εμείς τώρα˙ θα είχε κατακτήσει τον κόσμο; Ούτε, αντίθετα με ότι συχνά ακούει κανείς, είναι ακριβές ότι η μάχη ήταν στο παρελθόν λιγότερο τρομερή απ΄ότι είναι σήμερα. Ίσως ισχύει το αντίθετο, δεδομένου ότι τότε οι εμπόλεμοι κυριολεκτικά κοίταζαν κατά πρόσωπο ο ένας τον άλλον, άκουγαν τις κραυγές, έβλεπαν τους πίδακες αίματος και άγγιζαν τα χυμένα μυαλά.

Όπως έγραψα πριν δεκαετίες στο βιβλίο Fighting Power: German & U.S. Army Performance, 1939-1945, η πραγματική αιτία της ΔΜΑ βρίσκεται στο σύστημα προσωπικού, που για λόγους διοικητικής αποτελεσματικότητας, αντιμετωπίζει τους μαχητές σαν εναλλάξιμα γρανάζια, τους απομονώνει ατομικά και δεν τους επιτρέπει να δημιουργήσουν ομαδικούς δεσμούς.

Και σα να μην έφτανε αυτό, οι εξετάσεις που προαναφέρθηκαν, και που καθιερώθηκαν έχοντας κατά νου το ενδεχόμενο νομικής ευθύνης, είναι ταπεινωτικές. Αλλά δεν ήταν ο Φρειδερίκος ο Μέγας που έλεγε ότι το μοναδικό πράγμα που κάνει τους άντρες να προχωρούν εναντίον κανών που τους σημαδεύουν είναι η τιμή; Όμως ούτε και εδώ τελειώνουν τα πράγματα.  Οι κοινωνίες όχι απλώς δεν εξαίρουν το θάρρος και τη θυσία των στρατευμάτων αλλά συχνά τους αντιμετωπίζουν σαν ελαττωματικά προϊόντα. Για την ακρίβεια, το πράγμα έχει καταλήξει στο σημείο που η κοινωνία έχει απ΄αυτούς την απαίτηση να είναι ελαττωματικά προϊόντα.

Σημαντικό ρόλο σε όλα αυτά έχουν παίξει οι γυναίκες στον στρατό και ο φεμινισμός γενικά. Σε όλες τις γνωστές από τη δημιουργία του κόσμου κοινωνίες (στον βαθμό που μπορούμε να καταλάβουμε, ακόμη και σε ορισμένες ζωικές κοινωνίες), όποια μεταχείριση θεωρούνταν κατάλληλη για τους άντρες, θεωρούνταν πολύ σκληρή για τις γυναίκες. Αντιστρόφως, το να αντιμετωπίζεται σα γυναίκα εκλαμβανόταν ως το πιο ταπεινωτικό πράγμα που θα μπορούσε να υποστεί ένας άντρας. Επιμένοντας στην ισότητα των φύλων με τον τρόπο που το κάνουν – ακόμη και τοποθετώντας «αξιωματικούς ίσων ευκαιριών» επιφορτισμένους με το να διώκουν όποιον άντρα τολμήσει να «προσβάλει» μια γυναίκα – οι Δυτικές ένοπλες δυνάμεις έχουν ρίξει στις λάσπες την υπερηφάνεια των ανδρών τους.

Πολύ περισσότερο που, καθώς δείχνει η κατανομή των απωλειών, οι άντρες είναι αυτοί που στην πράξη πολεμούν. Ταυτόχρονα, οι γυναίκες ανακαλύπτουν ότι οι απαιτήσεις των ενόπλων δυνάμεων είναι παραείναι υπερβολικές γι΄αυτές. Η απόδειξη γι΄αυτό αποτελεί η ίδια η πράξη. Αναλογικά, πάρα πολύ περισσότερος γυναίκες από άνδρες στρατιώτες υποφέρουν από ΔΜΑ.

Αν το σύστημα αυτό είχε σκοπίμως σχεδιαστεί για να υπονομεύσει τη μαχητική ισχύ των Δυτικών στρατών, δύσκολα θα μπορούσε να έχει γίνει καλύτερο. Αυτό μπορεί κάλλιστα να οδηγήσει στο ερώτημα: qui bono? Ποιος επωφελείται; Υπάρχουν αρκετές απαντήσεις σ’ αυτό. Πρώτοι κατά σειράν έρχονται οι χιλιάδες «επαγγελματίες ψυχικής υγείας» που απασχολούνται με το να θεραπεύσουν τα εν λόγω άτομα. Σαν την ψυχολόγο στο βιβλίο του Φίλιπ Ροθ «Το ανθρώπινο στίγμα» που ρωτάει έναν παλαίμαχο του Βιετνάμ εάν έχει ποτέ σκοτώσει (ο παλαίμαχος, χειριζόμενος πολυβόλο από ελικόπτερο, έχει σκοτώσει εκατοντάδες, ίσως και χιλιάδες), οι περισσότεροι απ΄αυτούς δεν ξέρουν καν πως μοιάζει μια σφαίρα.

Ακολουθούν οι εταιρείες που παράγουν κάθε είδους ψυχοφάρμακα (η τυποποιημένη μέθοδος αντιμετώπισης του ΔΜΑ είναι η χορήγηση φαρμάκων). Τρίτα είναι τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης. Πάντα πρόθυμα να βάλουν πρώτα τον λίθο, συχνά κάνουν πανηγύρι πουλώντας θύματα σ΄ένα κοινό που του τρέχουν τα σάλια για τέτοια πράγματα. Κι οι τρεις μαζί βγάζουν δισεκατομμύρια από την όλη μπίζνα.

Τελευταίες αλλά όχι έσχατες είναι οι φεμινιστικές οργανώσεις που επιμένουν πάντοτε στην «ισότητα» (στην πραγματικότητα, στην προνομιακή μεταχείριση), ακόμη κι αν αυτό σημαίνει θανάτους για πολλές από τις «αδερφές» τους και την καταστροφή των στρατών των χωρών τους. Δύο σημεία πρέπει να αναφερθούν.

Πρώτον, όπως αποδεικνύουν οι επανειλημμένες νίκες τους, οι Ταλιμπάν, οι ένοπλοι συνάδελφοί τους σε άλλες χώρες και εν γένει οι μη-Δυτικές κοινωνίες, δεν είναι τόσο αφελείς για να ακολουθήσουν τη Δύση στην αυτοκαταστροφική πορεία της.

Δεύτερον, κοινωνίες που χάνουν τη μαχητική τους ισχύ με το να μεταχειρίζονται τους στρατιώτες τους κατ΄αυτόν τον τρόπο, είναι καταδικασμένες. Αργά ή γρήγορα, θα εμφανιστεί κάποιος, κρατώντας σπαθί, και θα τους πάρει το κεφάλι.

Ο έχων ώτα, ακουέτω.

Πηγή: Βελισάριος

4 Σχόλια

  1. ΚΛΕΙΤΟΣ Ο ΜΕΛΑΣ

    αυτός ο Κος τι είναι…που διδάσκει εαν διδάσκει κτλ….γνωρίζει κανείς γιατι στο νετ δεν λέει και πολλά

    Απάντηση

ΔΕΝ επιτρέπονται απαξιωτικοί και υβριστικοί χαρακτηρισμοί εναντίον στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας. Υποβάλλοντας το σχόλιο σου επιβεβαιώνεις ότι έχεις διαβάσει και αποδεχθεί τους όρους χρήσης και σχολιασμού του ιστοτόπου. Η ευθύνη των σχολίων (αστική και ποινική) βαρύνει τους σχολιαστές. Οι απόψεις που εκφράζονται δεν αντιπροσωπεύουν εκείνες της "Προέλασης" και δεν πρέπει να εκλαμβάνονται ως τέτοιες.

Αρέσει σε %d bloggers: