Καλλιτεχνική απεικόνιση του νέου βομβαρδιστικού μεγάλης εμβέλειας των ΗΠΑ. (i-hls.com)

Την Τρίτη η αμερικάνική βιομηχανία Northrop Grumman κέρδισε τη σύμβαση του Πενταγώνου για την κατασκευή ενός στόλου «αοράτων» αεροσκαφών γνωστού ως το Βομβαρδιστικό Μεγάλης Εμβέλειας, ένα αεροσκάφος νέας γενιάς σχεδιασμένο να διεισδύει βαθιά στην περιοχή του εχθρού.

Η Northrop νίκησε την ομάδα των Boeing και Lockheed Martin στο διαγωνισμό μεγάλης αξίας για ένα έργο το οποίο πιθανών να είναι ένα από τα πιο σημαντικά του Πενταγώνου για την επόμενη δεκαετία.

Κατά την ανακοίνωση της ανάθεσης, που η αξία της κοστολογείται κοντά στα 60 δισεκατομμύρια δολάρια ($), ο υπουργός Άμυνας Αστον Καρτερ είπε ότι το πρόγραμμα αντιπροσωπεύει ένα «τεχνολογικό άλμα» το οποίο θα επιτρέψει στις Ηνωμένες Πολιτείες να «παραμείνουν κυρίαρχες».

Το βομβαρδιστικό, το οποίο θα έχει τη δυνατότητα μεταφοράς πυρηνικών όπλων, είναι μια «στρατηγική επένδυση για τα 50 επόμενα χρόνια,» είπε ο Καρτερ.

Ο διαγωνισμός προέβλεπε την κατασκευή 100 από τα αεροσκάφη που προκειται να εισέλθουν σε υπηρεσία τη δεκαετία του 2020 και θα είναι οι αντικαταστάτες των γηρασμένων βομβαρδιστικών που είναι σήμερα σε υπηρεσία.

Μετά από χρόνια σχεδιασμών, η τελική ανακοίνωση της ανάθεσης έριξε κάποιο φως σε ένα έργο το οποίο ήταν καλυμμένο υπό το πέπλο της μυστικότητας. Το Πεντάγωνο δεν αποκάλυψε πως θα δείχνει εξωτερικά το αεροσκάφος ή ποιες θα είναι οι λεπτομερείς δυνατότητες του.

«Αυτή η είναι η τελευταία σύμβαση μαχητικού αεροσκάφους για τα επόμενα 10 χρόνια, τουλάχιστον,» είπε ο Ριτσαρντ Αμπουλάφια, αναλυτής αεροδιαστημικής του ομίλου Teal.

Στο διαγωνισμό συμμετείχαν τρεις από τους μεγαλύτερους αμυντικούς εργολάβους της χώρας. Η Northrop επιθυμούσε τόσο πολύ να κερδίσει τη σύμβαση ώσπου κατά το Super Bowl ξεκίνησε τη διαφημιστική εκστρατεία σε κάποιες αγορές, προβάλλοντας την αεροδιαστημική κληρονομιά της.

Όμως, πάρα την μακρά ιστορία της ως κύριος προμηθευτής αμυντικών συστημάτων, συμπεριλαμβανομένου του βομβαρδιστικού B-2, η Northrop δεν είναι πλέον ένας κύριος εργολάβος σε κάποιο μεγάλο πρόγραμμα στρατιωτικού αεροσκάφους και επομένως είχε πολλά να χάσει, δήλωσαν οι αναλυτές.

Εν αντιθέσει, η Boeing κατασκευάζει το μαχητικό αεροσκάφος F/A-18 Hornet και το αεροσκάφος εναέριου ανεφοδιασμού KC-46, και η Lockheed Martin είναι ο κατασκευαστής του Διακλαδικού Μαχητικού Κρούσης (JFS) F-35, το οποίο προορίζεται να αντικαταστήσει πολλά από τα σημερινά μαχητικά αεροσκάφη. Μία νίκη της ομάδας που περιελάμβανε αυτές τις βιομηχανίες θα παγίωνε ακόμη περισσότερο τη θέση τους στην κορυφή της στρατιωτικής αεροδιαστημικής αλυσίδας.

Αυτό, ειδικά, για την Lockheed Martin ήταν μια πραγματικότητα. Δεν είναι μόνο ο κύριος εργολάβος του προγράμματος, αξίας 400 δις $, του F-35, πρόσφατα εξαγόρασε την αεροπορική βιομηχανία Sikorsky, τον κατασκευαστή των ελικοπτέρων Black Hawk, και βρίσκεται ήδη σε σύμβαση για την κατασκευή του νέου στόλου των Προεδρικών ελικοπτέρων.

Με τόσο μεγάλη χρηματοδότηση, κάποιοι αναλυτές προέβλεψαν ότι αν η Northrop έχανε ίσως θα έπρεπε να καταργήσει το τμήμα αεροδιαστημικής. Όμως πρόσφατα το Πεντάγωνο προειδοποίησε ότι η ανησυχία του αυξάνεται συνεχώς σχετικά με τις ενοποιήσεις στην αμυντική βιομηχανία μετά την απόκτηση της Sikorsky από την Lockheed Martin.

Με ανακοίνωση της η ομάδα των Lockheed Martin και Boeing δήλωσαν ότι απογοητεύτηκαν από το αποτέλεσμα και δεν απέκλεισαν το ενδεχόμενο κατάθεσης ένστασης.

«Ενδιαφερόμαστε να μάθουμε πως ολοκληρώθηκε ο διαγωνισμός στο θέμα του κόστους και του ρίσκου, καθώς πιστεύουμε ότι ο συνδυασμός των Boeing και Lockheed Martin προσέφερε απαράμιλλη εμπειρία, δυνατότητα και πόρους για το εν λόγω κρίσιμο πρόγραμμα ανακεφαλαιοποίησης,» δήλωσαν οι βιομηχανίες.

Το Πεντάγωνο είχε παλιότερα δηλώσει ότι το κάθε αεροσκάφος προκειται να κοστίσει περίπου 500 εκατομμύρια $ σε τιμές του 2010. Αξιωματικοί της Πολεμικής Αεροπορίας είπαν ότι κατέθεσαν αυτή την τιμή για να καταδείξουν πόσο περιορισμένοι θα είναι με το κόστος.

Στην ενημέρωση του Πενταγώνου το απόγευμα της Τρίτης, ο Γουίλιαμ Λα Πλάντε, o ανώτατος αξιωματούχος προμηθειών της Πολεμικής Αεροπορίας, δήλωσε ότι μια ανεξάρτητη μελέτη υπολογισμού κόστους θέτει την τιμή του στα 564 εκατομμύρια δολάρια ανά αεροσκάφος σε σημερινές τιμές, μία τιμή που είναι «λογική και εφικτή».

Είπε επίσης, ότι υπάρχουν περισσότερα από 20 εκατομμύρια δολάρια σε κόστος ανάπτυξης.

Christian Davenport

Απόδοση/Μετάφραση από το washingtonpost.com για την Προέλαση

ΔΕΝ επιτρέπονται απαξιωτικοί και υβριστικοί χαρακτηρισμοί εναντίον στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας. Υποβάλλοντας το σχόλιο σου επιβεβαιώνεις ότι έχεις διαβάσει και αποδεχθεί τους όρους χρήσης και σχολιασμού του ιστοτόπου. Η ευθύνη των σχολίων (αστική και ποινική) βαρύνει τους σχολιαστές. Οι απόψεις που εκφράζονται δεν αντιπροσωπεύουν εκείνες της "Προέλασης" και δεν πρέπει να εκλαμβάνονται ως τέτοιες.

Σχολιάστε

Αρέσει σε %d bloggers: