Η Άγκυρα καταγράφει «μηδενική ομαλότητα» με όλους τους γείτονες. (scrolleditorial/Flickr)

Η Σύνοδος Ε.Ε. – Τουρκίας την Κυριακή 29 Νοεμβρίου στις Βρυξέλλες αποτελεί κλασικό παράδειγμα επικοινωνιακής διαχείρισης για εσωτερική κατανάλωση και από τις δύο πλευρές, στην ουσία για το Βερολίνο και την Αγκυρα:

  • Η Μέρκελ μπορεί τώρα να λέει στους εκ δεξιών επικριτές της αλλά και στις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης ότι αντιμετώπισε το πρόβλημα του ελέγχου των προσφυγικών ροών στην πηγή του, στην Τουρκία, και απέσπασε τη δέσμευση των Ερντογάν – Νταβούτογλου ότι θα κάνουν ό,τι είναι δυνατόν για να ελέγξουν το κύμα των προσφύγων.
  • Η τουρκική ηγεσία δεσμεύθηκε σε κάτι που δεν θέλει και δεν μπορεί να υλοποιήσει. Δεν θέλει, γιατί ουδείς ηγέτης σε οποιαδήποτε χώρο δεν θα έπαιρνε το ρίσκο να εγκλωβίσει στην επικράτειά του, έναντι οποιουδήποτε οικονομικού ανταλλάγματος, εκατομμύρια πρόσφυγες, και ταυτόχρονα δεν μπορεί γιατί η τουρκοσυριακή μεθόριος είναι εμπόλεμη ζώνη και από τις δύο μεριές.

Σε ό,τι αφορά το άνοιγμα νέων Κεφαλαίων στις ενταξιακές διαπραγματεύσεις, η Αγκυρα γνωρίζει ότι δεν πρόκειται να κλείσουν στο ορατό μέλλον, με μοναδικό ουσιαστικό ενδιαφέρον την ευρωπαϊκή νομιμοποίηση της αυταρχικής εκτροπής του καθεστώτος Ερντογάν.

Τέλος σε ό,τι αφορά το ποσό των 3 δισεκατομμυρίων ευρώ συνδέεται με όρους και προϋποθέσεις σε βάθος χρόνου και επιπλέον είναι αμφίβολο ότι επαρκεί για την πλήρη αντιμετώπιση του προσφυγικού προβλήματος εντός Τουρκίας.

Κατάρριψη με υψηλό κόστος

Αν δεχθούμε ως υπόθεση εργασίας ότι η Τουρκία προκάλεσε το θερμό επεισόδιο με την κατάρριψη του ρωσικού μαχητικού αεροσκάφους με κύριο στόχο να παρεμβληθεί ανάμεσα στη Μόσχα από τη μια μεριά και την Ουάσιγκτον και το Παρίσι από την άλλη και να πιέσει ώστε στο σχέδιο για την επόμενη μέρα στη Συρία να συνυπολογισθούν οι δικές της προτεραιότητες, τότε διάλεξε την πιο ακατάλληλη στιγμή.

Την επομένη του τρομοκρατικού πλήγματος στο Παρίσι επιταχύνθηκε η δυναμική υπέρβασης των διαφωνιών ανάμεσα στη Δύση και τη Ρωσία, μια εξέλιξη που αποτυπώνεται στην αποδοχή από όλους της καθεστωτικής δομής και της στρατιωτικής δύναμης του Μπααθικού Καθεστώτος της Δαμασκού, με μόνη αδιευκρίνιστη συνιστώσα αν θα παραμείνει ως ο κυριότερος παράγοντας της επόμενης μέρας στη χώρα με ή χωρίς τον Ασαντ.

Δυνατότητα παρέμβασης

Αν πριν από την κατάρριψη του Σουχόι η Αγκυρα έβλεπε να συρρικνώνεται η όποια δυνατότητα παρέμβασής της στη σύγκρουση στη Συρία, σήμερα η κατάσταση είναι πολύ χειρότερη: Ο ανεφοδιασμός, για παράδειγμα, των Τουρκμένων ανταρτών είναι πλέον μια επιλογή υψηλοτάτου ρίσκου.

Όταν η Τουρκία ξεκίνησε την εμπλοκή της στη Συρία, η Δύση είχε στοχοποιήσει τον Ασαντ ως πιόνι του Ιράν στη Μέση Ανατολή, ενώ η Ουάσιγκτον «έβλεπε» θετικά προς το Μετριοπαθές Πολιτικό Ισλάμ.

Αυτό που δεν μπόρεσε ή δεν θέλησε να καταλάβει η Αγκυρα είναι η μεγάλη στροφή των Ηνωμένων Πολιτειών απέναντι στο Ιράν, όπου σταδιακά τη διετία 2013-2015 λύθηκε η εκκρεμότητα του ελέγχου του πυρηνικού προγράμματος της Τεχεράνης και μπήκαν τα θεμέλια για μια συνολική στρατηγική προσέγγιση Hνωμένων Πολιτειών-Ιράν.

Από τη μεγάλη αυτή ανατροπή που θυμίζει τη στροφή των Νίξον -Κίσινγκερ προς την Κίνα του Μάο του 1971-1972 προέκυψαν τρεις δυσαρεστημένοι, η Τουρκία, το Ισραήλ και η Σαουδική Αραβία, με την Αγκυρα όμως να διατηρεί ταυτόχρονα δύο ανοικτά διμερή μέτωπα και με το Ριάντ και με το Τελ -Αβίβ.

Από προκεχωρημένο φυλάκιο των ΗΠΑ σε αναζήτηση ρόλου

Τα παραπάνω δεν μπορούν να χρεωθούν αποκλειστικά στους Ερντογάν – Νταβούτογλου ως προσωπικές πολιτικές αποτυχίες, καθώς η Τουρκία μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, στη διάρκεια του οποίου ήταν το πιo προκεχωρημένο φυλάκιο των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ στη νοτιοανατολική παρυφή της ΕΣΣΔ, αναζητά νέο ρόλο χωρίς επιτυχία.

Επιπλέον στη διάρκεια της τελευταίας εικοσαετίας η Τουρκία γνώρισε αλματώδη οικονομική ανάπτυξη που την καθιστά περιφερειακή οικονομική δύναμη και της εξασφαλίζει δυναμική παρουσία στην Ομάδα των G-20, με πανηγυρική επιβεβαίωση της αναβάθμισής της στην πρόσφατη Σύνοδο Κορυφής στην Αττάλεια. Σε άλλο μέγεθος και με άλλες δυνατότητες η Τουρκία επιχειρεί να κάνει στην Ευρύτερη Μέση Ανατολή και την Ανατολική Μεσόγειο ό,τι κάνει η Κίνα στη Νότια Σινική Θάλασσα, να μεταφράσει σε γεωπολιτική επιρροή την οικονομική ισχύ της.

Η μέχρι στιγμής πορεία της Αγκύρας προς την παραπάνω κατεύθυνση δείχνει αμηχανία και νευρικότητα. Αποτυπώνει πρώτα και πάνω από όλα έναν διπλωματικό μικρομεγαλισμό, καθώς σε αντίθεση με τη Σαουδική Αραβία ή ακόμη και το Ισραήλ δεν περιορίζεται στη έκφραση δυσαρέσκειας, αλλά επεκτείνεται σε πρωτοβουλίες παρενόχλησης της σημερινής στρατηγικής προτεραιότητας των ΗΠΑ στην περιοχή: Την εδώ και τώρα εξάλειψη του Χαλιφάτου των Τζιχαντιστών, την ανάδειξη της Ρωσίας και του Ιράν ως συνεγγυητών μαζί με τη Δύση μιας σταθεροποίησης στην ευρύτερη Μέση Ανατολή και κυρίως την πιο οδυνηρή για την Αγκυρα επιλογή, την επένδυση σε μελλοντικό ανεξάρτητο κουρδικό κράτος. Η κρίση προσαρμογής της Τουρκίας σε ένα περιφερειακό περιβάλλον το πλαίσιο και οι κανόνες του παιχνιδιού του οποίου διαμορφώνονται ερήμην της η ακόμη χειρότερο εναντίον της Εθνικής Ατζέντας της θα έχει και βάθος χρόνου και απρόβλεπτα νέα θερμά επεισόδια.

Μόνη στη Μέση Ανατολή;

Από τη στιγμή που οι Ερντογάν – Νταβούτογλου διεκδικούσαν ηγετικό ρόλο για τη χώρα τους στην Ευρύτερη Μέση Ανατολή και κυρίως στο Σουνιτικό Ισλάμ, η σύγκρουση με το Ισραήλ ήταν προδιαγεγραμμένη. Για ένα διάστημα λίγο πριν ξεσπάσει η Αραβική Ανοιξη στις αρχές του 2011, η δημόσια διαμάχη Ερντογάν – Πέρες στο Νταβός, αλλά και η υπόθεση του Μαβι Μαρμαρά στη Γάζα, είχαν αναδείξει τον τότε πρωθυπουργό της Τουρκίας ως ίνδαλμα του Αραβομουσουλμανικού Κόσμου. Η πάλαι ποτέ προνομιακή σχέση με το Ισραήλ επλήγη ανεπανόρθωτα. Την ίδια στιγμή, το Ριάντ που διεκδικεί την ηγεσία του Σουνιτικού Ισλάμ ως φύλακας της Μέκκας και της Μεδίνας και βρέθηκε στο πλευρό της Αγκύρας στη Συρία, βρέθηκε απέναντι στον Ερντογάν στην Αίγυπτο: Η Τουρκία στήριξε τον Μόρσι και τη Μουσουλμανική Αδελφότητα και μετά την ανατροπή τους από την εξουσία, ενώ η Σαουδική Αραβία στηρίζει ανεπιφύλακτα το στρατιωτικό καθεστώς του Σίσι.

Μπούμερανγκ στο Κουρδικό

Αν θεωρήσουμε ότι ο έλεγχος του Κουρδικού εκτός συνόρων υπήρξε ο κύριος λόγος που η Αγκυρα στήριξε για παρατεταμένο χρονικό διάστημα του Τζιχαντιστές του Ισλαμικού Κράτους, η επιλογή αυτή έγινε μπούμερανγκ: Τόσο το Κουρδικό Βόρειο Ιράκ όσο και η Κουρδική Βορειοανατολική Συρία αναδείχθηκαν στην πιο σημαντική αντίπαλη δύναμη των Τζιχαντιστών και είναι βέβαιο ότι η όποια λύση στη Συρία θα διευρύνει την de facto ανεξαρτησία τους, την ίδια ώρα που στη Νοτιοανατολική Τουρκία εδώ και μερικούς μήνες συνεχίζεται η πολεμική σύγκρουση, με στόχο το ΡΚΚ, που ξεκίνησε ο Ερντογάν με σαφείς εκλογικές σκοπιμότητες. Ετη φωτός μοιάζουν να μας χωρίζουν από την κατάσταση πραγμάτων στο Κουρδικό πριν από ενάμιση χρόνο, όταν είχε αρχίσει η εφαρμογή της συμφωνίας Ερντογάν – Οτσαλάν για αποχώρηση των ανταρτικών μονάδων του ΡΚΚ και τη σταδιακή πολιτικοποίηση της οργάνωσης, ενώ την ίδια στιγμή το Κουρδικό Βόρειο Ιράκ είχε στενότερες σχέσεις με την Αγκυρα από ό,τι με τη Βαγδάτη.

Tου Γιώργου Καπόπουλου
kapopoulos@pegasus.gr

Πηγή: Έντυπη έκδοση της εφημερίδας «Ημερησία»

ΔΕΝ επιτρέπονται απαξιωτικοί και υβριστικοί χαρακτηρισμοί εναντίον στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας. Υποβάλλοντας το σχόλιο σου επιβεβαιώνεις ότι έχεις διαβάσει και αποδεχθεί τους όρους χρήσης και σχολιασμού του ιστοτόπου. Η ευθύνη των σχολίων (αστική και ποινική) βαρύνει τους σχολιαστές. Οι απόψεις που εκφράζονται δεν αντιπροσωπεύουν εκείνες της "Προέλασης" και δεν πρέπει να εκλαμβάνονται ως τέτοιες.

Αρέσει σε %d bloggers: