Η εμμονή σε οπλικά συστήματα υψηλής τεχνολογίας που εκφράζουν δεδομένα άλλων εποχών αποτελεί μια ιδιόρρυθμη ασύμμετρη απειλή για την πολεμική μηχανή των ΗΠΑ. (Jeff Head/Flickr)

Του Δρ. Κωνσταντίνου Γρίβα*

Τις τελευταίες μέρες λάτρεις της αμερικάνικής ισχύος ανά το κόσμο είχαν μια ακόμη ευκαιρία να εκδηλώσουν τον ανυπόκριτο θαυμασμό τους στη «μόνη υπερδύναμη», με την έξοδο στη θάλασσα για δοκιμές του νέου αποκτήματος του Ναυτικού των ΗΠΑ, του πρώτου αντιτορπιλικού DDG-1000 κλάσης Zumwalt, με το ιδιόρρυθμο, «φουτουριστικό» σχήμα. Οι φωτογραφίες και τα βίντεο του αμερικάνικου πολεμικού που δόθηκαν στη δημοσιότητα ήταν η αφορμή για τη συνήθη παράθεση υμνητικών σχολίων αναφορικά με την πρωτοποριακή αμερικάνικη τεχνολογία. Η πραγματικότητα όμως είναι εντελώς διαφορετική…

Καταρχάς, το πλοίο αυτό είναι το πρώτο από τα τρία παρόμοια που αναμένεται να τεθούν σε υπηρεσία μέχρι το 2021. Όμως ο αρχικός σχεδιασμός αναφερόταν σε 32 σκάφη. Εν συνεχεία, ο αριθμός τους έπεσε στα 24 και μετά στα επτά, για να καταλήξει στα τρία. Με άλλα λόγια, τα τρία αυτά πλοία είναι απλώς το απολειφάδι ενός πολύ πιο φιλόδοξου προγράμματος και ο μικρός τους αριθμός ελάχιστα περιθώρια αισιοδοξίας αφήνει για τον ρόλο που μπορούν να παίξουν στις μελλοντικές διεθνείς γεωστρατηγικές ισορροπίες. Επιπροσθέτως, το κόστος παραγωγής ξέφυγε από κάθε έλεγχο, αγγίζοντας τα 4,4 δις δολάρια για το πρώτο σκάφος.

Αξίζει να σημειωθεί ότι το DDG-1000 αποτελεί το προϊόν του προγράμματος DD(X), το οποίο ήταν η αναγέννηση του σχεδίου DD-21, το DD-21 ήταν η εναλλακτική λύση για τη δημιουργία ενός σκάφους προσβολής χερσαίων στόχων σε παράκτιο περιβάλλον, μετά την ακύρωση του εξαιρετικά φιλόδοξου προγράμματος των λεγόμενων «Πλοίων Οπλοστασίων» («Arsenal Ships»), τα οποία θα ήταν στην πραγματικότητα τεράστιες πλωτές πυραυλικές βάσεις, με πολύ μεγαλύτερες δυνατότητες από τα DDG-1000. Το σχέδιο των «Πλωτών Οπλοστασίων» είχε εμφανιστεί στα μέσα της δεκαετίας του ’90. Με άλλα λόγια, το ένα και μοναδικό αυτό πλοίο που παρουσιάστηκε με τυμπανοκρουσίες δεν είναι τίποτε άλλο παρά το ρετάλι μιας πολύ πιο φιλόδοξης προσπάθειας που έχει ξεκινήσει πριν από δεκαετίες και ξεφτίζει σταδιακά, καθώς κινείται στον χρόνο.

Παρεμπιπτόντως, τη δεκαετία του ’90 το ναυτικό των ΗΠΑ, στο πλαίσιο του προγράμματος CG(X), στόχευε και στην ανάπτυξη ενός νέου καταδρομικού με έμφαση στην ανάπτυξη ενός καταδρομικού με έμφαση στους ρόλους αεράμυνας, που θα αντικαθιστούσε τα καταδρομικά κλάσης CG-74 Ticonderoga. Και αυτό το πρόγραμμα μας άφησε χρόνους κι έτσι το αμερικάνικο Ναυτικό διαθέτει σήμερα εκσυγχρονισμένες εκδόσεις πλοίων τα οποία ξεκίνησαν να κατασκευάζονται τη δεκαετία του ’70…

Μια εικόνα από το μέλλον ή ένα γεωπολιτικό απολίθωμα;

Το σημαντικότερο, ωστόσο, είναι ότι τα DDG-1000 εκφράζουν μια γεωστρατηγική πραγματικότητα που δεν έχει καμία σχέση με τη σημερινή εποχή. Συγκεκριμένα, στα μέσα της δεκαετίας του ’90 το Ναυτικό των ΗΠΑ θεωρούσε ότι, μετά την αναντίρρητη κυριαρχία των ανοιχτών ωκεάνιων εκτάσεων, η μεγάλη πρόκληση ήταν να αναπτύξει συστήματα που θα αξιοποιούσαν τα παράκτια ύδατα γύρω από την «Παγκόσμια Νήσο» («World Island»), δηλαδή το σύμπλεγμα Ευρασίας με την Αφρική, ως πλατφόρμα προβολής ισχύος στην στεριά. Είχε, μάλιστα, υπολογιστεί ότι το μεγαλύτερο μέρος των χερσαίων στόχων που άξιζε τον κόπο να προσβληθούν βρισκόταν σε απόσταση μέχρι 200 χιλιόμετρων από τις ακτές. Τη γεωστρατηγική αυτή αντίληψη επιθετικού παράκτιου πολέμου εξέφρασαν κείμενα όπως το «From the Sea», που ήταν το όραμα του αμερικάνικου Ναυτικού για το μέλλον.

Η συνέχεια αποδείχτηκε ένα πελώριο φιάσκο. Όχι μόνο τα φιλόδοξα προγράμματα για την ανάπτυξη νέων ναυτικών σχεδιάσεων καρκινοβατούσαν, για να δώσουν μετά από είκοσι περίπου χρόνια ένα και μόνο σκάφος, αλλά βάλτωσαν ακόμη και πολύ πιο ταπεινά προγράμματα, όπως ήταν η δημιουργία έξυπνων βλημάτων μεγάλου βεληνεκούς και προσβολής χερσαίων στόχων για τα πυροβόλα Mk-45 Mod-4, διαμετρήματος 127 χιλιοστών, των νεώτερων εκδόσεων των αντιτορπιλικών DDG-51 κλάσης Arleigh Burke.

Παρεμπιπτόντως, ένα μεγάλο ατού του Zumwalt σε σχέση με τα υπάρχοντα σκάφη είναι ότι διαθέτει στην πλώρη δύο πρωτοποριακά πυροβόλα διαμετρήματος 155 χιλιοστών, τα οποία μπορούν να εξαπολύσουν πυρά υψηλής ταχυβολίας εναντίον χερσαίων στόχων. Το πρόβλημα είναι ότι το βασικό πυρομαχικό γι΄αυτά, το έξυπνο βλήμα LRLAP (Long Range Land Attack Projectile), εξακολουθεί να βρίσκεται «υπό ανάπτυξη»…

Ακόμη όμως κι αν ήταν έτοιμο, το βλήμα αυτό θα είχε βεληνεκές λίγο μεγαλύτερο των 100 χιλιομέτρων. Άρα το πλοίο θα πρέπει να βρίσκεται σε απόσταση το πολύ μέχρι 100 χιλιομέτρων από τις εχθρικές ακτές. Αν αυτό μπορούσε να συμβεί άφοβα τις εποχές τις αμερικάνικής παντοδυναμίας, πολύ δύσκολα μπορεί να γίνει σήμερα, που κυριαρχούν τα διάφορα πλέγματα αντιπρόσβασης και άρνησης περιοχής (A2/D2) χωρών όπως η Ρωσία, η Κίνα, η Ινδία και το Ιράν, τα οποία συνδυάζουν διάφορα όπλα πρόσβασης στόχων επιφανείας, σε αποστάσεις που ξεπερνούν τα 2000 χιλιόμετρα από τις ακτές, μαζί με προηγμένα αντιαεροπορικά συστήματα.

Φυσικά, τα DDG-1000 έχουν εξαιρετικά χαρακτηριστικά stealth κι έτσι γίνονται πολύ πιο δύσκολα αντιληπτά από ένα συμβατικό αντιτορπιλικό. Όμως, όσο υψηλές κι αν είναι οι ικανότητες stealth που διαθέτουν, είναι περίπου αδύνατον να καταστήσουν αόρατο ένα πλοίο με εκτόπισμα 16000 τόνων και μήκος 180 μέτρων, δεδομένου, μάλιστα, ότι και οι τεχνολογίες antistealth βελτιώνονται συνεχώς.

Οι ικανότητες stealth πράγματι μπορούν να προσφέρουν σημαντικό τακτικό πλεονέκτημα σε μικρά πλοία όπως είναι η σουηδική κορβέτα Visby, που είναι κατασκευασμένη πλήρως από συνθετικά υλικά, ή το πρωτοποριακό νορβηγικό καταμαράν-αερόστρωμνο Skjold. Το εκτόπισμα των πλοίων αυτών δεν ξεπερνά τους 600 τόνους κι έχουν σχεδιαστεί για να επιχειρούν σε αρχιπελαγικό περιβάλλον, μέσα σε κλειστούς κόλπους ή πλέοντας εξαιρετικά κοντά στην ακτή, έχοντας αμυντικούς ρόλους. Ουσιαστικά, δηλαδή, χρησιμοποιούν τις εγγύς στεριές για κάλυψη, ενώ το μικρό τους μέγεθος και το περιορισμένο ίχνος στα ραντάρ είναι βοηθητικά. Πλοία, ωστόσο, του μεγέθους των DDG-1000 πολύ δύσκολα θα μπορέσουν να μείνουν αθέατα ευρισκόμενα στην ανοιχτή θάλασσα.

Ακόμη κι αν στο μέλλον τα Zumwalt εφοδιαστούν με ηλεκτρομαγνητικά πυροβόλα (EM railguns) ή με πυροβόλα λέιζερ, εκμεταλλευόμενα την υπερδεκαπλάσια ηλεκτρική ισχύ σε σχέση με τα συμβατικά αντιτορπιλικά, που τους προσφέρει το πρωτοποριακό σύστημα παροχής ισχύος το οποίο διαθέτουν, και πάλι ενδέχεται να είναι τρωτά έναντι επιθέσεων κορεσμού με αντιπλοϊκές ρουκέτες, κατευθυνόμενους βαλλιστικούς πυραύλους και πυραύλους cruise υψηλής ταχύτητας. Όσον αφορά δε στις επιθετικές ικανότητες, αν εξαιρέσουμε τα δύο πυροβόλα, τα αντιτορπιλικά DDG-1000 μπορούν να μεταφέρουν μέχρι 80 πυραύλους cruise προσβολής χερσαίων στόχων Tomahawk. Δηλαδή, λίγο λιγότερους από ένα υπάρχον αντιτορπιλικό κλάσης Arleigh Burke και περίπου τους μισούς απ’ότι ένα πυρηνικό υποβρύχιο κλάσης Ohio.

Παρεμπιπτόντως, τα πυρηνικά υποβρύχια των ΗΠΑ είναι τα μόνα που μπορούν σήμερα να επιχειρήσουν με ασφάλεια σε θαλασσιές περιοχές οι οποίες απειλούνται από ισχυρά πλέγματα αντιπρόσβασης και άρνησης περιοχής, όπως είναι η Ανατολική και Νότια Σινική Θάλασσα έξω από την Κίνα.

Εν κατακλείδι, τα τρία αντιτορπιλικά DDG-1000 κλάσης Zumwalt είναι πολύ λίγα σε αριθμό για να παίξουν κάποιο σημαντικό ρόλο, δεν προσφέρουν κάτι περισσότερο σε σχέση με τα υπάρχοντα πλοία και εκφράζουν τις απαιτήσεις μίας γεωστρατηγικής πραγματικότητας που δεν ισχύει πια. Όσο υψηλή τεχνολογία κι αν ενσωματώνουν, δεν αποτελούν τον αφρό του κύματος που έρχεται από το μέλλον, αλλά τον αχό μιας εποχής που χάνεται. Και το ερώτημα που προκύπτει είναι τότε για ποιο λόγο κατασκευάζονται…

Το πυροβόλο Advanced Gun System (AGS) 155mm του DDG-1000 Zumwalt. (John Head/Flickr)

Ο εγκλωβισμός

Η απάντηση είναι δύσκολο να δοθεί και, σε κάθε περίπτωση, είναι σύνθετη και πολυπαραγοντική. Ένας παράγοντας ενδέχεται να είναι η ανάγκη διατήρησης εν ζωή των προβληματικών πλην κρίσιμης σημασίας για την εθνική ασφάλειας των ΗΠΑ ναυπηγείων Bath Iron Works και Ingalls της General Dynamics και της Northrop Grumman αντιστοίχως. Η ανάγκη κατασκευής προηγμένων και σύνθετων οπλικών συστημάτων, που θα κρατήσουν ζωντανή την ερευνά και ανάπτυξη «εξωτικών» πολεμικών τεχνολογιών και θα διατηρήσουν το κρίσιμης σημασίας τεχνολογικό προβάδισμα των ΗΠΑ έναντι του υπόλοιπου κόσμου, είναι μια ακόμη αιτία.

Όμως, κατά την άποψη του γράφοντος, ο σημαντικότερος παράγοντας για την επιμονή στη δημιουργία παρόμοιων συστημάτων, με αμφιλεγόμενα επιχειρησιακά πλεονεκτήματα αλλά σαφή τεχνολογική ανωτερότητα, είναι οι συμβολικές τους λειτουργίες. Από την αρχή της ιστορίας μέχρι σήμερα τα όπλα δεν κατασκευάζονται μόνο για να χρησιμοποιηθούν. Δημιουργούνται και για εντυπωσιάζουν, έτσι ώστε να μην χρειαστεί να χρησιμοποιηθούν. Ιδιαίτερα δε αν εκφράζουν την ισχύ μιας υπερδύναμης όπως είναι οι ΗΠΑ. Για να παραφράσουμε τη διάσημη ρήση για τη γυναίκα του Καίσαρα, μια υπερδύναμη δεν αρκεί να είναι πανίσχυρη, πρέπει και να φαίνεται. Με βάση αυτή τη λογική, οι ΗΠΑ φαίνεται πως επιμένουν στην κατασκευή και διατήρηση οπλικών συστημάτων υψηλής συμβολικής αξίας, έστω κι αν το κόστος του είναι πολύ μεγάλο και οι επιχειρησιακές του ικανότητες αμφισβητήσιμες.

Αξίζει, πάντως, να επισημανθεί ότι, για να εξυπηρετούν αυτές τις συμβολικές λειτουργίες, τα οπλικά συστήματα δεν χρειάζεται να διατίθενται σε μεγάλους αριθμούς. Εν προκειμένω, δεν χρειάζονταν και τριάντα δυο DDG-1000 του αρχικού σχεδιασμού. Το ένα αρκεί για να περάσει το μήνυμα της αμερικάνικής τεχνολογικής πρωτοπορίας και να προσφέρει εντυπωσιακές φωτογραφίες και βίντεο στη διεθνή κοινή γνώμη. Έτσι, λοιπόν, κατά φαινομενικά παράδοξο τρόπο, η ανάπτυξη παρόμοιων, πανάκριβων συστημάτων υψηλής συμβολικής αξίας, παραγόμενα και σε συμβολικούς αριθμούς, ταιριάζει σε αυτές τις εποχές ισχνών αγελάδων για τις Ένοπλες Δυνάμεις των ΗΠΑ. Το πρόβλημα είναι τι θα συμβεί αν, εκτός από συμβολικές ικανότητες σε συμβολικούς αριθμούς, χρειαστούν και πραγματικές ικανότητες σε επαρκείς αριθμούς…

SHIP_DDG-1000_Features_lg

Ο φετιχισμός των ικανοτήτων stealth

Τα κορυφαία συστήματα υψηλής συμβολικής αξίας στο αμερικάνικο οπλοστάσιο είναι τα 11 υπεραεροπλανοφόρα (super carriers) που διαθέτει. Τα DDG-1000 εντάσσονται επίσης σε αυτή την κατηγορία ενώ τα σχεδιαζόμενα στρατηγικά βομβαρδιστικά του προγράμματος LRS (Long Range Strike) έχουν κι αυτά παρόμοια στοιχεία. Σημαντικό δε ρόλο όσον αφορά στις συμβολικές διαστάσεις της αμερικάνικής ισχύος παίζουν οι ικανότητες stealth. Αυτό ξεκίνησε την εποχή του Πρώτου Πολέμου του Κόλπου, το 1991, όταν τα βομβαρδιστικά stealth F-117 Nighthawk αποτέλεσαν την αιχμή του δόρατος της αμερικάνικής πολεμικής μηχανής και το βαρύ πυροβολικό της επικοινωνιακής διάστασης της εκστρατείας.

Για τον λόγο αυτό, οτιδήποτε έχει ικανότητες stealth πριμοδοτείται από το σύστημα εξουσίας των ΗΠΑ, έστω κι αν αμφισβητούνται οι ικανότητες του ως οπλικού συστήματος εν συνόλω.

Τα DDG-1000 είναι, φυσικά, μέρος του αμερικάνικου οπλοστασίου stealth, αλλά το απόλυτο φετίχ όσον αφορά στις ικανότητες αυτές είναι το μαχητικό αεροσκάφος F-35 Lightning II. Το αεροπλάνο αυτό βρίσκεται στη δίνη του κυκλώνα, αντιμετωπίζοντας οξύτατη κριτική για τις ικανότητες του και για τις τεράστιες υπερβάσεις στο κόστος του. Όμως αποτελεί ένα κατεξοχήν σύμβολο της αμερικάνικης στρατιωτικής και τεχνολογικής πρωτοπορίας και γι’ αυτό θα συνεχίσει την πορεία του, αποστερώντας το θησαυροφυλάκιο της χώρας από χρήματα που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν για την αγορά λιγότερο εντυπωσιακών, αλλά πολύ πιο αποτελεσματικών και προσαρμοσμένων στη σημερινή πραγματικότητα οπλικών συστημάτων.

Το πρόβλημα με τα όπλα-σύμβολα είναι ότι μπορεί να παίζουν πολύ καλά τον ρόλο τους στον καιρό της ειρήνης ή σε συγκρούσεις με αδύναμους αντιπάλους. Αν όμως ενσκήψει μια πολεμική αντιπαράθεση για την οποία δεν είναι προετοιμασμένα, μπορεί να προκύψουν πολύ οδυνηρές εκπλήξεις.

Το κόνσεπτ του ηλεκτρομαγνητικού πυροβόλου (Pavel Browkoff/Flickr)

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι αυτό του βρετανικού καταδρομικού μάχης «Hood». Το τεράστιο αυτό σκάφος, με εκτόπισμα περίπου 47000 τόνων, ήταν το μεγαλύτερο σε υπηρεσία πολεμικό πλοίο στον κόσμο για πολλά χρόνια και έπαιξε πολύ επιτυχώς τον ρόλο του συμβόλου της βρετανικής ναυτικής ισχύος, επισκεπτόμενο πολυάριθμα λιμάνια ανά τον κόσμο τη δεκαετία του ’20 και του ’30 δημιουργώντας γύρω του έναν μύθο όσον αφορά στην ισχύ του. Στην πραγματικότητα, ωστόσο, είχε πολλές ατέλειες, με σημαντικότερη την ανεπαρκή θωράκιση του. Έτσι, κατά τη διάσημη ναυμαχία στα Στενά της Δανίας την 24η Μαΐου 1941 συγκρούστηκαν μαζί με το θωρηκτό «Bismarck» και το βαρύ καταδρομικό «Prinz Eugen». Έπειτα από σύντομη ανταλλαγή πυρών, ένα βλήμα από το «Bismarck» διαπέρασε τη θωράκιση του «Hood» και προκάλεσε τη συμπαθητική εκτόνωση των αποθηκευμένων βλημάτων σε μια αποθήκη οπλισμού. Το βρετανικό πολεμικό βυθίστηκε σε μερικά δευτερόλεπτα και από 1418 μέλη του πληρώματος διασώθηκαν μόνο τρεις.

Ενώπιον παρόμοιων εκπλήξεων δεν είναι απίθανο να βρεθούν και οι Ηνωμένες Πολιτείες του μέλλοντος. Όσο παραμένουν εγκλωβισμένες σε μια λογική διατήρησης και ανάπτυξης συστημάτων υψηλού κόστους και μεγάλης συμβολικής αξίας σε ανεπαρκείς αριθμούς δημιουργούν μια επικίνδυνη εν δυνάμει κατάσταση γι’ αυτές, που απειλεί να τις επαναφέρει βίαια στον πραγματικό κόσμο αν ξεσπάσει πολεμική αντιπαράθεση με κάποιο «ομόλογο αντίπαλο («peer opponent»), όπως μπορεί να είναι η Κίνα, και όχι με τις βολικά αδύναμες χώρες, στην κατανίκηση των όποιων στήριξαν τον μύθο της μόνης υπερδύναμης από το 1990 και μετά…

*Διδάσκει το μάθημα της Γεωπολιτικής στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων και Γεωγραφία της Ασφάλειας και των Αφοπλισμών στο Τμήμα Τουρκικών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Πηγή: www.epikaira.gr 18 Δεκεμβρίου 2015.

ΔΕΝ επιτρέπονται απαξιωτικοί και υβριστικοί χαρακτηρισμοί εναντίον στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας. Υποβάλλοντας το σχόλιο σου επιβεβαιώνεις ότι έχεις διαβάσει και αποδεχθεί τους όρους χρήσης και σχολιασμού του ιστοτόπου. Η ευθύνη των σχολίων (αστική και ποινική) βαρύνει τους σχολιαστές. Οι απόψεις που εκφράζονται δεν αντιπροσωπεύουν εκείνες της "Προέλασης" και δεν πρέπει να εκλαμβάνονται ως τέτοιες.

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: