«Μεγαλώσαμε περιμένοντας ότι θα γυρίσουν»

Ρεπορτάζ: Γιάννης Παπαδόπουλος

Η Ανδρονίκη Σταύρου ήταν έξι ετών όταν χάθηκαν τα ίχνη του πατέρα της. Ως ανθυπασπιστής του Ελληνικού Στρατού στον 1º Λόχο του 361 Τάγματος Πεζικού, ο Σωτήρης Σταύρου ήταν επικεφαλής διμοιρίας στην Κύπρο με στρατηγείο στο χωριό Δίκομο. Ξημερώματα της 14ης Αυγούστου του 1974, κατά τη δεύτερη τουρκική εισβολή, η ομάδα του δέχτηκε πυρά με κάθε τύπο όπλου από στεριά, θάλασσα και αέρα. Ακολουθώντας τις διαταγές των ανωτέρων τους επιχείρησαν να οπισθοχωρήσουν σε ασφαλή θύλακο. Από τη νύχτα όμως της επόμενης ημέρας κανείς δεν ξαναείδε τον Σταύρου με τους άντρες του.

«Μεγαλώσαμε περιμένοντάς τον. Πίστευα ότι θα έρθει», λέει στην «Καθημερινή» η κόρη του, από την Καλαμάτα όπου ζει. Από τα 21 της έτη ταξίδευε τακτικά στην Κύπρο προσπαθώντας να συλλέξει μαρτυρίες συμπολεμιστών του πατέρα της. Ώσπου την περασμένη Τετάρτη επαναπατρίστηκαν στην Ελλάδα με τιμές τα λείψανα έξι στρατιωτικών, πεσόντων και αγνοουμένων στη Μεγαλόνησο. Μέσα στο κασελάκι που αντιστοιχούσε στον πατέρα τής κ. Σταύρου βρισκόταν ένα οστό – το μοναδικό κομμάτι που βρήκαν οι ερευνητές σε ομαδικό τάφο.

Η ταυτοποίηση του Σταύρου έγινε με ειδική ανάλυση DNA το 2013 από τη Διερευνητική Επιτροπή για τους Αγνοουμένους (ΔΕΑ), υπηρεσία που συστάθηκε κατόπιν συμφωνίας μεταξύ της Ελληνοκυπριακής και της Τουρκοκυπριακής Κοινότητας υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών. Μέχρι σήμερα, η ΔΕΑ έχει προχωρήσει σε 581 ταυτοποιήσεις αγνοουμένων και πεσόντων. Εκτός από τον Σταύρου ταυτοποίησε και τα λείψανα του δεκανέα Δημήτρη Τσούκα και του στρατιώτη Ζαχαρία Καρδάρα, που επαναπατρίστηκαν την περασμένη Τετάρτη μαζί με τα οστά των ανθυπασπιστών Θεοφάνη Λουκάκη, Νικολάου Καβροχωριανού και Νικολάου Τσιγγαρόπουλου.

Οι έξι αγνοούμενοι και πεσόντες στην Κύπρο. Πάνω σειρά από τα αριστερά: ο συνταγματάρχης Σωτήρης Σταύρου, ο ανθυπασπιστής Θεοφάνης Λουκάκης και ο ανθυπασπιστής Νικόλαος Καβροχωριανός. Κάτω σειρά από τα αριστερά: ο ανθυπασπιστής Νικόλαος Τσιγγαρόπουλος, ο δεκανέας Δημήτριος Τσούκας και ο στρατιώτης Ζαχαρίας Καρδάρας.

Ελπίδα μέχρι το τέλος

Πριν από την επίσημη τελετή παραλαβής στην Κύπρο οι συγγενείς των έξι στρατιωτικών ζήτησαν να ανοιχτούν μπροστά τους τα κασελάκια. Ηταν η στιγμή που συνειδητοποίησαν το τέλος των αναζητήσεών τους. Η Μαρία Καλμπουρτζή, πρόεδρος της Πανελλήνιας Επιτροπής Γονέων και Συγγενών Αδήλωτων Αιχμαλώτων και Αγνοουμένων Κυπριακής Τραγωδίας, βρισκόταν μπροστά σε αυτή τη σκηνή. Και ο δικός της πατέρας ήταν μεταξύ των αγνοουμένων του ’74. «Ολοι οι συγγενείς που έχουν τον πόνο της αναζήτησης δεν σταμάτησαν να ελπίζουν», λέει. «Ολοι βιώνουμε μια απουσία, όχι μια απώλεια. Είναι δικαίωμά μας να μάθουμε τι έγινε με την τύχη αυτών των ανθρώπων».

Ο Γεώργιος Τσούκας, όπως και οι υπόλοιποι συγγενείς των έξι στρατιωτικών, ήξερε από το 2013 ότι είχε ταυτοποιηθεί ο αδερφός του. Μέχρι την παραλαβή των λειψάνων όμως ήλπιζε ότι οι ερευνητές είχαν κάνει λάθος. «Ευχόμουν αντί να μου παρουσιάσουν τα οστά, να μου πουν ότι έρχεται ο αδερφός μου. Θα γινόμουν και πάλι νέος από τη χαρά αν τον έβλεπα μπροστά μου», λέει στην «Κ».

Ο Δημήτρης Τσούκας όπως και ο στρατιώτης Ζαχαρίας Καρδάρας βρέθηκαν σε ατομικούς τάφους σε τοποθεσία του τουρκοκυπριακού χωριού Χαμίτ Μάντρες. Αρχικά, όταν οι ερευνητές ανακάλυψαν τους τάφους θεώρησαν ότι επρόκειτο για αγνοουμένους του 1974. Παραξενεύτηκαν όμως από τη χειμωνιάτικη ενδυμασία των δύο στρατιωτών και διαπίστωσαν ότι ήταν νεκροί άλλης περιόδου. Ο Τσούκας είχε χαθεί το 1965 και ο Καρδάρας το 1966. Σύμφωνα με τους ερευνητές, κατά την περίοδο των διακοινοτικών ταραχών οι δύο άντρες απήχθησαν, φυλακίστηκαν και εκτελέστηκαν.

Η ΔΕΑ συστάθηκε τον Απρίλιο του 1981, αλλά ξεκίνησε τις αρχαιολογικές εκταφές το 2005 και τις ταυτοποιήσεις μέσω DNA δύο χρόνια αργότερα. Τα λείψανα στέλνονται σε εργαστήριο στην ουδέτερη ζώνη του αεροδρομίου Λευκωσίας όπου εξετάζονται από δικανικούς ανθρωπολόγους. Αυτοί αναζητούν παθολογικά και οδοντικά χαρακτηριστικά και καταγράφουν όλο τον ρουχισμό και όσα προσωπικά αντικείμενα έχουν βρεθεί με τα οστά.

Ανασκαφή στην Κύπρο από επιστήμονες της ΔΕΑ.

Αρκετά χρόνια, η ΔΕΑ έστελνε δείγματα οστών για εξαγωγή γενετικού υλικού στο εργαστήριο της Διεθνούς Επιτροπής για τους Αγνοουμένους στη Βοσνία. Πλέον η ανάλυση γίνεται σε εργαστήριο στις ΗΠΑ. Στην τελική φάση τα αποτελέσματα ελέγχονται με τα γενετικά προφίλ των συγγενών, τα οποία φυλάσσονται σε ειδική βάση δεδομένων. Για να γίνει ταυτοποίηση θα πρέπει ο συσχετισμός μεταξύ των δειγμάτων να φτάνει ή να ξεπερνά το 99,95%.

Μόλις επιτευχθεί μια ταύτιση, η ενημέρωση των συγγενών είναι μια ξεχωριστή, επώδυνη διαδικασία. «Είμαστε οι πρώτοι που τους ανακοινώνουμε τι έχει συμβεί», λέει σε τηλεφωνική μας συνομιλία από την Κύπρο η Καίτη Μανκερτζιάν, λειτουργός στήριξης οικογενειών στη ΔΕΑ. Στην περίπτωση των έξι στρατιωτικών η ελληνική πρεσβεία στη Λευκωσία ανέλαβε να μεταφέρει τα νέα. «Θέλουμε να εκφράσουμε τα συλλυπητήριά μας στις οικογένειες των αδερφών Ελλαδιτών», λέει η κ. Μανκερτζιάν. «Ελπίζουμε με τον επαναπατρισμό να ανακουφιστούν οι συγγενείς, να δοθεί τέλος στη μακρόχρονη οδύνη της αναζήτησης».

Ο ομαδικός τάφος του Κορνόκηπου

Για την Ανδρονίκη Σταύρου οι τέσσερις δεκαετίες που μεσολάβησαν μέχρι τον επαναπατρισμό των λειψάνων ήταν ιδιαίτερα ψυχοφθόρες. Εδώ και χρόνια έχει δεχθεί πολλές φορές συλλυπητήρια.

Ο κύκλος της αναζήτησής της άρχισε να κλείνει το καλοκαίρι του 2008, όταν κοντά στο χωριό Κορνόκηπος, στην κατεχόμενη περιοχή Αμμοχώστου, ανακαλύφθηκε ένας ομαδικός τάφος. Οπως αναφέρει στην «Κ» η κ. Μανκερτζιάν, από τις έρευνες των ειδικών φάνηκε ότι είχε προηγηθεί μετακίνηση των σκελετών από αγνώστους – πιθανότατα σε μια προσπάθεια συγκάλυψης. Οι αρχαιολόγοι της ΔΕΑ όμως κατάφεραν να εντοπίσουν υπολείμματα οστών 29 ατόμων. Στις αναλύσεις που ακολούθησαν βρέθηκε ότι ένα από αυτά τα οστά ανήκε στον πατέρα τής κ. Σταύρου.

Η τελετή παραλαβής των λειψάνων στην Κύπρο. (Φωτογραφία: ΑΠΕ)

«Ήταν από τους ανθρώπους που δεν θα εγκατέλειπε ποτέ τις γραμμές, περίμενε οδηγίες από το τάγμα του» λέει ο Γεώργιος Σμυρνής, σύζυγος της Ανδρονίκης Σταύρου και σμήναρχος εν αποστρατεία της Πολεμικής Αεροπορίας. Ο Σωτήρης Σταύρου προήχθη επ’ ανδραγαθία στον βαθμό του Συνταγματάρχη. Καταγόταν από τα Ιωάννινα και ήταν 34 ετών όταν πέθανε, αφήνοντας στην Καλαμάτα τη σύζυγό του και δύο κόρες. Το 2002 με μέριμνα του Γενικού Επιτελείου Στρατού κατασκευάστηκε προτομή του στην Καλαμάτα.

Ο κ. Σμυρνής δεν γνώρισε ποτέ τον πεθερό του, βοηθούσε όμως τη γυναίκα του στα ταξίδια αναζήτησης που έκανε από το 1992 -τουλάχιστον μία φορά τον χρόνο- στην Κύπρο. «Θέλαμε να ξέρουμε τον τόπο, τον χρόνο και τις συνθήκες. Να έχουμε ένα σημείο αναφοράς για την οικογένεια, για να μην πάει χαμένη η θυσία του» λέει. «Το ’22 αφήσαμε τους νεκρούς μας στην Τουρκία. Το ’40 στα αλβανικά βουνά. Τουλάχιστον αυτούς του ’74 ας τους φέρουμε πίσω».

Πηγή: Έντυπη έκδοση της «Καθημερινής«, 24 Ιανουαρίου 2016

ΔΕΝ επιτρέπονται απαξιωτικοί και υβριστικοί χαρακτηρισμοί εναντίον στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας. Υποβάλλοντας το σχόλιο σου επιβεβαιώνεις ότι έχεις διαβάσει και αποδεχθεί τους όρους χρήσης και σχολιασμού του ιστοτόπου. Η ευθύνη των σχολίων (αστική και ποινική) βαρύνει τους σχολιαστές. Οι απόψεις που εκφράζονται δεν αντιπροσωπεύουν εκείνες της "Προέλασης" και δεν πρέπει να εκλαμβάνονται ως τέτοιες.

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: