Ειδικότερα, το προτεινόμενο σχέδιο νόμου διαρθρώνεται σε επτά κεφάλαια, τα οποία αντιστοιχούν σε ισάριθμες θεματικές ενότητες, συναφείς ως προς το περιεχόμενό τους, το γενικό πλαίσιο των οποίων αναλύεται στις επόμενες παραγράφους. (ΓΕΑ)

Αναρτήθηκε σήμερα για δημόσια διαβούλευση το πολυνομοσχέδιο του υπουργείου Εθνικής Άμυνας (ΥΕΘΑ). Το πολυνομοσχέδιο για τις Ένοπλες Δυνάμεις προβλέπει μία σειρά από νομοθετικές ρυθμίσεις και περιλαμβάνει 49 άρθρα.

Σύμφωνα με την ανακοίνωση, ο υπουργός Εθνικής Άμυνας, θέτει από σήμερα Δευτέρα, 28 Μαρτίου 2016 και ώρα 15:00 σε δημόσια ηλεκτρονική διαβούλευση το σχέδιο νόμου «Ρύθμιση θεμάτων Υπουργείου Εθνικής Άμυνας» και καλεί τους κοινωνικούς εταίρους και κάθε ενδιαφερόμενο να συμμετάσχουν καταθέτοντας προτάσεις, προκειμένου να βελτιωθούν οι διατάξεις του νομοσχεδίου.

Το πολυνομοσχέδιο περιλαμβάνει ρυθμίσεις για την Στρατιωτική Εκπαίδευση, τη Σύσταση Μονάδας Μελετών και Κατασκευών (ΜΟΜΚΑ), την αξιοποίηση ακινήτων από νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και φορείς της τοπικής αυτοδιοίκησης, μεταθέσεις στρατιωτικού προσωπικού, μέριμνα υπέρ προσωπικού Κοινών Σωμάτων των Ενόπλων Δυνάμεων αλλά και την ανακατάταξη ή επανακατάταξη οπλιτών στις Ειδικές Δυνάμεις

Η διαβούλευση θα διαρκέσει μέχρι τις 11 Απριλίου 2016 και ώρα 14:00.

Το σχέδιο νόμου καταστρώνεται σε τρεις βασικούς άξονες, έχοντας ως στόχο, πρώτον τη ρύθμιση βασικών αναγκών οργάνωσης και δομής των Ενόπλων Δυνάμεων (ΕΔ) μέσω της σύστασης νέων Υπηρεσιών και της συγχώνευσης άλλων, δεύτερον τη ρύθμιση ζητημάτων ασφαλείας και εξοπλιστικής επάρκειας των ΕΔ, και τρίτον τη βελτίωση σημαντικού αριθμού ρυθμίσεων σταδιοδρομικής φύσεως, ιεραρχίας, εξέλιξης και υπηρεσιακής αξιοποίησης στελεχών των ΕΔ. Το σύνολο των προτεινόμενων ρυθμίσεων εξυπηρετεί τις ανάγκες των Γενικών Επιτελείων (ΓΕ) των ΕΔ και η ενσωμάτωσή τους στο νομικό πλαίσιο που διέπει την οργάνωση και τη λειτουργία των ΓΕ, συνεισφέρει στην επαύξηση της αποδοτικότητας και της αποτελεσματικότητάς αυτών, τη βελτίωση των όρων εργασίας του προσωπικού τους, καθώς και τη διαμόρφωση των προϋποθέσεων συνεργασίας με τους λοιπούς φορείς του Δημοσίου.

Ειδικότερα, το προτεινόμενο σχέδιο νόμου διαρθρώνεται σε επτά κεφάλαια, τα οποία αντιστοιχούν σε ισάριθμες θεματικές ενότητες, συναφείς ως προς το περιεχόμενό τους, το γενικό πλαίσιο των οποίων αναλύεται στις επόμενες παραγράφους.

Το πρώτο κεφάλαιο του νόμου περιλαμβάνει 4 άρθρα (1-4), με τα οποία ρυθμίζεται η ενοποίηση των τριών Ανωτέρων Στρατιωτικών Σχολών Υπαξιωματικών της Πολεμικής Αεροπορίας (ΠΑ) σε μία ενιαία Σχολή Υπαξιωματικών Αεροπορίας (Σ.Υ.Α.). Με τη ρύθμιση αυτή επιχειρείται η αναβάθμιση της παρεχόμενης εκπαίδευσης στους υπαξιωματικούς της ΠΑ και ταυτόχρονα, η εξοικονόμηση προσωπικού και υλικών και οικονομικών πόρων.

Ειδικότερα, με την εν λόγω ρύθμιση καταργούνται, μετά από ένα στάδιο μετάβασης δύο ετών, οι υφιστάμενες Σχολές υπαξιωματικών της ΠΑ, ήτοι η Σχολή Τεχνικών Υπαξιωματικών Αεροπορίας (Σ.Τ.Υ.Α.), η Σχολή Υπαξιωματικών Διοικητικών Αεροπορίας (Σ.Υ.Δ.) και η Σχολή Ιπταμένων Ραδιοναυτίλων (Σ.Ι.Ρ.).

Παραλλήλως, η νέα Σχολή που συνιστάται, φιλοδοξεί να καλύψει το σύνολο της εκπαίδευσης και των γνωστικών αντικειμένων που παρέχονται στους εκπαιδευόμενους μαθητές των καταργούμενων Σχολών. Σύμφωνα με το σχεδιασμό προβλέπεται να λειτουργούν στη Σ.Υ.Α. τρεις κατευθύνσεις για την παραγωγή των γενικών ειδικοτήτων Τεχνικών, Διοικητικών και Ιπταμένων Ραδιοναυτίλων, κατ’ αντιστοιχία προς τις ειδικεύσεις των Σχολών που καταργούνται. Κατά συνέπεια, η προτεινόμενη ρύθμιση επιφέρει σημαντικές βελτιώσεις σε επίπεδο οργάνωσης και ποιότητας της παρεχόμενης εκπαίδευσης, δεδομένου ότι η συγχώνευση των υφιστάμενων Σχολών σε μία εγγυάται την απλοποίηση και βελτιστοποίηση των διαδικασιών που ακολουθούνται, τη μείωση των διοικητικών βαρών και την επίτευξη ενιαίου αναβαθμισμένου επιπέδου εκπαίδευσης. Επιπρόσθετα, μέσω της συγχώνευσης των υφιστάμενων δομών αναμένεται να απελευθερωθούν οικονομικοί πόροι και προσωπικό, και να βελτιωθούν συνολικά οι υλικοτεχνικές δομές στέγασης, σίτισης και εκπαίδευσης των μαθητών της Σχολής.

Το δεύτερο κεφάλαιο του νόμου περιλαμβάνει 4 άρθρα (5-8), με τα οποία ρυθμίζεται η σύσταση και η λειτουργία μιας νέας Υπηρεσίας στο Γενικό Επιτελείο Εθνικής Άμυνας (ΓΕΕΘΑ), η οποία θα έχει ως σκοπό αφενός τη συνεργασία με φορείς του ευρύτερου δημοσίου τομέα στους τομείς της εκπόνησης μελετών και της κατασκευής έργων διά της χρησιμοποίησης μέσων και προσωπικού των ΕΔ, και αφετέρου το συντονισμό των ως άνω μέσων και του προσωπικού για την εκπλήρωση των αναλαμβανόμενων έργων και μελετών.

Ειδικότερα, με τη ρύθμιση αυτή, ορίζεται στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας (ΥΠ.ΕΘ.Α) συγκεκριμένος φορέας, ο οποίος θα αναλαμβάνει το έργο της σύμπραξης με φορείς του Δημοσίου για την εκπόνηση μελετών και την κατασκευή έργων τοπικού ενδιαφέροντος. Με τον τρόπο αυτό, οργανώνεται το πλαίσιο αξιοποίησης των υλικοτεχνικών δυνατοτήτων των ΕΔ, επ’ ωφελεία των ιδίων αλλά και του Δημοσίου γενικότερα. Το αναλαμβανόμενο έργο αναμένεται να διευκολύνει την εκτέλεση έργων τοπικού ενδιαφέροντος, ιδίως σε παραμεθόριες και απομακρυσμένες περιοχές, όπου καθίσταται δυσχερές να εκπληρώνονται βασικές ανάγκες της τοπικής κοινωνίας μέσω της ιδιωτικής πρωτοβουλίας.

Παράλληλα, το πραγματοποιούμενο έργο προσδοκάται ότι θα εξυπηρετεί γενικότερους σκοπούς εθνικής άμυνας.

Το τρίτο κεφάλαιο περιλαμβάνει 8 άρθρα (9-16), με τα οποία ρυθμίζεται η σύσταση και η λειτουργία μιας νέας Υπηρεσίας στο ΥΠ.ΕΘ.Α., η οποία θα αναλάβει ρόλο οικονομικοτεχνικής και νομικής υποστήριξης, με αποκλειστική αρμοδιότητα τη βέλτιστη αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας των τριών Ταμείων των ΕΔ, ήτοι του Ταμείου Εθνικής Άμυνας (Τ.ΕΘ.Α.), του Ταμείου Αεροπορικής Άμυνας (Τ.Α.Α.) και του Ταμείου Εθνικού Στόλου (Τ.Ε.Σ.), που δεν χρησιμοποιούνται για στρατιωτικούς σκοπούς, καθώς και των ακινήτων του Μετοχικού Ταμείου Στρατού (Μ.Τ.Σ.), του Μετοχικού Ταμείου Ναυτικού (Μ.Τ.Ν.) και του Μετοχικού Ταμείου Αεροπορίας (Μ.Τ.Α.). Τα ως άνω Ταμεία, εκ των οποίων το Τ.ΕΘ.Α. και το Τ.Α.Α. αποτελούν αυτοτελή νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, ενώ το Τ.Ε.Σ. αυτοτελή δημόσια υπηρεσία, έχουν στην κυριότητά τους σημαντικής αξίας ακίνητη περιουσία, μεγάλο μέρος της οποίας δεν χρησιμοποιείται για στρατιωτικούς σκοπούς και κατά τούτο μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αξιοποίησης. Περαιτέρω, αξιοποιήσιμη ακίνητη περιουσία έχουν στην κυριότητά τους και τα προαναφερόμενα Μετοχικά Ταμεία, που αποτελούν αυτοτελή νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου. Η αξιοποίηση των ακινήτων σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να συνεπάγεται τη μεταβίβαση της κυριότητάς τους, καθώς σκοπός της ρύθμισης είναι ο διαρκής χαρακτήρας των οικονομικών εισροών που θα προκύπτουν από την εκμετάλλευση της αξίας των ακινήτων για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών των ΕΔ, και όχι η εφάπαξ αξιοποίησή τους και η συνακόλουθη απογύμνωση των Ταμείων από τα περιουσιακά στοιχεία που αυτά διαθέτουν.

Με τις ρυθμίσεις του κεφαλαίου αυτού επιδιώκεται ακριβώς η διαμόρφωση των κατάλληλων δομών, μέσα από τις οποίες θα οργανωθεί η διαχείριση των ίδιων οικονομικών πόρων του ΥΠ.ΕΘ.Α. με το βέλτιστο δυνατό τρόπο. Για το σκοπό αυτό, η αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας των Ταμείων κρίνεται ωφέλιμο να ανατεθεί σε μια ανεξάρτητη Υπηρεσία, η οποία θα αναλάβει να φέρει εις πέρας το σύνολο των διαδικασιών που απαιτούνται. Η νέα Υπηρεσία (Υπηρεσία Αξιοποίησης Ακίνητης Περιουσίας Ένοπλων Δυνάμεων- ΥΠ.Α.Α.Π.Ε.Δ.) θα επιλαμβάνεται της προπαρασκευής των σχεδίων προς αξιοποίηση των ακινήτων που δεν κρίνονται επιχειρησιακά αναγκαία μέσα από την εκπόνηση κατάλληλων μελετών, θα εισηγείται ολοκληρωμένα σχέδια αξιοποίησης προς το ΥΠ.ΕΘ.Α. και κατόπιν θα προβαίνει σε όλες τις νομικές πράξεις που απαιτούνται για την ολοκλήρωση της διαδικασίας αξιοποίησης.

Η δημιουργία της νέας ευέλικτης Υπηρεσίας συνεπάγεται τη διατήρηση των τριών Ταμείων στα οποία έγινε μνεία ανωτέρω και για τα οποία είχε προβλεφθεί με το άρθρο 18 του ν. 4250/2014 (Α’ 74) η κατάργηση και συγχώνευσή τους σε ένα νέο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, το Ενιαίο Ταμείο Εθνικής Άμυνας (Ε.Τ.Ε.Α.). Η εν λόγω πρόβλεψη δεν υλοποιήθηκε ωστόσο, καθώς συναρτάτο, βάσει του ίδιου άρθρου, με την έκδοση, με προεδρικό διάταγμα, του Οργανισμού Λειτουργίας του Ε.Τ.Ε.Α., εντός αποκλειστικής προθεσμίας, η οποία όμως παρήλθε άπρακτη.

Η διατήρηση της αυτοτελούς νομικής προσωπικότητας των Ταμείων σύμφωνα με τους ιδρυτικούς τους νόμους και η συνακόλουθη ματαίωση της σύστασης του Ε.Τ.Ε.Α. κρίνονται ως απαραίτητες νομοθετικές παρεμβάσεις. Η πολυετής εμπειρία που έχει συσσωρευτεί από την ανάπτυξη της δραστηριότητας των Ταμείων τα καθιστά πολύτιμα εργαλεία για την κάλυψη ποικίλων τρεχουσών αναγκών των ΕΔ. Έχει αποδειχθεί δε στην πράξη ότι το νομικό πλαίσιο λειτουργίας τους δεν προκαλεί λειτουργικά εμπόδια για την εξυπηρέτηση των σκοπών τους με αποτελεσματικό τρόπο. Συνεπώς, το εγχείρημα αντικατάστασής τους από ένα νέο φορέα διαχείρισης του συνόλου της περιουσίας τους δεν κρίνεται αναγκαίο, στο μέτρο που δεν θα προκαλέσει ουσιαστικές βελτιώσεις στο υπάρχον καθεστώς δραστηριοποίησής τους.

Ωστόσο, η πρόβλεψη σχηματισμού μιας διακλαδικής, ολιγομελούς, ανεξάρτητης Υπηρεσίας, η οποία θα λειτουργεί παράλληλα με τα Ταμεία και σε στενή συνεργασία με αυτά, σε ρόλο συντονιστή για το σκοπό της εξυπηρέτησης συγκεκριμένου έργου, που είναι η αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας τους, παρουσιάζει διπλό όφελος. Αφενός δεν ανατρέπει το πλαίσιο λειτουργίας των Ταμείων, αφετέρου, χάρη στην εξειδικευμένη αποστολή της ΥΠ.Α.Α.Π.ΕΔ., θα συμβάλει καίρια στη βέλτιστη αξιοποίηση μέρους των πόρων τους προς όφελος του συνόλου των ΕΔ. Συμπερασματικά, η παρούσα νομοθετική ρύθμιση έχει ως στόχο να διατηρήσει τις ήδη υπάρχουσες δομές διαχείρισης της ακίνητης περιουσίας των ΕΔ και να παρέμβει ήπια σε αυτές, ενισχύοντάς τες με την προσθήκη μιας νέας οργανωτικής μονάδας, η οποία θα στοχεύει στη βελτιστοποίηση του υπάρχοντος πλαισίου λειτουργίας των Ταμείων και όχι στη ριζική μεταβολή του.

Το τέταρτο κεφάλαιο περιλαμβάνει 14 άρθρα (17-30), με τα οποία ρυθμίζονται ζητήματα σταδιοδρομικής φύσεως, υπηρεσιακής εξέλιξης, μετατάξεων, μεταθέσεων, ιεραρχίας και υπηρεσιακής αξιοποίησης κατηγοριών στρατιωτικού προσωπικού των ΕΔ, με σκοπό τη βέλτιστη διαχείριση του προσωπικού αυτού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Στρατού Ξηράς, του Πολεμικού Ναυτικού και της Πολεμικής Αεροπορίας. Μεγάλο μέρος των διατάξεων αφορά σε τροποποίηση του ν. 3883/2010 «Υπηρεσιακή εξέλιξη και ιεραρχία των στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων – Θέματα διοίκησης των Ενόπλων Δυνάμεων, Στρατολογίας και συναφείς διατάξεις» (Α’ 167), ο οποίος αποτελεί το βασικό νόμο περί σταδιοδρομίας και εξέλιξης των αξιωματικών των ΕΔ. Το σύνολο των διατάξεων κατατείνει στον εξορθολογισμό των όρων υπηρεσιακής εξέλιξης, ιεραρχίας και υπηρεσιακής αξιοποίησης του προσωπικού των ΕΔ, σύμφωνα με τις ανάγκες των Γενικών Επιτελείων.

Το πέμπτο κεφάλαιο περιλαμβάνει 3 άρθρα (31-33), με τα οποία ρυθμίζονται ζητήματα σύναψης συμβάσεων προμηθειών, υπηρεσιών ή έργων του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας στον τομέα της άμυνας και της ασφάλειας, και ειδικότερα των συμβάσεων εν συνεχεία υποστήριξης. Ειδικότερα: Όσον αφορά στη σύναψη συμβάσεων προμηθειών και υπηρεσιών του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας στον τομέα της άμυνας και της ασφάλειας, τα Γενικά Επιτελεία καθορίζονται ως αρμόδια όργανα για τη διενέργεια των σχετικών διαδικασιών, εφόσον η εκτιμώμενη αξία εκτός ΦΠΑ των συμβάσεων είναι κατώτερη του ποσού του κατώτατου ορίου από το οποίο εφαρμόζεται η νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Επιπλέον, κατόπιν απόφασης του Υπουργού Εθνικής Άμυνας που θα είναι πλήρως αιτιολογημένη, παρέχεται η δυνατότητα στα Γενικά Επιτελεία να διενεργούν σε εξαιρετικές περιπτώσεις όλες τις ως άνω διαδικασίες, χωρίς να εφαρμόζονται οι διαδικασίες των άρθρων 1 και 2 του ν.3978/2011 «Δημόσιες Συμβάσεις Έργων, Υπηρεσιών και Προμηθειών στους τομείς της Άμυνας και της Ασφάλειας – Εναρμόνιση με την Οδηγία 2009/81/ΕΚ -Ρύθμιση θεμάτων του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας.» (Α’ 137), και του άρθρου 76 ν.3883/2010. Η δυνατότητα αυτή παρέχεται στα Γενικά Επιτελεία αποκλειστικά και μόνο σε περιπτώσεις που απαιτείται η κάλυψη σοβαρών και ανελαστικών αναγκών εθνικής ασφάλειας και ετοιμότητας των ΕΔ, η δε χρηματοδότηση των συμβάσεων αυτών θα γίνεται από τις πιστώσεις των εξοπλιστικών προγραμμάτων και των λειτουργικών προϋπολογισμών των Γενικών Επιτελείων, οι οποίες δε δύναται να υπερβαίνουν το ετήσιο ανώτατο όριο πιστώσεων, όπως αυτό ορίζεται στο οικείο Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής (ΜΠΔΣ). Με τη ρύθμιση αυτή, τα Γενικά Επιτελεία διευκολύνονται ως προς την ικανοποίηση σοβαρών και επιτακτικών αναγκών προμήθειας αμυντικού υλικού και παροχής υπηρεσιών των τριών κλάδων των Ενόπλων Δυνάμεων, ώστε να λειτουργούν οποτεδήποτε υπό καθεστώς πλήρους επιχειρησιακής ετοιμότητας.

Περαιτέρω, εξασφαλίζεται η απαιτούμενη ευελιξία, προκειμένου να ικανοποιούνται άμεσα και αποτελεσματικά οι εν λόγω ανελαστικές ανάγκες, χωρίς να καταστρατηγούνται οι αρχές διαφάνειας και ορθολογικής διαχείρισης του κρατικού προϋπολογισμού. Προς υλοποίηση της δυνατότητας αυτής, επέρχονται οι αναγκαίες τροποποιήσεις στο ν.3978/2011 , προκειμένου τα Γενικά Επιτελεία των κλάδων να συγκροτούν τα αναγκαία συλλογικά όργανα για τη διενέργεια των συμβάσεων προμηθειών και υπηρεσιών.

Όσον αφορά στις συμβάσεις εν συνεχεία υποστήριξης καθορίζεται ότι στο πλαίσιο της διαδικασίας σύναψης σύμβασης προμήθειας στρατιωτικού εξοπλισμού, η αναθέτουσα αρχή υποχρεούται να συνάπτει ταυτόχρονα με αυτή και σύμβαση εν συνεχεία υποστήριξης για την προμήθεια στρατιωτικού εξοπλισμού με τον ίδιο ή άλλο οικονομικό φορέα. Η σύμβαση αυτή δύναται να είναι είτε σύμβαση συντήρησης, προμήθειας ανταλλακτικών και εκπαίδευσης, είτε σύμβαση προμήθειας ποσότητας πυρομαχικών, είτε σύμβαση για τον εκσυγχρονισμό, την παράταση της διάρκειας ζωής και την αναβάθμιση του προς προμήθεια στρατιωτικού εξοπλισμού, εφόσον τα ως άνω είναι δυνατόν να προβλεφθούν κατά τη σύναψη της σύμβασης προμήθειας του στρατιωτικού εξοπλισμού. Παράλληλα, καθορίζεται ότι σε περίπτωση που προκύψει σχετική αναγκαιότητα, αφότου έχει συναφθεί η σύμβαση προμήθειας στρατιωτικού εξοπλισμού, η αναθέτουσα αρχή δύναται να συνάπτει αυτοτελώς σύμβαση εν συνεχεία υποστήριξης με τον ίδιο ή άλλο οικονομικό φορέα.

Με τον τρόπο αυτό, ικανοποιείται η ανάγκη αδιάκοπης υποστήριξης του στρατιωτικού εξοπλισμού, ώστε να διατηρείται σε υψηλό επίπεδο η επιχειρησιακή ετοιμότητα των Ενόπλων Δυνάμεων, ενώ παράλληλα επιτυγχάνονται οικονομίες κλίμακας, μέσα από την ταυτόχρονη διεξαγωγή διαγωνιστικών διαδικασιών που αφορούν στον ίδιο ουσιαστικά στρατιωτικό εξοπλισμό, καθώς και η αποφυγή περισσότερο δαπανηρών πρακτικών μεμονωμένων κατά περίπτωση ενεργειών υποστήριξης.

Το έκτο κεφάλαιο περιλαμβάνει 12 άρθρα (34-45) με τα οποία ρυθμίζονται επιμέρους ζητήματα ενδιαφέροντος του ΥΠ.ΕΘ.Α.

Ειδικότερα, εισάγεται για πρώτη φορά ρύθμιση που αφορά στον καθορισμό ενός νομικού πλαισίου για τη διερεύνηση αεροπορικών ατυχημάτων και σοβαρών συμβάντων στα οποία εμπλέκεται αεροσκάφος, ελικόπτερο, πύραυλος ή βλήμα και μη επανδρωμένο συστήματος αέρος των ΕΔ, καθώς το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο για τη διερεύνηση ατυχημάτων και σοβαρών συμβάντων καλύπτει μόνο τις περιπτώσεις όπου εμπλέκονται στο ατύχημα ή το σοβαρό συμβάν, αεροσκάφη της πολιτικής αεροπορίας. Συγκεκριμένα, οι σχετικές προβλέψεις του Παραρτήματος 13 της Σύμβασης του Σικάγο «Περί Ιδρύσεως Διεθνούς Οργανισμού Πολιτικής Αεροπορίας» που κυρώθηκε με το ν. 211/1947 (Α’ 35) εξαιρούν από το πεδίο εφαρμογής τους τα κρατικά αεροσκάφη (άρθρο 3). Συναφώς, οι προβλέψεις του ν. 2912/2001 (Α’ 94) «Προσαρμογή στις διατάξεις της οδηγίας 94/56/ ΕΚ του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για τη θέσπιση βασικών αρχών που διέπουν τις έρευνες ατυχημάτων και συμβάντων της Πολιτικής Αεροπορίας. Ενίσχυση της κρατικής εποπτείας επί των Προτύπων Ασφάλειας Πτήσεως, ρύθμιση συναφών οργανωτικών θεμάτων Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας και άλλες διατάξεις» δεν δύναται να εφαρμοστούν, καθόσον στο πεδίο εφαρμογής του εν λόγω νόμου εμπίπτει αποκλειστικά η διερεύνηση ατυχημάτων ή συμβάντων σε αεροσκάφη της Πολιτικής Αεροπορίας. Τέλος, στην παράγραφο 3 του άρθρου 3 του Κανονισμού ΕΕ 996/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ης Οκτωβρίου 2010 σχετικά με τη διερεύνηση και την πρόληψη ατυχημάτων και συμβάντων στην πολιτική αεροπορία και την κατάργηση της οδηγίας 94/56/ ΕΚ, ορίζεται ότι οι διατάξεις του δεν εφαρμόζονται σε σχέση με τη διερεύνηση ασφαλείας που αφορά σε ατυχήματα στρατιωτικών αεροσκαφών, εκτός αν τούτο καθορισθεί από το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία.

Με την εν λόγω ρύθμιση επιδιώκεται η κάλυψη του νομοθετικού κενού, καθώς οι μέχρι σήμερα ακολουθούμενες διαδικασίες διερεύνησης για τα στρατιωτικά αεροσκάφη και τα λοιπά αεριωθούμενα μέσα των ΕΔ βασίζονται σε εσωτερικούς κανονισμούς, η έκδοση των οποίων δεν ερείδεται σε ορισμένη διάταξη νόμου. Η έλλειψη αυτή προκαλεί ανασφάλεια δικαίου και αφήνει αρρύθμιστες σημαντικές παραμέτρους σε σχέση με τις συνέπειες ενός ατυχήματος ή σοβαρού συμβάντος και τις ανάγκες διερεύνησής του. Το βασικό αγαθό που επιδιώκεται να προστατευθεί εν προκειμένω είναι η ασφάλεια των πτήσεων των στρατιωτικών αεριωθούμενων μέσων. Για το σκοπό αυτό είναι αναγκαία η κατά προτεραιότητα διεξαγωγή της έρευνας από θεσμοθετημένα όργανα των ΕΔ και η εξασφάλιση του καταρχήν απορρήτου χαρακτήρα της διεξαγωγής και των αποτελεσμάτων της.

Η διαμόρφωση της ρύθμισης, βασίζεται στις κάτωθι αρχές:

α. Η ταχεία διερεύνηση όλων των αεροπορικών ατυχημάτων και των συναφών σοβαρών συμβάντων εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, διότι με αυτόν τον τρόπο εκδηλώνονται διορθωτικές ενέργειες για την πρόληψη παρόμοιων ατυχημάτων στο μέλλον.

β. Λόγω της ιδιαιτερότητας των αεροπορικών ατυχημάτων και των συναφών σοβαρών συμβάντων, οι διερευνήσεις θα πρέπει να διεξάγονται με μοναδικό σκοπό την πρόληψη και όχι την απόδοση τυχόν αστικών, ποινικών ή πειθαρχικών ευθυνών. Ως εκ τούτου, κάθε δικαστική ή διοικητική ενέργεια για διερεύνηση τέτοιων ευθυνών αποσκοπεί στην εξυπηρέτηση διαφορετικών δημοσίων συμφερόντων σε σχέση με το εξυπηρετούμενο με τη διερεύνηση που διεξάγεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου.

γ. Η τήρηση της αρχής της μυστικότητας, όσον αφορά σε πληροφορίες οι οποίες αντλούνται από πρόσωπα κατά τη διάρκεια της διερεύνησης ενός ατυχήματος ή συναφούς σοβαρού συμβάντος.

δ. Η ανεξαρτησία των επιτροπών διερεύνησης των ατυχημάτων για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η διερεύνηση.

ε. Η απόλυτη προτεραιότητα της διεξαγωγής της ως άνω έρευνας, έναντι όλων των άλλων ερευνών που διεξάγονται σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία.

στ. Η προστασία ευαίσθητων πληροφοριών σε σχέση με το ατύχημα ή το συναφές σοβαρό συμβάν, οι οποίες δύνανται να βλάψουν την εθνική ασφάλεια και άμυνα.

ζ. Η επίτευξη μιας σωστής ισορροπίας, μεταξύ της ανάγκης για προστασία των ευαίσθητων στρατιωτικών πληροφοριών και της ανάγκης για την εξυπηρέτηση επιμέρους διαφορετικών δημόσιων συμφερόντων, όπως η απόδοση δικαιοσύνης και η τήρηση των κανόνων πειθαρχίας. Αυτό επιτυγχάνεται με την παροχή ορισμένων στοιχείων των διερευνήσεων ασφάλειας πτήσεων προς τις εισαγγελικές -δικαστικές και άλλες διοικητικές αρχές, οι οποίες διερευνούν το ατύχημα στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους, καθώς και σε τρίτους που αποδεικνύουν σχετικό ειδικό έννομο συμφέρον. Περαιτέρω, στο ίδιο κεφάλαιο του σχεδίου νόμου εισάγονται ρυθμίσεις για την εξασφάλιση της βιωσιμότητας των Ειδικών Λογαριασμών των κλάδων των ΕΔ και την αποφυγή γενικότερα της δημιουργίας ελλειμμάτων, καθώς και ρύθμιση με την οποία επανέρχεται προσωρινά η εποπτεία της λειτουργίας του Οικοδομικού Συνεταιρισμού Μονίμων Αξιωματικών Στρατού από το Υπουργείο Οικονομικών, στο οποίο είχε περιέλθει σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 39 του ν.4030/2011, στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας, προκειμένου να επιλυθούν μείζονα χρονίζοντα ζητήματα διαχειριστικής και οικονομικής φύσεως που αντιμετωπίζει ο εν λόγω Συνεταιρισμός.

Επιπλέον, εναρμονίζονται οι ρυθμίσεις σχετικά με τις παρακρατηθείσες αποδοχές των στρατιωτικών που περιήλθαν σε αυτοδίκαιη αργία, κατ’ αναλογία προς τα ισχύοντα για τους δημοσίους υπαλλήλους, καθώς και οι ρυθμίσεις σχετικά με την ευθύνη των οδηγών για ατυχήματα που προκαλούνται στη θάλασσα ή τον αέρα, κατ’ αναλογία προς τα ισχύοντα για τα τροχαία ατυχήματα που προκαλούνται από μηχανοκίνητα οχήματα του Δημοσίου.

Επιπρόσθετα, περιέχονται ρυθμίσεις σε σχέση με τη διατήρηση δεσποζόμενων ζώων συντροφιάς στα στρατιωτικά οικήματα, θέματα της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου του ΥΠ.ΕΘ.Α., καθώς και την αρμοδιότητα ελέγχου των πειθαρχικών διαδικασιών που ασκείται από το Σώμα Επιθεωρητών-Ελεγκτων Δημόσιας Διοίκησης (Σ.Ε.Ε.Δ.Δ.), όπως αυτή καθορίζεται στο άρθρο 2 του ν.3074/2002.

Περαιτέρω, περιλαμβάνεται ρύθμιση με την οποία επεκτείνεται η υφιστάμενη για την Ανωτέρα Διακλαδική Σχολή Πολέμου και τη Σχολή Εθνικής Άμυνας δυνατότητα σύναψης προγραμματικών συμφωνιών συνεργασίας με τα Πανεπιστήμια για τη διοργάνωση κοινών μεταπτυχιακών προγραμμάτων σπουδών, σεμιναρίων, ανταλλαγών φοιτητών και για κάθε άλλη συναφή δραστηριότητα, και στις τεχνικές σχολές του Στρατού Ξηράς, καθώς και ρύθμιση στρατολογικής φύσης σε σχέση με τον κλάδο της Πολεμικής Αεροπορίας.

Τέλος, το κεφάλαιο αυτό περιλαμβάνει ρύθμιση που αφορά στην αναβάθμιση της Σχολής Αεροπορίας Στρατού του Στρατού Ξηράς, καθώς και στη νομοθετική κατοχύρωση του δικαιώματος των εν ενεργεία Ανθυπασπιστών και υπαξιωματικών των ΕΔ να διδάσκουν σε δημόσιες ή ιδιωτικές σχολές ή εκπαιδευτικά εν γένει ιδρύματα, με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις που ισχύουν για τους αξιωματικούς.

Το έβδομο κεφάλαιο, αποτελούμενο από 4 άρθρα (46-49) περιλαμβάνει ορισμένο αριθμό εξουσιοδοτικών διατάξεων για την έκδοση κανονιστικών πράξεων, με τις οποίες θα ρυθμίζονται ειδικά και ειδικότερα ζητήματα των προηγούμενων κεφαλαίων, καθώς επίσης τις μεταβατικές και τις καταργητικές διατάξεις και τις διατάξεις έναρξης ισχύος του νόμου.

δείτε εδώ το πολυνομοσχέδιο

Πηγή: dikaiologitika.gr

ΔΕΝ επιτρέπονται απαξιωτικοί και υβριστικοί χαρακτηρισμοί εναντίον στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας. Υποβάλλοντας το σχόλιο σου επιβεβαιώνεις ότι έχεις διαβάσει και αποδεχθεί τους όρους χρήσης και σχολιασμού του ιστοτόπου. Η ευθύνη των σχολίων (αστική και ποινική) βαρύνει τους σχολιαστές. Οι απόψεις που εκφράζονται δεν αντιπροσωπεύουν εκείνες της "Προέλασης" και δεν πρέπει να εκλαμβάνονται ως τέτοιες.

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: