Ο Ανδρέας Κατζουράκης στο τιμόνι της «Πολυάνας», του τζιπ που τον μετέφερε στο χάος της ερήμου. (Πηγή : Andro.gr)

Ζώντας για 53 χρόνια στην καρδιά της λιβυκής Σαχάρας, ο Ανδρέας Κατζουράκης όχι μόνο άφησε ανεξίτηλο έργο στην καυτή άμμο της, αλλά λατρεύτηκε σαν θεός από τους Βεδουίνους και τις φυλές της Βόρειας Αφρικής. Αυτή είναι η ιστορία του.

«Το 1950, το υπουργείο Στρατιωτικών της Μεγάλης Βρετανίας έκανε μια διόρθωση στους επιτελικούς χάρτες του: στο φύλλο “Σαχάρα” πρόσθεσε μια κουκίδα με την επιγραφή “Μπάρα Αντρία”, που στα αραβικά σημαίνει “Βουνό του Ανδρέα”». Τρεις μόνο αράδες από την εισαγωγή του βιβλίου «Ο Αντρία της Σαχάρα» του Στέλιου Κατζουράκη είναι αρκετές για να καταλάβει κάποιος πόσο αισθητή έγινε στη λιβυκή ενδοχώρα η παρουσία του Ανδρέα Κατζουράκη, ενός δαιμόνιου έμπορου, ριψοκίνδυνου περιηγητή και υπερδραστήριου έποικου, ο οποίος λατρεύτηκε σχεδόν σαν θεός από τις φυλές της ερήμου.

Στη σκόνη της ερήμου

Το ταξίδι στη Σαχάρα μοιάζει δρομολογημένο από το πεπρωμένο του Κατζουράκη πολύ πριν ο ίδιος να είναι σε θέση να επιλέξει συνειδητά το δρόμο της περιπέτειας. Γιος σφουγγαρά από τα Φρατζεσκιανά Μετόχια του Ρεθύμνου, γεννημένος στις 29 Φεβρουαρίου του δίσεκτου 1916, μεγαλώνει σε μια φτωχή αλλά δεμένη φαμίλια, με καταγωγή από τη βυζαντινή οικογένεια των Πάτερων. Η αγάπη του για τα γράμματα του εξασφαλίζει την επιτυχία στις εισαγωγικές εξετάσεις για το Γυμνάσιο του Ρεθύμνου, η οικονομική κατάσταση όμως του σπιτιού δεν του επιτρέπει να συνεχίσει τις σπουδές του.

Στάση από το ιστορικό ταξίδι του απεσταλμένου της «Απογευματινής» Β. Τσιμπιδάρου (καθιστός) με το τζιπ του «Άρχοντα της ερήμου Σαχάρας».

Είναι η εποχή όπου οι Έλληνες κάνουν τα μεγάλα ταξίδια, τα οποία συνοδεύονται από τις ελπίδες για ευημερία μακριά από τον τόπο τους. Καληώρα όπως ο –κατά δεκαπέντε χρόνια μεγαλύτερος– αδερφός του, Γιάννης. Εγκαταστημένος στη Λιβύη από τις αρχές της δεκαετίας του ’20, είκοσι χρόνια περίπου αργότερα γράφει στους γονείς του να του στείλουν τον Ανδρέα. Τον Ιούνιο του 1930, έχοντας μόλις κλείσει τα δεκατέσσερά του, ο μικρός Κρητικός μπαίνει στο βαπόρι. Το μακρύ ταξίδι θα τερματιστεί στο λιμάνι της Βεγγάζης, στις αρχές Ιουλίου.

Η Λιβύη, μια χώρα γεμάτη αντιθέσεις και πλούσια ιστορία, είναι από το 1911 υπό ιταλική κατοχή. Η ευρύτερη περιοχή της Κυρηναϊκής, με τα έντονα σημάδια της ελληνιστικής περιόδου –και ειδικότερα η επικίνδυνη γοητεία της ερήμου–, αποτελεί πεδίο εξερεύνησης για τους μύστες της περιπέτειας και τους τολμηρούς χαρτογράφους, αλλά ταυτόχρονα και νευραλγικό κόμβο για το ενδοαφρικανικό εμπόριο, με προοπτικές για δραστηριοποίηση επικερδών επιχειρήσεων.

Φωτογραφημένος ανάμεσα στους επισήμους της Κούφρας.

Τη διείσδυση στη Σαχάρα είχε επιχειρήσει πρώτος ο Γερμανός εξερευνητής Rohlf, το 1879, σε μια άψογα οργανωμένη αποστολή. Το βράδυ, όμως, πριν από την άφιξη στην Κούφρα, η οποία είναι και η μεγαλύτερη όαση, η ομάδα του είχε δεχτεί επίθεση από ληστές. Ο ίδιος σώθηκε, οι πολύτιμες σημειώσεις του, όμως, χάθηκαν στη σκόνη της ερήμου.

Η κατάληψη της Κούφρα από τους Ιταλούς στην πραγματικότητα δεν είχε γίνει πριν από το χειμώνα του 1931, αφού, εκτός από την εξαντλητική πορεία στην άγνωστη έρημο, είχαν να αντιμετωπίσουν τις ληστρικές επιδρομές και τις ακόμα πιο επικίνδυνες ενέδρες των οργανωμένων ανταρτών. Είχε προηγηθεί άλλωστε η θλιβερή εμπειρία του χαμένου καραβανιού του ανθυπολοχαγού Μπαργκέτι – μια ιστορία που αργότερα θα λάτρευε να διηγείται ο Ανδρέας Κατζουράκης και περιέγραφε γλαφυρά την τρέλα στην οποία οδηγούσε η έλλειψη νερού και τη σύγχυση που επέτεινε ο εκτυφλωτικός ήλιος της Σαχάρας.

Το 1950, το υπουργείο Στρατιωτικών της Μεγάλης Βρετανίας έκανε μια διόρθωση στους επιτελικούς χάρτες του: στο φύλλο “Σαχάρα” πρόσθεσε μια κουκίδα με την επιγραφή “Μπάρα Αντρία”, που στα αραβικά σημαίνει “Βουνό του Ανδρέα”.

Το κατάστημα όπου θα δουλέψει αρχικά ο μικρός εμπορεύεται τρόφιμα, ποτά και υφάσματα, προσφέροντας παράλληλα και μικρά γεύματα. Δίπλα στον αδερφό του, θα φροντίσει να αποκτήσει τις εμπειρίες που θα αξιοποιήσει αργότερα, ενώ ταυτόχρονα θα ξεκινήσει να μαθαίνει αραβικά και ιταλικά. Σύντομα θα συνάψει φιλικές σχέσεις με τους ντόπιους, αλλά και τους Ιταλούς υπηκόους. Η δουλειά πηγαίνει καλά, ωστόσο ο δεσποτικός χαρακτήρας του Γιάννη δεν του δίνει περιθώρια για να αναπτύξει δικές του πρωτοβουλίες.

Διανυκτέρευση στην έρημο με τη θερμοκρασία να πέφτει στους μηδέν βαθμούς Κελσίου.

Η ευκαιρία που περιμένει έρχεται το 1937, όταν ο Ιταλός συνταξιούχος αστυνομικός Κανεπάρο Σεκόντο του προτείνει μια συνεργασία: να δουλέψει μαζί του στη μυθική Κούφρα, την όαση μέσα στην απεραντοσύνη της ερήμου, η οποία κάποτε περικυκλωνόταν από 120.000 φοίνικες και είχε τη φήμη της έξαλλης ζωής και των ελεύθερων ηθών. Τουλάχιστον 1.200 χλμ. από την πιο κοντινή πόλη και μέσα σε ένα πολυφυλετικό περιβάλλον, ο νεαρός όχι μόνο κατορθώνει να προσαρμοστεί, αλλά όπως έλεγε αργότερα ο ίδιος, «Αυτό το μέρος έγινε η δεύτερη πατρίδα μου. Μόνο εκεί ανέπνεα και χαιρόμουν τη ζωή μου. Ήμουν γεννημένος για να ζω σε αυτήν την απέραντη έρημο».

Μοιραζόταν το φαγητό του με όποιον είχε ανάγκη.

Σε ηλικία μόλις 21 ετών, έχοντας επιστρατεύσει την ευφυΐα του και τις αγαθές σχέσεις του με τους παραγωγούς, τους εμπορικούς αντιπροσώπους, τους μεταφορείς, αλλά και το λαό της Κούφρα, έχει ήδη κάνει την επιχείρηση εύρωστη. Σε αυτό του το επίτευγμα, καθοριστικό ρόλο παίζει και η έφεση που έχει στο να μαθαίνει τις γλώσσες και τις τοπικές διαλέκτους – μεταξύ των οποίων, τη γλώσσα του Σουδάν, του Τιμπεστί, των Μαύρων Βεδουίνων.

Τα δύο πρώτα χρόνια όλο σχεδόν το κέρδος καρπώνεται ο Καπενάρο, ο οποίος στο μεταξύ επιστρατεύεται για τις ανάγκες του πολέμου που ξεκινά στην Ευρώπη. Ο Κατζουράκης αποφασίζει να ξεκινήσει παράλληλα δική του επιχείρηση εμπορίας δερμάτων, αποπληρώνοντας έτσι τα γραμμάτια που είχε δώσει στον Ιταλό, για το μερίδιό του στη συνεργασία τους. Η κήρυξη του πολέμου, ωστόσο, δεν θα αργήσει να ανατρέψει τα δεδομένα.

Παίζοντας με το θάνατο

Η στάση του Ανδρέα Κατζουράκη απέναντι στον κατοχικό στρατό, σε όλο το διάστημα της παρουσίας του στην Κούφρα, δύσκολα μπορεί να χαρακτηριστεί ουδέτερη, παρά τις καλές προσωπικές σχέσεις του με Ιταλούς αξιωματικούς. Τόσο ο ίδιος όσο και ο αδερφός του νωρίτερα, εφοδιάζουν κρυφά τους αντάρτες, αναγνωρίζοντας τον δίκαιο αγώνα τους. Οι ειδήσεις για αλλεπάλληλες νίκες του ελληνικού στρατού στο αλβανικό μέτωπο τον γεμίζουν τόσο πολύ με περηφάνια που δεν διστάζει να αποκαλύπτει τον ενθουσιασμό του στους Ιταλούς πελάτες του.

Ο πανικός που καταλαμβάνει τους αξιωματούχους του κατοχικού στρατού μπροστά στο ενδεχόμενο να υποστούν σοβαρές απώλειες από τις δυναμικές ενέργειες των ανταρτών τούς οδηγεί σε σκλήρυνση της στάσης απέναντι σε όλους όσοι θεωρούνταν ύποπτοι για υποδαύλιση της δράσης της αντίστασης. Ένας από αυτούς είναι και ο Ανδρέας. Η εντολή είναι σαφής: Να συλληφθεί και να μεταφερθεί στη Βεγγάζη, αφού η παρουσία του εκεί θεωρούνταν ικανή να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις πραξικοπήματος.

Εν μέσω διαπραγματεύσεων, για την μεταφορά των προϊόντων διαμέσου της Σαχάρας.

Η ευγνωμοσύνη, ωστόσο, που έτρεφαν γι’ αυτόν οι αντάρτες έκανε τους Ιταλούς να πιστεύουν πως η μεταφορά του μέσω της ερήμου θα δεχόταν σίγουρη επίθεση. Η μόνη λύση ήταν η από αέρος μεταγωγή του στη Βεγγάζη. Έτσι, στήνουν έναν πρόχειρο αεροδιάδρομο στην Κούφρα και με συνοδεία εξήντα στρατιωτών οδηγείται σε ένα στρατιωτικό αεροπλάνο τύπου «Σαβόια». Μέσα σε αυτό, ανήμερα των Χριστουγέννων του 1940, του ανακοινώνουν την καταδίκη του σε θάνατο.

Στη φυλακή, όπου συναντά τον αδερφό του, καθώς και άλλους Έλληνες της παροικίας της Βεγγάζης, ο Ανδρέας Κατζουράκης βλέπει τους Ιταλούς φρουρούς να αρνούνται –παρά τις άνωθεν εντολές– να τους κακομεταχειριστούν, ανταποδίδοντάς του έτσι τη γενναιοδωρία που εκείνος είχε επιδείξει όλα αυτά τα χρόνια. Η μεταφορά τους σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στη Ζουετίνα σηματοδοτεί την αρχή μιας σειράς περιπετειών όπου αναδεικνύεται σε πρωταγωνιστή και φυσικό ηγέτη των αιχμαλώτων.

Ο δρόμος που χάραξε ο Κατζουράκης, ο «Ταρίγκ Αντρία» (ο «Δρόμος του Ανδρέα»), θεωρείται μέχρι και σήμερα η πιο σύντομη, αξιόπιστη και αφσαλείς διαδρομή ανάμεσα στα παράλια και την όαση της Κούφρα.

Αρπάζοντας την ευκαιρία από την αδράνεια των ιταλικών Αρχών και χάρη στην προσωπική γνωριμία του με τους ντόπιους φύλακες, οργανώνει την κατάληψη του στρατοπέδου. Στη συνέχεια, ο Ριγρίγ (= Έλληνας) δεν διστάζει να διαπραγματευτεί κατ’ επανάληψη και επί ίσοις όροις με τους Ιταλούς αξιωματικούς, μπλοφάροντας για τον οπλισμό και τις βρετανικές ενισχύσεις που δήθεν κατέφθαναν, σώζοντας έτσι εκατοντάδες αθώους από βέβαιο θάνατο και, τελικά, αιχμαλωτίζοντας στο ίδιο στρατόπεδο το σύνολο σχεδόν της στρατιωτικής δύναμης της περιοχής.

Ο πόλεμος έχει φέρει πιο κοντά τα δυο αδέλφια, το μόνο όμως που τους έχει απομείνει πλέον είναι ένα Fiat φορτηγό δέκα τόνων, το οποίο έχουν κρατήσει από μια ιταλική εταιρεία της οποίας ήταν αντιπρόσωποι. Με αυτό επιστρατεύονται από τους Άγγλους της συμμαχικής δύναμης της Βεγγάζης, για τη μεταφορά ενός φορτίου ζάχαρης έως την Μπέιντα. Η αποστολή εκτελείται, κατά τη επιστροφή όμως πληροφορούνται ότι οι Γερμανοί έχουν καταλάβει την Αγκεντάμπια και έρχονται προς το μέρος τους.

Επικεφαλής της αυτοκινητοπομπής που μεταφέρει το ιερό «Ταχάτ».

Από εδώ και μπρος ξεκινάει ένα απελπισμένο ταξίδι προς τα ανατολικά, με πολύτιμο φορτίο εξήντα ψυχών που περισυλλέγουν στη διαδρομή –μέσα από πολλές περιπέτειες και με τους Γερμανούς πάντοτε μια ανάσα πίσω τους– έως την ελεύθερη Αλεξάνδρεια. Μέσα σε αυτά τα ατέλειωτα χιλιόμετρα, ο παράτολμος Κρητικός δεν θα διστάσει να χρησιμοποιήσει την μπερέτα του: βλέποντας τους μοτοσικλετιστές να πλησιάζουν επικίνδυνα, σωριάζει στη σκόνη της ερήμου πέντε από αυτούς. Οι υπόλοιποι, σταματώντας την καταδίωξη, αποχωρούν για ενισχύσεις.

Ο δρόμος του Ανδρέα

Η επιστροφή του στην ελεύθερη Λιβύη, την άνοιξη του 1942, σηματοδοτεί για τον Ανδρέα Κατζουράκη –που είναι πια 26 ετών– την αρχή της καθολικής αναγνώρισής του.

Η υπηρεσιακή κυβέρνηση (υπό την προσωρινή κηδεμονία των Άγγλων και των Γάλλων) έχει να αντιμετωπίσει ένα πρόβλημα μείζονος σημασίας: τον ανεφοδιασμό των οάσεων της Σαχάρας, αφού τα καραβάνια των καμηλιέρηδων δεν μπορούν να κάνουν την διαδρομή Βεγγάζη-Κούφρα σε λιγότερο από δύο μήνες. Ο Κατζουράκης, προχωρώντας σε μια συμφωνία με την κυβέρνηση για τη δημιουργία μηχανοκίνητου καραβανιού που θα μεταφέρει τα χρειώδη για την επιβίωση της κοινότητας της Κούφρα, σε διάστημα μόλις λίγων ετών κατορθώνει το ακατόρθωτο: Οι αποστολές του ολοκληρώνουν τη διαδρομή στην έρημο σε λιγότερο από δύο εβδομάδες – με τον ίδιο συχνά να ξεκόβει από το καραβάνι, για να ανακαλύψει νέες, συντομότερες, «οδούς».

Ανάμεσα στους ιθαγενείς της Σαχάρας.

Δεν είναι μόνο το χάος του έρημου τοπίου που έχει να αντιμετωπίσει ούτε οι καυτές ημέρες και οι παγωμένες νύχτες της Σαχάρας. Είναι και ο δαιμονισμένος Κίμπλι (ή Σιμούν), ο άνεμος που προκαλεί ισχυρές αμμοθύελλες και είναι ικανός να μετατοπίσει ογκώδεις λόφους, να ισοπεδώσει το τοπίο και να σχηματίσει οροσειρές άμμου εκεί όπου δεν υπήρχαν.

Η επιμονή του Κατζουράκη για τη χάραξη ενός νέου δρόμου, ο οποίος δεν θα επηρεάζεται από τον Κίμπλη, τον αποζημιώνει. Είναι ο «Ταρίγκ Αντρία» (ο «Δρόμος του Ανδρέα»), σηματοδοτημένος με τεράστια βαρέλια άμμου και προειδοποιήσεις για μαλακή άμμο, και περνώντας κοντά από τα πηγάδια για τις προβλεπόμενες στάσεις και τον ανεφοδιασμό. Μέχρι και σήμερα, ο «Ταρίγκ Αντρία» θεωρείται η πιο σύντομη, αξιόπιστη και ασφαλείς δίοδος ανάμεσα στα παράλια και την όαση της Κούφρα.

Το κύρος του ήταν τέτοιο, που το 1952 ο βασιλιάς της Λιβύης, Ιντρίς Ελ Αουάλ, του ανέθεσε μια σημαίνουσα αποστολή: τη μεταφορά του ιερού «Ταχάτ» (το οστεοφυλάκιο με τα οστά του πατέρα του, Σαΐντ Μαχντ) από την Κούφρα στη Βεγγάζη.

Στα σκονισμένα αυτά ταξίδια των 1.500 χλμ. μέσα στην έρημο, ο Κατζουράκης, οδηγώντας το αγαπημένο του τζιπ «Πολυάννα», σιγοτραγουδά κρητικές μαντινάδες και τα τραγούδια των Βεδουίνων καμηλιέρηδων. Για τους ιθαγενείς δεν είναι πια ένας «έζνεμπι», ένας ξένος. Οι κάτοικοι της Κούφρα τον αντιμετωπίζουν ως ημίθεο και αυτός τους ανταποδίδει την αγάπη και την εμπιστοσύνη τους με δώρα, αλλά και με οικονομική υποστήριξη όποτε το κρίνει απαραίτητο.

Οι γυναίκες των Τέμπου, οι πιο όμορφες της ερήμου (με τα μαυροπράσινα μάτια και τον ασημένιο κρίκο στο δεξί ρουθούνι), τον υποδέχονται με παρατεταμένα «ζαγαρίτ» – το χαρακτηριστικό επιφώνημα ενθουσιασμού με το πλατάγισμα της γλώσσας στον ουρανίσκο. Από σεβασμό απέναντί του, οι άντρες της φυλής (της πιο άγριας της Σαχάρας) δεν επεμβαίνουν ποτέ, όπως θα έκαναν σε άλλη περίπτωση…

Ο Ανδρέας με το λευκό σορτ, δίπλα στα μέλη στρατιωτικής αποστολής στο πέρασμά της από την Κούφρα.

Το σπίτι στην Κούφρα με τα 13 δωμάτια είναι ανοιχτό σε όλους, παρότι είναι χτισμένο σαν φρούριο, με έναν καλά εκπαιδευμένο Τουαρέγκ να φυλάει την είσοδο. Μέσα σ’ αυτό μπορεί να βρει κανείς τα πάντα. Από δώρα των ιθαγενών και όπλα-λάφυρα του πολέμου, έως (απαγορευμένο) χοιρινό και μια κάβα με ουίσκι και εξαιρετικό κρασί από τους ιδιόκτητους αμπελώνες στα παράλια, που καλλιεργούν από κοινού τα δυο αδέλφια.

Οι επιχειρήσεις τους αναπτύσσονται κάθε χρόνο και περισσότερο. Εκτός από το οινοποιείο, επενδύουν σε ένα τετραώροφο κτίριο στην Τρίπολη, αλλά και σε ένα κτήμα 12.000 στρεμμάτων: τα δύο αρχοντικά τους μέσα σε αυτό γίνονται σιγά-σιγά ο χώρος συνάντησης των Ελλήνων της Βεγγάζης.

Συνομιλώντας με τον σεβάσμιο γέροντα μίας από τις φυλές της όασης της Κούφρας.

Η παρουσία του Ανδρέα Κατζουράκη στην κοινωνική ζωή, οι αρετές και οι δεξιότητές του τον έχουν αναδείξει σε έναν άντρα με μεγάλη επιρροή, ικανό να δώσει λύσεις και να προσφέρει έργο στον τόπο που τον φιλοξενεί. Με αυτά τα δεδομένα, τον επιλέγει ο βασιλιάς της Λιβύης Ιντρίς Ελ Αουάλ, το φθινόπωρο του 1952, για να φέρει σε πέρας μια σπουδαία αποστολή: τη μεταφορά του ιερού «Ταχάτ» (το οστεοφυλάκιο με τα οστά του πατέρα τού Ελ Αουάλ, Σαΐντ Μαχντ) από την Κούφρα στην Βεγγάζη.

Στην οργισμένη αντίδραση του λαού της Κούφρα, που θεωρούσε ότι το «Ταχάτ» προστάτευε από συμφορές την όαση, ο Κατζουράκης αντιτείνει το εξής: «Αν ο Σαΐντ Μαχντ είναι άγιος και η επιθυμία του ήταν να ταφεί στην Κούφρα, τα οστά θα ξαναγυρίσουν εδώ με θαύμα». Σαν από θαύμα, πράγματι, τη μέρα της μετεγκατάστασης του «Ταχάτ» στη Βεγγάζη, ο Κίμπλι, πιο δυνατός από ποτέ, παρασέρνει τόνους από άμμο, θάβοντας τους δρόμους μέχρι το λιμάνι. Ο βασιλιάς, φοβούμενος την οργή του θεού, διατάζει την επιστροφή των οστών στην Κούφρα.

Το «φαινόμενο Αντρία»

Όταν τον συναντά ο δημοσιογράφος της Απογευματινής Βάσος Τσιμπιδάρος, ο Κατζουράκης είναι ήδη ένας ζωντανός θρύλος. Φορώντας τη βράκα των σπαχήδων, θα του εξηγήσει μερικά από τα μικρά του μυστικά: πώς έμαθε από τους Βεδουίνους να χαράσσει την πορεία του, ακολουθώντας τα αστέρια του νυχτερινού ουρανού, τους νόμους της ερήμου που απαγορεύουν να πλένει κάποιος το πρόσωπό του ή τα πιάτα του φαγητού με το πόσιμο νερό των πηγαδιών, τον ύπνο κάτω από την άμμο τις παγερές νύχτες…

Στις εσχατιές της ερήμου ακόμα και σήμερα οι δυτικοί ταξιδιώτες ακούν τους βεδουίνους να λένε τραγούδια για τον ήρωά τους και τους φύλαρχους των οάσεων να υποστηρίζουν με πάθος το θρύλο ότι είναι θαμμένος εκεί και τους προστατεύει…

Η δημοσίευση αποσπασμάτων αυτού του ταξιδιού επί ενάμιση μήνα στα πρωτοσέλιδα της Απογευματινής προκαλεί τεράστιο ενδιαφέρον στους Έλληνες και ο Κατζουράκης λαμβάνει εκατοντάδες επιστολές αναγνωστών που θέλουν να τον ακολουθήσουν. Οι περιπέτειές του δεν αφήνουν ασυγκίνητους ούτε τους ξένους ρεπόρτερ, οι οποίοι προσπαθούν να ερμηνεύσουν «το φαινόμενο Αντρία». Τόσο ο Αμερικανός Τζορτζ Ουέλερ της Chicago Daily News όσο και η Βρετανή συγγραφέας Μπάρμπαρα Τόι περιγράφουν έναν μοναδικό άντρα. Ειδικά η Τόι, στο βιβλίο «A fool in the desert» (Ένας τρελός στην έρημο) που του αφιερώνει, εξιστορεί από τη σκοπιά της γυναίκας τις περιπέτειες του ταξιδιού μαζί του, υπογραμμίζοντας τη γοητεία που ασκεί η πληθωρική του προσωπικότητα.

Ο μύθος του «Αντρία» είχε γοητεύσει ξένους περιηγητές που συχνά τον ακολουθούσαν στα ταξίδια του.

Η οριστική ρήξη, όμως, που επέρχεται ανάμεσα στα δυο αδέλφια μέσα στα χρόνια που ακολουθούν θα κλονίσει τον Κατζουράκη. Μέσα σε μια νύχτα, χάρη σε ένα εικονικό πωλητήριο –όπως διηγείται ο γιος του Στέλιος– θα του αφαιρεθεί σχεδόν ολόκληρη η (τεράστια) περιουσία που είχε αποκτήσει όλα αυτά τα χρόνια. Δεν θα το βάλει κάτω και θα συνεχίσει να δραστηριοποιείται εμπορικά. Όμως, η κατάληψη της εξουσίας από τον νεαρό λοχαγό Καντάφι και η εγκαθίδρυση του νέου καθεστώτος δεν αφήνουν περιθώρια σε ιδιωτικές επενδύσεις. Παρ’ όλα αυτά, ακόμα και τότε, στα 1972, οι αξιωματούχοι συνεχίζουν να ζητούν τη συνδρομή του για οδικά έργα στην έρημο πάνω στα χνάρια του «Ταρίγκ Αντρία».

Όντας παντρεμένος από το 1963 με τη συγχωριανή του Ευαγγελία Σταματάκη, μια γυναίκα ευφυή και δυναμική που του έχει χαρίσει δύο παιδιά, στις αρχές του ’80 ο Κατζουράκης, 67 ετών πια, παίρνει την απόφαση να επιστρέψει στην Ελλάδα. Μόλις δυο μήνες, όμως, μετά την επιστροφή στα πάτρια Φρατζεσκιανά Μετόχια, με το μυαλό του να τρέχει πίσω στην έρημο, η ταλαιπωρημένη καρδιά του θα τον προδώσει.

Οι δυτικοί ταξιδιώτες σήμερα στις εσχατιές της ερήμου ακούν τους Βεδουίνους να λένε τραγούδια για τον Έλληνα εκείνον που έγινε γι’ αυτούς κάτι σαν λαϊκός ήρωας, και τους φύλαρχους των οάσεων να υποστηρίζουν με πάθος το θρύλο ότι είναι θαμμένος εκεί και τους προστατεύει. Αλλά και στη Βεγγάζη, από τον Μπουμπάκαρ Χούνες (τον πρώτο υπουργό Στρατιωτικών του Καντάφι) μέχρι τους απλούς Λίβυους που τον γνώρισαν από κοντά, όλοι έχουν ακόμα να διηγούνται ιστορίες για τον άντρα που κάποτε νίκησε στην πάλη έναν θηριώδη Ιταλό αξιωματικό και χρίστηκε άτυπα πρωταθλητής Βόρειας Αφρικής, που κέρδισε το σεβασμό της άγριας φυλής των Τέμπου, που κατάκτησε μόνος του την απέραντη Σαχάρα…

Στο ταξίδι με την Μπάρμπαρα Τόι, κάποια στιγμή ο Ανδρέας Κατζουράκης της πρότεινε να μείνει στην Κούφρα, που τόσο τη γοήτευε. «Ο παράδεισος είναι για όσους τον κέρδισαν», του είχε απαντήσει εκείνη.

//Η βιογραφία του Ανδρέα Κατζουράκη «Ο Αντρία της Σαχάρα» –γραμμένη από τον γιο του, Στέλιο Κατζουράκη– κυκλοφόρησε τον Μάιο του 2008 από τις εκδ. Ακρίτας.

Πηγή : Andro.gr [ http://www.andro.gr/drasi/andreas-katzourakis/ ]

ΔΕΝ επιτρέπονται απαξιωτικοί και υβριστικοί χαρακτηρισμοί εναντίον στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας. Υποβάλλοντας το σχόλιο σου επιβεβαιώνεις ότι έχεις διαβάσει και αποδεχθεί τους όρους χρήσης και σχολιασμού του ιστοτόπου. Η ευθύνη των σχολίων (αστική και ποινική) βαρύνει τους σχολιαστές. Οι απόψεις που εκφράζονται δεν αντιπροσωπεύουν εκείνες της "Προέλασης" και δεν πρέπει να εκλαμβάνονται ως τέτοιες.

Αρέσει σε %d bloggers: