Ενοπλοι Ελληνοκύπριοι πολίτες συγκρούονται με Τουρκοκυπρίους στη Λευκωσία. Κατά τις συγκρούσεις διεπράχθησαν αγριότητες και από τις δύο πλευρές, οι οποίες δηλητηρίασαν τις σχέσεις μεταξύ των δύο κοινοτήτων.

Ένοπλοι Ελληνοκύπριοι πολίτες συγκρούονται με Τουρκοκυπρίους στη Λευκωσία. Κατά τις συγκρούσεις διεπράχθησαν αγριότητες και από τις δύο πλευρές, οι οποίες δηλητηρίασαν τις σχέσεις μεταξύ των δύο κοινοτήτων.

Αγγελος Χρυσοστόμου*

Ο έλεγχος τις πρώτες πρωινές ώρες της 21ης Δεκεμβρίου 1963 τουρκοκυπριακού οχήματος στην παλιά πόλη της Λευκωσίας από Eλληνοκύπριους αστυνομικούς, αποτέλεσε το έναυσμα διακοινοτικών συγκρούσεων στην Κύπρο. Τον Νοέμβριο, είχε προηγηθεί η υποβολή πρότασης εκ μέρους του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου για βελτίωση του Συντάγματος, η οποία επέτεινε την ένταση, ωστόσο δεν μπορεί να λεχθεί ότι την προκάλεσε. Τις επόμενες μέρες, νέες συγκρούσεις άρχισαν στα βόρεια προάστια της Λευκωσίας αλλά και στην πόλη της Λάρνακας. Είναι ιδιαίτερα δύσκολο να ειπωθεί ποιος άρχισε πρώτος. Οι δύο πλευρές αλληλοκατηγορούνται γι’ αυτό. Η Στέλλα Σουλιώτη σωστά παρατηρεί ότι οι συγκρούσεις έγιναν μεταξύ δύο μη πειθαρχημένων κοινοτικών «στρατών», κάτι που επιβεβαιώνει ότι η σύγκρουση δεν βρήκε απροετοίμαστη καμιά κοινότητα. Καθόλη τη διαδικασία συγκρότησης του νέου κράτους, τόσο οι Τουρκοκύπριοι όσο και οι Ελληνοκύπριοι δημιούργησαν μυστικά και παράνομα δικούς τους «κρυφούς στρατούς». Η δικοινοτική πολιτική ηγεσία για τους δικούς της ξεχωριστούς λόγους γνώριζε, στήριζε και κάλυπτε την παράνομη ύπαρξή τους. Ηδη πριν από την ανακήρυξη της Δημοκρατίας τα σημάδια της σύγκρουσης είχαν διαφανεί. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι στις 18 Οκτωβρίου 1959 έπεσε στα χέρια των Αγγλων το πλοιάριο «Deniz», το οποίο μετέφερε από την Τουρκία στρατιωτικό υλικό για τους Τουρκοκύπριους. Αυτό το γεγονός σε συνδυασμό με την τουρκική επιθετικότητα του Ιουνίου 1958, τη μη παράδοση όλου του οπλισμού της ΕΟΚΑ, τη συνέχιση του ενωτικού προσανατολισμού των Ελληνοκυπρίων αλλά και του διχοτομικού των Τουρκοκυπρίων, δημιούργησαν συνθήκες κοινοτικής έντασης και πόλωσης. Πιο συγκεκριμένα, οι Ελληνοκύπριοι είχαν συγκροτήσει την ΕΟΚ (Εθνική Οργάνωσις Κύπρου), πιο γνωστή ως «Οργάνωση Ακρίτας». Οι Τουρκοκύπριοι είχαν συγκροτήσει πριν από την ΕΟΚ την ΤΜΤ «Τurk Mukavemet Teskilati», δηλαδή Τουρκική Αντιστασιακή Οργάνωση.

Η ΕΟΚ δημιουργήθηκε στο τέλος του 1961. Αρχηγός της ήταν ο υπουργός Εσωτερικών Πολύκαρπος Γιωρκάτζης και υπαρχηγός ο υπουργός Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων Τάσσος Παπαδόπουλος. Ο «επιτελάρχης» ήταν ο βουλευτής του Πατριωτικού Μετώπου Νίκος Κόσης. Ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος γνώριζε για τη δημιουργία της. Πρώην αγωνιστές της ΕΟΚA αποτέλεσαν την καλύτερη «στρατιωτική ζύμη» και «τον κύριο τροφοδότη της Οργάνωσης». Οι άνδρες της ΕΟΚ εκπαιδεύονταν από αξιωματικούς της ΕΛΔΥΚ, πρώην τομεάρχες της ΕΟΚΑ και Ελληνοκύπριους αξιωματικούς του Κυπριακού Στρατού. Μέχρι το 1963, η ΕΟΚ διέθετε ομάδες και «λόχους» σχεδόν σε ολόκληρη την Κύπρο με «αρχηγείο» στη Λευκωσία και «υπαρχηγεία» στις πόλεις. Η ΕΟΚ αριθμούσε γύρω στις 5.000 μέλη με στοιχειώδη εκπαίδευση και ελλιπή οπλισμό.

Η ΤΜΤ είχε ως πρώτο «αρχηγό και οργανωτή» τον αντισυνταγματάρχη του τουρκικού στρατού Riza Vuruskan. Κατά τον Τούρκο συνταγματάρχη ε.α. Ismail Tansu που ανέλαβε την εκπόνηση σχεδίου επανάκτησης της Κύπρου, ιδρύθηκε στην Αγκυρα τον Μάιο του 1958. Εμπνευστής της δημιουργίας της ήταν ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Fatin Zorlu. Ο πολιτικός αρχηγός και «ισχυρός άνδρας» της ΤΜΤ ήταν ο πρόεδρος της Τουρκικής Κοινοτικής Συνελεύσεως Rauf Denktash. Οι άνδρες της ΤΜΤ εκπαιδεύονταν από αξιωματικούς της ΤΟΥΡΔΥΚ, αξιωματικούς του Τουρκικού Στρατού, αλλά και από Τουρκοκύπριους αξιωματικούς του Κυπριακού Στρατού.

Η κινητοποίηση των «κρυφών στρατών»

Στις συγκρούσεις του 1963 ήταν οι δύο «κρυφοί στρατοί» που κινητοποιήθηκαν και συγκρούστηκαν. Οι συγκρούσεις κορυφώθηκαν τα Χριστούγεννα του 1963 και συνεχίστηκαν μέχρι τις 30 του ίδιου μήνα. Τότε, με τη διαμεσολάβηση των Βρετανών συμφωνήθηκε η χάραξη της Πράσινης Γραμμής (Green Line Agreement). Οι συγκρούσεις του 1963 οδήγησαν στη θυλακοποίηση των Τουρκοκυπρίων και σε έναν de facto γεωγραφικό διαχωρισμό. Οι θύλακοι δημιούργησαν τετελεσμένα που δυσχέραιναν την επίλυση του προβλήματος. Η δημιουργία τους στόχευε σε έναν «πολιτικοκοινωνικό διαχωρισμό» των δύο κοινοτήτων, γεγονός που καταπατούσε τη συμφωνία Ζυρίχης-Λονδίνου. Στο υπό τουρκοκυπριακό έλεγχο τμήμα της πρωτεύουσας, σχηματίστηκε τουρκοκυπριακός διοικητικός μηχανισμός με επικεφαλής τον δρα F. Kutchuk, με την Αγκυρα να ενισχύει χρηματικά το κρατικό αυτό μόρφωμα. Η επιδίωξη της ελληνοκυπριακής κοινότητας ήταν να διαφυλάξει το κύρος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αρχικά προσπάθησε να αποδυναμώσει και να ελέγξει το σύνοικο στοιχείο, όμως σε καμία περίπτωση δεν κατάφερε να θέσει τέρμα στον επιδιωκόμενο στόχο της Τουρκίας που απέβλεπε στην ενίσχυσή του. Είναι ενδεικτικό ότι το εβδομαδιαίο δελτίο της βρετανικής υπηρεσίας πληροφοριών στις 29 Ιανουαρίου 1964, ανέφερε ότι οι Τουρκοκύπριοι διέθεταν μεγάλο αριθμό όπλων σε Πάφο, Λάρνακα και παλιά Αμμόχωστο. Οπως και να έχουν τα πράγματα, το «επικίνδυνο παιχνίδι» της επιδίωξης των Ελληνοκυπρίων να πετύχουν τον ολοκληρωτικό έλεγχο του κυπριακού εδάφους, συναντούσε όχι μόνο την αντίσταση των Τουρκοκυπρίων, αλλά και την απειλή για απόβαση τουρκικού στρατού –η γεωγραφική εγγύτητα της Τουρκίας έδινε πολλά στρατιωτικά και πολιτικά πλεονεκτήματα– και αυτό δημιούργησε την αναγκαιότητα ανασύνταξης και καλύτερης στελέχωσης των ελληνοκυπριακών ενόπλων δυνάμεων. Ετσι το Κυπριακό υπεισήλθε σε μια δύσκολη περίοδο. Η ελληνοκυπριακή πλευρά κινήθηκε σε δύο επίπεδα. Σε πολιτικό, στήριξε την κρατική της οντότητα με συμμετοχή στην Πενταμερή Διάσκεψη του Λονδίνου όπου απέρριψε σχέδια νατοποίησης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Παράλληλα με το ψήφισμα 186 της 4ης Μαρτίου 1964 διασφάλισε το αυτονόητο, δηλαδή την αναγνώριση της κυβέρνησης Μακαρίου ως της μόνης νόμιμης στο νησί, αλλά και σύσταση Ειρηνευτικής Δύναμης (UNFICYP) με σκοπό τη διατήρηση της ειρήνης και της ασφάλειας. Σε στρατιωτικό, στο οποίο το παρόν άρθρο επικεντρώνεται, ανέλαβε πρωτοβουλίες με σκοπό να περιορίσει τις αυθαιρεσίες πολλών ατάκτων και να τους συνενώσει υπό μία ενιαία διοίκηση. Ετσι θα εμπόδιζε στον βαθμό που μπορούσε τις διχοτομικές βλέψεις των Τουρκοκυπρίων και της Αγκυρας. Στο πλευρό της είχε την ελληνική κυβέρνηση, η οποία επιζήτησε να ελέγξει την κλιμακούμενη ένταση στο νησί, χωρίς όμως πρόθεση εμπλοκής σε πόλεμο με τη γειτονική και σύμμαχη Τουρκία.

Το φλέγον πρόβλημα της κυπριακής άμυνας

Είναι γι’ αυτό που στις 25 Φεβρουαρίου 1964, εξαγγέλθηκε η δημιουργία της Εθνοφυλακής, ένα είδος εθελοντικής Εθνοφρουράς. Η βάση της δημιουργίας της ήταν τα «υπαρχηγεία» της «Οργάνωσης Ακρίτας». Με τη δημιουργία της εθελοντικής Εθνοφρουράς τα στελέχη της «Οργάνωσης» απέκτησαν «νόμιμον ημιστρατιωτικήν μορφήν», όπως ακριβώς αποκτούσαν και όσοι δεν ανήκαν στην «Οργάνωση Ακρίτας». Την εθελοντική Εθνοφρουρά που διατηρήθηκε για κάποιο χρονικό διάστημα ως «δύναμη προκαλύψεως», διηύθυνε το Συμβούλιο Αμύνης, ένα είδος στρατιωτικού επιτελείου με σκοπό τον καλύτερο στρατιωτικό συντονισμό Αθήνας-Λευκωσίας.

Καθοριστικής σημασίας για αναδιοργάνωση της άμυνας των Ελληνοκυπρίων ήταν η «Βασική διαταγή υπ’ αριθ. 1». Εκδόθηκε την 1η Μαρτίου 1964 και προνοούσε δυαδική αρχηγία σε όλα τα επιτελεία της εθελοντικής Εθνοφρουράς: ένας Ελληνοκύπριος και ένας Ελλαδίτης αξιωματικός. Η άφιξη πολύ πιο έμπειρων αξιωματικών του Ελληνικού Στρατού και η καθιέρωση διττής αρχηγίας έθεσαν τις βάσεις για μια επαγγελματική οργάνωση. Με τις δυαδικές αρχηγίες η ελληνική κυβέρνηση φιλοδοξούσε να αποκτήσει αυτό που δεν είχε πριν από τον Δεκέμβριο του 1963, τον στρατιωτικό έλεγχο της «Οργάνωσης Ακρίτας».

Ακόμη, διασφαλίστηκε η από κοινού λήψη αποφάσεων Αθήνας-Λευκωσίας, ενώ ελέγχθηκαν αρκετές «αυθαίρετες στρατιωτικές πρωτοβουλίες» που είχαν γίνει κατά και μετά τα γεγονότα του Δεκεμβρίου 1963. Με αυτό τον τρόπο η Αθήνα περιόρισε τις αρμοδιότητες του Π. Γιωρκάτζη, που σύμφωνα με τον Ν. Κόση ήταν «ανεπιθύμητος κυρίως μετά τα γεγονότα του 1963, και θεωρείτο υπεύθυνος για τα διαδραματισθέντα».

Η εθελοντική Εθνοφρουρά ανταποκρίθηκε σε βαθμό ικανοποιητικό, ωστόσο η εθελοντική κατάταξη, η απειθαρχία των στελεχών της που δεν βρίσκονταν σε διατεταγμένη υπηρεσία, οι συνεχείς συγκρούσεις της περιόδου Ιανουαρίου-Απριλίου 1964 (αναφέρονται ενδεικτικά οι συγκρούσεις σε Λεμεσό, Πάφο, Αγιο Σωζόμενο, Πενταδάκτυλο) επέβαλλαν υποχρεωτική στρατολογία. Γι’ αυτό, η ανάγκη δημιουργίας ένοπλου σώματος με υποχρεωτική στρατολογία ήταν επιβεβλημένη. Ετσι, στις 13 Μαρτίου 1964, στο Καστρί, τίθεται ως επικεφαλής του ιδρυθέντος Ειδικού Μικτού Επιτελείου Κύπρου (ΕΜΕΚ), που στόχο είχε να «επιλαμβάνεται παντός στρατιωτικού ζητήματος διά την Κύπρον», ο στρατηγός Γεώργιος Γρίβας. Η απόφαση της σύσκεψης ήταν η βάση δημιουργίας της Εθνικής Φρουράς. Ο πρωθυπουργός της Ελλάδας, Γεώργιος Παπανδρέου, πίστευε ότι οι γνώσεις του στρατηγού θα ενίσχυαν την άμυνα της Κύπρου. Ταυτόχρονα, δημιουργήθηκε στην Κύπρο η Στρατιωτική Διοίκηση Κύπρου (ΣΔΙΚ), η οποία έπαιρνε εντολές από το ΕΜΕΚ, ενώ παράλληλα αποφασίστηκε και η αποστολή ελληνικής μεραρχίας που θωράκισε το νησί. Μέχρι τον Ιούνιο του 1964 δημιουργήθηκε η Εθνική Φρουρά της οποίας αρχηγός ορίστηκε από την 1η Μαΐου 1964, ο Ελλαδίτης αντιστράτηγος Γεώργιος Καραγιάννης.

Νέα δεδομένα, στρατιωτικά και πολιτικά, στο Κυπριακό

Τα γεγονότα του 1963 δημιούργησαν νέα δεδομένα στην κυπριακή κυβέρνηση. Η θυλακοποίηση, οι διχοτομικές βλέψεις, καθώς και η δυνατότητα της Τουρκίας να επέμβει στρατιωτικά επέβαλαν οπωσδήποτε τη στρατιωτική αναδιοργάνωση των Ελληνοκυπρίων. Η Αθήνα αφενός στήριξε την Κύπρο αφετέρου θέλησε να ελέγξει τον Αρχιεπίσκοπο, αφού ανησυχούσε –δικαιολογημένα– για το ενδεχόμενο πιθανής σύγκρουσης στη μεγαλόνησο με ανυπολόγιστες προεκτάσεις.

Το μέλημα της Αθήνας ήταν να εξουδετερωθεί η τουρκική και τουρκοκυπριακή υπεροχή, να ενισχυθεί ο κυπριακός ελληνισμός, αλλά και να διασφαλιστεί η ενότητα των νατοϊκών συμμαχικών χωρών σε μια περίοδο που ο Ψυχρός Πόλεμος μπορούσε να οδηγήσει σε παγκόσμια σύρραξη.

Η Αθήνα ζήτησε από τη Λευκωσία προσυνεννόηση για την εφαρμογή οποιασδήποτε πολιτικής και προσπάθησε να πειθαρχήσει και να ελέγξει τις πρωτοβουλίες του Αρχιεπισκόπου. Η Λευκωσία όφειλε να είναι πολύ προσεκτική τόσο σε στρατιωτικό όσο και σε πολιτικό επίπεδο και αποδεχόταν την υποχρέωσή της, χωρίς να χάνει το δικαίωμα διαφωνίας απέναντι στις προθέσεις της Αθήνας. Αυτό όμως ήταν και το σημείο τριβής.

Η Λευκωσία πίστευε ότι θα μπορούσε να είχε την καθολική στήριξη της Αθήνας σε ό,τι αποφάσιζε, από την άλλη η Αθήνα επένδυσε πάνω στη δυνατότητα να καθοδηγεί τις εξελίξεις όπως η ίδια έκρινε καλύτερα.

Τούτο δημιούργησε συχνά πυκνά ένταση μεταξύ των δύο χωρών.

Αν στο επίπεδο των στρατιωτικών διαφωνιών προστεθούν και οι πολιτικές, τότε γίνεται αντιληπτό πόσο μεγάλη σημασία είχε από την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας η επιλογή μιας στρατηγικής: του υγιούς συντονισμού ή της ξεχωριστής ανάληψης ευθυνών Αθήνας-Λευκωσίας.

* Ο κ. Αγγελος Χρυσοστόμου είναι διδάκτωρ Ιστορίας του Πανεπιστημίου Κύπρου.
Πηγή: Έντυπη έκδοση της Καθημερινής, 05.06.2016

ΔΕΝ επιτρέπονται απαξιωτικοί και υβριστικοί χαρακτηρισμοί εναντίον στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας. Υποβάλλοντας το σχόλιο σου επιβεβαιώνεις ότι έχεις διαβάσει και αποδεχθεί τους όρους χρήσης και σχολιασμού του ιστοτόπου. Η ευθύνη των σχολίων (αστική και ποινική) βαρύνει τους σχολιαστές. Οι απόψεις που εκφράζονται δεν αντιπροσωπεύουν εκείνες της "Προέλασης" και δεν πρέπει να εκλαμβάνονται ως τέτοιες.

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: