Του Βενιζέλου Λεβεντογιάννη, το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στο topontiki.gr

Λονδίνο, τέλη Απριλίου 1943. Βράδυ Τετάρτης προς Πέμπτη. Albert Bridge.

Ο Μάικλ Γκλίντβορ προχωρούσε με δυσκολία στη δεξιά πλευρά της γέφυρας, κάνοντας μικρά ζιγκ – ζαγκ για να μην πέσει. Ήταν μεθυσμένος για ακόμη ένα βράδυ. Το χνώτο του βρομούσε μπίρα και κάποιο βραστό μαζί με ξινολάχανο από τη «γευστικότατη» αγγλική κουζίνα. Μονολογούσε και έβριζε. Ο Γκλίντβορ δεν ήταν και ιδιαίτερα ευχαριστημένος από τη ζωή του. Είχε ξεχάσει τη λέξη «ευτυχία», καιρό τώρα.
Ήταν ένα χαμίνι που τις περισσότερες φορές κοιμόταν κάτω από τις γέφυρες και έπινε οτιδήποτε μπορούσε να μυρίσει σαν οινόπνευμα. Για δουλειά ούτε να γίνεται λόγος. Τα έβγαζε πέρα με τα παράνομα στοιχήματα ή όταν έκλεβε κανένα πορτοφόλι από κάποιον ανυποψίαστο περαστικό. Τώρα είχε μείνει ρέστος. Χρωστούσε κιόλας αρκετές λίρες στους «μπουκ». Ήταν απελπισμένος για άλλη μια φορά στη ζωή του.

Στάθηκε στο στηθαίο της γέφυρας και κοίταξε στα δεξιά του το σκοτεινό Λονδίνο. Ελάχιστα φωτάκια άναβαν, αν και οι βομβαρδισμοί των Γερμανών είχαν σχεδόν σταματήσει. «Μπάσταρδοι» μονολόγησε με δυσκολία από το πολύ ποτό και το μυαλό του ταξίδεψε στον μικρό Τομ. «Μπάσταρδοι» επανέλαβε και βούρκωσε. Τον είχε δει δυο φορές. Μια όταν γεννήθηκε πριν από έξι χρόνια και άλλη μια όταν έβγαλαν το άψυχο κορμάκι του από τα συντρίμμια, ύστερα από έναν σφοδρό βομβαρδισμό της Λουφτβάφε που είχε ισοπεδώσει σχεδόν ολόκληρο το East End.

Στο μεσοδιάστημα η μητέρα του Τομ είχε απαγορεύσει στον Μάικλ να τους επισκέπτεται εάν προηγουμένως δεν έκοβε το ποτό.
Την επόμενη μέρα που βρήκαν τον Μάικλ στις όχθες του ποταμού είπαν πως ήταν άλλος ένας μεθύστακας που παραπάτησε, έπεσε και πνίγηκε. Κανείς δεν είχε δει τα δάκρυά του όταν πηδούσε από τη γέφυρα, ούτε τον άκουσε να φωνάζει τον γιο του. Το πτώμα του, ελλείψει συγγενών, στάλθηκε στην πανεπιστημιακή σχολή του King’s College. Τουλάχιστον κάτι θα προσέφερε, έστω και νεκρός. Οι πρωτοετείς φοιτητές της Ιατρικής θα έκαναν επάνω του το μάθημα της ανατομίας.

Ισπανικές ακτές Ουέλβα. Ξημερώματα 30 Απριλίου 1943, HMS «Seraph»

Ο σκοτεινός όγκος του υποβρυχίου του Βασιλικού Ναυτικού «Seraph» αναδύθηκε μέσα από λευκούς αφρούς, σε μια θάλασσα που ακόμη ήταν κατάμαυρη, αφού η νύχτα δεν είχε προλάβει να δώσει τη θέση της στον «ασθενικό» ήλιο της άνοιξης. Ο κυβερνήτης, πλωτάρχης Norman Bill Jewell, γύρισε τον χειροστρόφαλο, άνοιξε τη στεγανή ανθρωποθυρίδα ασφαλείας και βγήκε στον πυργίσκο του υποβρυχίου, που έσταζε ακόμη θαλασσινό νερό. Τον ακολούθησε ο ύπαρχος και πέντε ναύτες του «Seraph».

Οι άνδρες κουβαλούσαν ένα σαβανωμένο πτώμα, το οποίο μόλις είχαν βγάλει από ένα μεταλλικό φέρετρο γεμάτο με πάγο. Η ομάδα προχώρησε και έφτασε στην πλώρη του κύτους. Ο Norman με ένα κοφτό νόημα του κεφαλιού του διέταξε τους ναύτες να ξεσαβανώσουν το πτώμα. Ταυτόχρονα άνοιξε ένα παλιοκαιρισμένο βιβλίο και διάβασε μονότονα τον 39ο ψαλμό του Δαβίδ: «Και ανήγαγε με εκ λάκκου ταλαιπωρίας και από πηλού ιλύος και έστησεν επί πέτραν τους πόδας μου και κατηύθυνε τα διαβήματά μου».
Οι ναύτες κοίταξαν με απορία τον Jewell, όταν τους διέταξε να ρίξουν το πτώμα στη θάλασσα. Τα νερά της Ουέλβα κατάπιαν αμέσως τον άνδρα με τη στολή του ταγματάρχη του Σώματος των Βασιλικών Πεζοναυτών.

Ισπανικές ακτές Ουέλβα. 30 Απριλίου, 9.30. Ψαροκάικο «Dolores»

Ο Jose Antonio Raiz Maria ήταν ένας φιλήσυχος πολίτης. Όσο θυμόταν τον εαυτό του ήταν πάντα ψαράς. Το ίδιο και ο πατέρας του, το ίδιο και ο παππούς του. Δεν του άρεσε ο πόλεμος και κάθε μέρα ευχαριστούσε τον θεό και τον διορατικό στρατηγό, που αυτός δεν έφτασε στην ουδέτερη χώρα του. Μάθαινε τι γινόταν στην υπόλοιπη Ευρώπη και ανατρίχιαζε. Δίπλα στην εικόνα της Παρθένου στο σαλόνι του σπιτιού του, σαν καλός Ισπανός, είχε τη φωτογραφία του Στρατηγού Φράνκο. Όταν άκουσε το παραπαίδι του από το Μαρόκο να φωνάζει πως κάτι μεγάλο πιάστηκε στα δίχτυα, δεν έδωσε σημασία. Όταν όμως είδε ότι είχε ψαρέψει έναν νεκρό Άγγλο ταγματάρχη, σκέφτηκε ότι μόλις έδενε στο λιμάνι το πρώτο πράγμα που θα έκανε θα ήταν να ενημερώσει τις αρχές. Και το έκανε…

Λονδίνο, Τσέλσι, Ralston street Νο 77. 25 Απριλίου 1943

Η πόρτα τού κλασικού αγγλικού σπιτιού, με τον φροντισμένο κήπο και τα καφετιά τούβλα, χτύπησε. Ο πλωτάρχης του Βασιλικού Ναυτικού Ewen Montagu περίμενε υπομονετικά κάτω από τη βροχή που έπεφτε σαν σπρέι, μέχρι να του ανοίξουν. Μπήκε μέσα και η οικιακή βοηθός, μια ηλικιωμένη κυρία, τον οδήγησε στη βιβλιοθήκη του οικήματος. Εκεί τον περίμενε ο διάσημος παθολόγος sir Bernard Spilsbury πίσω από ένα μεγάλο γραφείο και χωμένος σε στοίβες από βιβλία.

«Καθηγητά μου, σας ευχαριστώ που με δεχτήκατε. Η πατρίδα σάς χρειάζεται» είπε ο πλωτάρχης και σίγουρος για το ποιόν του ανθρώπου που μόλις είχε επισκεφτεί άρχισε να μιλάει χωρίς περιστροφές.
Ο Montagu δεν ήταν απλώς ένας πλωτάρχης. Ήταν και μέλος της αγγλικής αντικατασκοπίας, της περίφημης MI5. Δυο μέρες τώρα μελετούσε τον φάκελο του καθηγητή και αφού σιγουρεύτηκε για εκείνον, αποφάσισε να τον προσεγγίσει. «Σας ακούω, αγαπητέ. Πώς μπορώ να βοηθήσω» είπε ο Spilsbury και έβγαλε τα μικρά γυαλιά της πρεσβυωπίας για να βλέπει τον συνομιλητή του. Πρόσφερε αχνιστό τσάι με κουλουράκια στον πλωτάρχη και μετά κάθισε απέναντί του.
«Οι Ρώσοι, αν και όλα δείχνουν ότι τα καταφέρνουν και σύντομα θα πάρουν στο κυνήγι τους ναζί, πιέζουν αφόρητα τον Τσώρτσιλ να ανοίξει ένα μέτωπο στη Δυτική Ευρώπη για να τους αποφορτίσει. Ο Στάλιν την τελευταία φορά σχεδόν μας έβρισε γιατί καθυστερούμε. Ήρθε λοιπόν η στιγμή να συμβεί αυτό. Από εσάς χρειαζόμαστε απλώς ένα… πτώμα. Έναν νεκρό άνδρα σε καλή κατάσταση, γύρω στα 30, που να έχει πεθάνει πρόσφατα και οι πνεύμονές του να είναι γεμάτοι υγρό. Σαν να πνίγηκε. Τον χρειαζόμαστε άμεσα».

Ο sir Spilsbury λίγο έλειψε να πνιγεί εκείνος με αυτό που άκουσε. Του ζητούσαν να βρει ένα πτώμα και μάλιστα με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Και του το ζητούσαν να το βρει την ίδια μέρα. Κάτι τέτοιο ήταν αδύνατον. Ή μήπως όχι; Έτριψε το πηγούνι του, σκέφτηκε λίγο ακόμη και μετά ζήτησε από τον πλωτάρχη να περιμένει. Βγήκε από τη βιβλιοθήκη και πήγε στο καθιστικό όπου άρχισε να τηλεφωνεί σε συναδέλφους του καθηγητές. Αφού η χώρα του ήθελε ένα πτώμα, θα της το έβρισκε. Και το καλύτερο μέρος να το ψάξει ήταν τα νεκροτομεία.

Επέστρεψε ύστερα από μισή ώρα και βρήκε τον πλωτάρχη να κάθεται ακριβώς στην ίδια θέση που τον άφησε. «Μα τι διάβολο, αυτοί του Ναυτικού δεν κουνιούνται καθόλου;» σκέφτηκε, γέλασε από μέσα του και μετά είπε: «Πλωτάρχα μου, νομίζω ότι είμαστε τυχεροί. Στο νεκροτομείο του King’s College υπάρχει ένα τέτοιο πτώμα. Το έφεραν χθες. Οι φοιτητές δεν πρόλαβαν να το ανοίξουν. Ένας δυστυχής που έπεσε μεθυσμένος από μια γέφυρα. Από ό,τι μου περιέγραψαν, όμως, είναι ο άνθρωπός μας. Είπα στους συναδέλφους να μην το αγγίξουν».

Ο πλωτάρχης Montagu, πριν φύγει για τα γραφεία της MI5, τηλεφώνησε στην υπηρεσία του και έδωσε εντολή να πάνε στο πανεπιστήμιο και διακριτικά να φορτώσουν το πτώμα σε ένα ασθενοφόρο. Στη συνέχεια να το μεταφέρουν στα υπόγεια του κτηρίου. Ύστερα, αφού ευχαρίστησε τον καθηγητή, έφυγε και εκείνος για τα γραφεία της MI5 στο νούμερο 85 της οδού Albert Embankment, στο Vauxhall, στις όχθες του Τάμεση.

Γραφεία MI5, το ίδιο απόγευμα

Το χαμόγελο του Montagu έφτανε μέχρι τα αυτιά του. Καθόταν στο γραφείο του μαζί με τον σμηναγό Charles Cholmondeley από το τμήμα B1 της υπηρεσίας. Ήταν οι δυο άνθρωποι που είχαν συλλάβει το σχέδιο παραπλάνησης των ναζί και που είχαν αναλάβει να το υλοποιήσουν. Όλες τους οι πράξεις φυσικά είχαν την άμεση έγκριση όχι μόνο της υπηρεσίας, αλλά και του ίδιου του Ουίνστον Τσώρτσιλ.

«Ευτυχώς που υπάρχει στην υπηρεσία και αυτός ο παλαβός ο sir Ian Fleming, και πέταξε την ιδέα. Το μεσημέρι μού είπε ότι εάν πραγματοποιηθεί, μετά τον πόλεμο θα γράψει βιβλίο για αυτή» είπε ο σμηναγός και άναψε ένα τσιγάρο. Οι δυο άνδρες, αφού τελείωσαν τα χωρατά τους, δεν βγήκαν από το γραφείο, παρά μόνο την επόμενη μέρα. Είχαν οργανώσει τέλεια και πέραν κάθε αμφισβήτησης ένα σχέδιο που θα έκανε τον Χίτλερ να χάσει τον ύπνο του.
Το πτώμα του υποτιθέμενου Άγγλου ταγματάρχη θα ξεβραζόταν στις ακτές της Ισπανίας. Η οποία ναι μεν ήταν ουδέτερη, αλλά όλοι γνώριζαν τη συνεργασία και τις ευκολίες που παρείχε η κυβέρνησή της στον Αδόλφο Χίτλερ. Το πτώμα ήταν εφοδιασμένο με κρυπτογραφημένα απόρρητα έγγραφα που θα αναφέρονταν στην επικείμενη επίθεση Βρετανών και Αμερικανών στην Ελλάδα. Θα έκαναν απόβαση στην Καλαμάτα.

Εάν ο Χίτλερ τσιμπούσε το δόλωμα, θα απέσυρε τις ισχυρότατες δυνάμεις του από τη Σικελία και θα τις μετέθετε στην Πελοπόννησο. Στα ίδια απόρρητα έγγραφα υπήρχε και ένα άλλο που ανέφερε εναλλακτική τοποθεσία της απόβασης τη Σαρδηνία.

Ο «ταγματάρχης» έπρεπε να έχει μια αληθινή ταυτότητα για να γίνει πιστευτή η ιστορία. Ειδικοί γραφίστες της εποχής, στην υπηρεσία της MI5, δούλεψαν σκληρά εκείνη τη νύχτα και εφοδίασαν το πτώμα με κάθε λογής έγγραφα που έπρεπε να έχει. Κατ’ αρχάς του έδωσαν όνομα: «Ταγματάρχης William Martin του Σώματος των Βασιλικών Πεζοναυτών». Ο βαθμός του ταγματάρχη δεν ήταν τυχαία επιλογή. Δικαιολογούσε απόλυτα την πολύ σημαντική αποστολή που υποτίθεται ότι του είχαν εμπιστευτεί. Ταξίδευε με αεροπλάνο εφοδιασμένος με τα έγγραφα, το αεροπλάνο χάλασε και έπεσε στη θάλασσα της Ισπανίας. Για να γίνει ακόμη πιο πιστευτή η ιστορία, ο ταγματάρχης θα έπρεπε να έχει και προσωπική ζωή.
Έτσι του έδωσαν μία φανταστική αρραβωνιαστικιά, την Παμ, με την οποία ήταν τρελά ερωτευμένος. Στο πορτοφόλι του νεκρού τοποθέτησαν τη φωτογραφία της Nancy Jean Leslie, μιας κοπέλας που εργαζόταν στην ΜΙ5 και η οποία υποτίθεται ότι ήταν η Παμ. Άλλα αποδεικτικά του έρωτα του ταγματάρχη και της Παμ ήταν δύο ερωτικά γράμματα και μια απόδειξη από κοσμηματοπωλείο, για την αγορά ενός διαμαντένιου δαχτυλιδιού. Τα γράμματα της Παμ προς τον αγαπημένο της γράφτηκαν από τον διοικητή της ΜΙ5, Hester Leguet.

Οι τσέπες του ταγματάρχη είχαν επίσης εισιτήρια λεωφορείου, δύο εισιτήρια θεάτρου, αποδείξεις φαγητού από κάποιο εστιατόριο, αποδείξεις από ένα παντοπωλείο και έναν μικρό ασημένιο σταυρό, μαζί με την εικόνα του Αγ. Χριστοφόρου, ως γνήσιου μέλους της Καθολικής Εκκλησίας της Αγγλίας.
Οι γραφίστες της MI5 ξεπέρασαν τον εαυτό τους όταν για να διασκεδάσουν, αλλά πάντα με την έγκριση των Montagu και Cholmondeley, έβαλαν στην εσωτερική τσέπη του «ταγματάρχη» ένα γράμμα από τον πατέρα του που του έλεγε να προσέχει στον πόλεμο και μια αυστηρή επιστολή του διευθυντή ενός υποκαταστήματος της Lloyds Bank για έλλειμμα 17,19 λιρών από τον λογαριασμό του. Η επιχείρηση παραπλάνησης των Γερμανών έλαβε την κωδική ονομασία «Κιμάς».

Οι Γερμανοί κατάπιαν τον κιμά… αμάσητο

Όλα αυτά καθώς και ο φάκελος με τα «απόρρητα έγγραφα» βρισκόντουσαν τώρα στην ιατροδικαστική υπηρεσία της Ουέλβα. Ο ιατροδικαστής ενημέρωσε τον πολιτικό του προϊστάμενο ότι ο Άγγλος ταγματάρχης που το πτώμα του ψάρεψε το ψαροκάικο «Dolores» είχε πράγματι πνιγεί πριν από τρεις με πέντε ημέρες, αφού βρέθηκε νερό στους πνεύμονές του. Βρέθηκαν επίσης και κάποιες κακώσεις στον αυχένα και τη σπονδυλική στήλη, οι οποίες προήλθαν από την πτώση του αεροσκάφους.

Ο ιατροδικαστής μόλις εντόπισε το σταυρουδάκι και την εικόνα του Αγίου στον ταγματάρχη δεν προέβη σε περισσότερες εξετάσεις κατά τη νεκροψία, αφού επρόκειτο για έναν νεκρό Καθολικό. Ενημέρωσε επίσης τη στρατιωτική διοίκηση της πόλης για κάποια έγγραφα που ίσως να ενδιαφέρουν.
Οι Ισπανοί με τη σειρά τους ενημέρωσαν άμεσα τη γερμανική αντικατασκοπία, την Abwehr, και συγκεκριμένα τον πράκτορα των ναζί Adolph Klauss, που δραστηριοποιούνταν στην Ουέλβα. Εκείνος όταν έλαβε τα έγγραφα τα έστειλε για αποκρυπτογράφηση. Ήταν σίγουρος ότι ο προϊστάμενός του, ο Wilhelm Franz Canaris, θα τον αντάμειβε με μια προαγωγή.

Σε 12 ημέρες ακριβώς ο ίδιος ο Χίτλερ έτριβε τα χέρια του. Γνώριζε πού θα γίνει η απόβαση των συμμάχων και διέταξε να απαγκιστρωθούν ισχυρότατες δυνάμεις από τη Σικελία και να σταλούν στη Σαρδηνία και την Πελοπόννησο.
Οι Ισπανοί για να είναι «εντάξει» απέναντι σε όλους, αφού ο Φράνκο υποτίθεται ότι τηρούσε ουδετερότητα, ενημέρωσαν τον Βρετανό υποπρόξενο Francis Haselden ότι βρέθηκε το πτώμα ενός Άγγλου ταγματάρχη και το έθαψαν στην Ουέλβα, στις 4 Μαΐου, με πλήρεις στρατιωτικές τιμές. Ενημέρωσαν επίσης ότι επάνω στο πτώμα υπήρχε ένας χαρτοφύλακας τα διαβαθμισμένα έγγραφα του οποίου τα επέστρεψαν. Με μια μικρή καθυστέρηση βεβαίως 5 ημερών…

Γραφεία MI5, οδός Albert Embankment Νο 85, Vauxhall. 7 Μαΐου 1943

Ο πλωτάρχης και ο σμηναγός καθόντουσαν σε αναμμένα κάρβουνα. Περίμεναν από την υπηρεσία αποκρυπτογράφησης και αποκωδικοποίησης Ultra να εξετάσει τον χαρτοφύλακα με τα «απόρρητα» έγγραφα που οι Ισπανοί είχαν επιστρέψει στους Άγγλους. Κάπνιζαν και οι δύο και ο χώρος είχε γεμίσει από πηχτό καπνό. Τους έτρωγε η αγωνία. Το τηλέφωνο χτύπησε μια φορά και ο Montagu απάντησε αμέσως, πριν προλάβει να χτυπήσει και δεύτερη. Άκουσε με προσοχή τι του έλεγαν και όταν το έκλεισε άρχισε να ουρλιάζει σαν μικρό παιδί και να αγκαλιάζεται με τον σμηναγό.
Η Ultra που εξέτασε τον χαρτοφύλακα αποφάνθηκε πως πριν τους επιστραφεί είχε ανοιχτεί με ακρίβεια και προσεκτικά για να μην σπάσουν οι σφραγίδες του, πιθανότατα από έναν μικρό χαρτοκόπτη. Αυτό σήμαινε ότι οι Γερμανοί είχαν τα έγγραφα στα χέρια τους. Ο πλωτάρχης πήγε στο «κρύπτο» και υπαγόρευσε ένα επείγον τηλεγράφημα προς τον ίδιο τον Τσώρτσιλ. Το τηλεγράφημα ήταν όλο και όλο τρεις λέξεις: «Κιμάς φαγώθηκε ολάκερος».

Ο νεκρός δεδικαίωται

Οι Γερμανοί είχαν πέσει θύματα μιας εκπληκτικά στημένης παγίδας. Λίγες εβδομάδες αργότερα, στις 9 Ιουλίου, η επιχείρηση «Χάσκι» θα άνοιγε ένα ευρύ μέτωπο στη Δυτική Ευρώπη και θα ελάφρυνε τον Στάλιν. Ο ίδιος ο Χίτλερ απαγκίστρωνε μεραρχίες τεθωρακισμένων και «ορεινών κυνηγών» από τη Σοβιετική Ένωση και τις έστελνε στην Ελλάδα και τη Σαρδηνία. Οι σύμμαχοι έπιασαν στον ύπνο τους ναζί και αποβιβάστηκαν στη Σικελία.
Στις 10 Ιουλίου ο Χίτλερ κάλεσε στο γραφείο του πύργου του, στην «Ορεινή Φωλιά», τη Felsennest, που βρισκόταν στη δασική περιοχή Ρόντερ στη Βόρεια Ρηνανία – Βεστφαλία, τους προϊσταμένους της Abwehr και τα ουρλιαχτά του ακούστηκαν μέχρι τον μεγάλο δρυμό με τα δέντρα ερυθρελάτης.
Κάποια στιγμή γύρισε στον Canaris και ήρεμα του είπε: «Έπεσες θύμα της πιο κολοσσιαίας μπλόφας από την εποχή του Τζένγκις Χαν»…
Και όλα αυτά εξαιτίας ενός πτώματος κάποιου άνδρα που αποφάσισε να πηδήξει από την Albert Bridge στα σκοτεινά νερά του Τάμεση…


Γραφεία MI5, οδός Albert Embankment Νο 85, Vauxhall, Οκτώβριος 1943

Ο πράκτορας Ewen Montagu, ντυμένος με τη μαύρη στολή του πλωτάρχη, ανέβαινε τα σκαλοπάτια του κτηρίου για να πάει στο γραφείο του. Σφύριζε ένα χαζοτράγουδο της εποχής και κρατούσε έναν χαρτοφύλακα όμοιο με εκείνον που είχε χρησιμοποιήσει στο τέχνασμά του και είχε εφοδιάσει τον «ταγματάρχη». Στον δεύτερο όροφο πέρασε από το γραφείο του πράκτορα της υπηρεσίας Ian Flemming. Του χαμογέλασε και του είπε: «Είσαι έτοιμος να γράψεις το βιβλίο σου; Σε λίγους μήνες ο πόλεμος θα τελειώσει».
Ο Flemming τον κοίταξε, μισοχαμογέλασε και του είπε: «Φυσικά! Έχω σκεφτεί και το όνομα του πρωταγωνιστή. Θα τον λένε Bond, James Bond».

4 Σχόλια

  1. ΔΙΚΑΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ

    Ηταν τέτοιος ο πανικός των Ιταλών ότι θα έκαναν οι σύμμαχοι απόβαση στην Καλαμάτα που ξήλωσαν της γραμμές του τραμ, της έκαψαν σε μικρότερα κομμάτια και της έβαλαν στην άμμο κάνοντας εμπόδια για να εμποδίσουν την απόβαση των αποβατικών αλλά και των αρμάτων.

    Απάντηση
  2. jim40

    Έχω την εντύπωση, πως κάπου διάβασα για αυτή την υπόθεση ότι παρατρίχα δεν ανακάλυψαν την μπλόφα οι Γερμανοί γιατί το πουκάμισο του νεκρού ήταν της σειράς και όχι κατά παραγγελία όπως συνηθιζόταν στους αξιωματικούς. Αν κάποιος ξέρει κάτι πάνω σε αυτό ας με συμπληρώσει – διορθώσει

    Απάντηση
  3. Evangelos Arkas

    Το συμβάν, έγινε φιλμ το 1956, και είχε μεγάλη επιτυχία.
    The Man Who Never Was 1956
    Φιλικά
    Δρ. Ευάγγελος Αρκάς
    Λονδίνο, ΗΒ.

    Απάντηση

ΔΕΝ επιτρέπονται απαξιωτικοί και υβριστικοί χαρακτηρισμοί εναντίον στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας. Υποβάλλοντας το σχόλιο σου επιβεβαιώνεις ότι έχεις διαβάσει και αποδεχθεί τους όρους χρήσης και σχολιασμού του ιστοτόπου. Η ευθύνη των σχολίων (αστική και ποινική) βαρύνει τους σχολιαστές. Οι απόψεις που εκφράζονται δεν αντιπροσωπεύουν εκείνες της "Προέλασης" και δεν πρέπει να εκλαμβάνονται ως τέτοιες.

Σχολιάστε

Αρέσει σε %d bloggers: