Γράφει ο Στάθης Βασιλείου

Στα τέλη της δεκαετίας του 1980 το αμερικανικό Πεντάγωνο αναζητούσε ένα ελαφρύ αεροσκάφος εκπαίδευσης για να αντικαταστήσει γηρασμένα T-34 Turbo Mentor του ναυτικού όσο και τα T-37 Tweet της αεροπορίας και σε κάποιο βαθμό τα T-2 Buckeye. Το διακλαδικό πρόγραμμα του νέου εκπαιδευτικού ονομάστηκε Joint Primary Aircraft Training System ή απλά JPATS.

Μέρος του σκεπτικού ήταν να αποκτηθεί ένα αεροσκάφος που όχι μόνον θα απέδιδε στους τομείς της αρχικής εκπαίδευσης νέων πιλότων αλλά θα διατηρούσε χαμηλό προϋπολογισμό. Ούτε η ανάπτυξή του, ούτε η συντήρησή του σε βάθος χρόνου αλλά ούτε και το κόστος ωριαίας πτήσης δεν έπρεπε να κοστίζουν πολύ, λόγος για τον οποίο ζητήθηκε να μην υπάρξει σχεδίαση από το μηδέν αλλά οι αμερικανικές εταιρίες να προσαρμόσουν κάποιο σχέδιο εμπρορικού αεροσκάφους ή εκπαιδευτικού συμμαχικής χώρας στις απαιτήσεις του JPATS.

Η στιγμή φαινόταν κατάλληλη. Πολλές χώρες προσέφεραν ήδη έτοιμα σχέδια δοκιμασμένων και εξαιρετικών ελαφρών αεροσκαφών ενώ πολλές από αυτές είχαν ήδη συνεργαστεί με αμερικανικούς κολοσσούς ή/και τα πήγαιναν πολύ καλά στις εξαγωγές στην πολιτική αεροπορία. Οι υποψήφιοι του προγράμματος JPATS διαμορφώθηκαν ως εξής:

– Lockheed/Aermacchi με το MB.339A «T-Bird II»
– Beech/Pilatus με το PC-9 Mk. II «Τexan II»
– Grumman/Agusta με το S.211A,
– Northrop / Embraer με το Super Tucano EMB-312H
– Rockwell/ Rhein-Flugzeugbau GmbH (RFB) με το Ranger 2000, μια έκδοση του «Fantrainer»
– Vought / Fabrica Militar de Aviones (FMA) με το Pampa 2000, ένα τροποποιημένο IA 63
– Cessna με το μοντέλο 526 CitationJet

Η τελευταία περίπτωση έδρασε μόνη της. Η Cessna αποφάσισε να δράσει μόνη της, χωρίς συνεργασία με το εξωτερικό, βασισμένη στην εξαιρετική πορεία της στο χώρο των ελαφρών εμπορικών αεροσκαφών και business jets από τη δεκαετία του 1970 και αναπτύσσοντας με δικά της κεφάλαια ένα ελαφρύ διθέσιο εκπαιδευτικό στρατιωτικών προδιαγραφών με βάση το εξαιρετικά επιτυχημένο εμπορικά CitationJet/M2/CJ (Model 525), ένα οικονομικό και εύκολα διαχειρίσιμο business jet που λανσάρισε το 1989. Το μοντέλο της ονομάστηκε «526» και διατήρησε το εκπληκτικό ποσοστό ομοιοτυπίας 75% με τον εμπορικό του εξάδελφο, αλλάζοντας μόνον την άτρακτο με την ουρά και το cockpit με τα εκτινασσόμενα καθίσματα. Οι τροχοί, το σύστημα προσγείωσης, τα ηλεκτρικά μέρη, οι ίσιες πτέρυγες και οι δύο αξιόπιστοι και οικονομικοί κινητήρες Williams FJ44-1AP-21 διατηρήθηκαν αυτούσιοι.

Το πρώτο πρωτότυπο πέταξε στις 20 Δεκεμβρίου 1993 με ένα δεύτερο να ακολουθεί το επόμενο έτος. Οι κριτικές των δοκιμαστών ήταν διθυραμβικές. Το 526 CJ ήταν ό,τι ακριβώς ζητούσε το Πεντάγωνο και περισσότερα, δεν υπήρχε καμία συμμετοχή ξένου οίκου (ένας ψυχολογικός παράγοντας που συχνά παραγνωρίζεται για λόγους εθνικής υπερηφάνειας στις ΗΠΑ) και το αεροσκάφος διέθετε ήδη πιστοποίηση από την Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Αεροπλοΐας (FAA) λόγω του εμπορικού. Για όλους αυτούς τους λόγους το 526 CJ μπορούσε να μπεί αμέσως σε παραγωγή και η υπηρεσία θα μπορούσε να πετύχει ακόμα μικρότερο κόστος συντήρησης από off the shelf ανταλλακτικά από το όμοιο σε πολλά business jet. Επιπλέον, το Cessna 526 μπορούσε να διατεθεί για πώληση και στο κοινό, μια κίνηση που δεν ήταν χωρίς προηγούμενο, για κάθε ενδιαφερόμενο εκκεντρικό πλούσιο που ήθελε να έχει την «εμπειρία της πτήσης με στρατιωτικό jet», να πωληθεί σε συμμαχικές χώρες ενώ οι τρείς κλάδοι είχαν ανάγκες στην πορεία για αεροσκάφη που θα κάλυπταν μια πλειάδα αποστολών (ρυμούλκηση εναέριων στόχων, προσομοίωση εχθρικών πυραύλων, εκπαίδευση στην κατεύθυνση εναέριας υποστήριξης, ηλεκτρονικό πόλεμο) που περίμεναν στη γωνία.

Τελικά, και με πολλούς να θεωρούν το Cessna 526CJ δίκαια ως το αδιαφιλονίκητο φαβορί, στις 22 Ιουνίου 1995, ανακοινώθηκε πως η κοινοπραξία της Beechcraft/Pilatus για το T-6 Texan II, έκδοχο του Pilatus PC-9 ήταν ο νικητής του διαγωνισμού. Παρά τις διαφωνίες εντός της για τις καλές προοπτικές να λανσάρουν το 526CJ στο εξωτερικό ως αντικαταστάτη των Τ-37 ή ακόμα και στο εσωτερικό ως πολιτικό διθέσιο jet η Cessna αποφάσισε να ακυρώσει το πρόγραμμα μάλλον σε μια στιγμή πικρίας. Πολλοί εντοπίζουν σήμερα πολλές ομοιότητες στην κίνηση της Cessna για την αυτοχρηματοδότηση και ανάπτυξη ενός αρχικού εκπαιδευτικού jet στις αρχές του ’90 με την ανάπτυξη και επιθετική προώθηση του Scorpion από τη διάδοχη εταιρία Textron ως δικινητήριο αεριωθούμενο οικονομικό αεροσκάφος προκεχωρημένης εκπαίδευσης και ελαφρού μαχητικού σε ΗΠΑ και εξωτερικό αλλά το μέλλον είναι ακόμα άδηλο.

 

ΔΕΝ επιτρέπονται απαξιωτικοί και υβριστικοί χαρακτηρισμοί εναντίον στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας. Υποβάλλοντας το σχόλιο σου επιβεβαιώνεις ότι έχεις διαβάσει και αποδεχθεί τους όρους χρήσης και σχολιασμού του ιστοτόπου. Η ευθύνη των σχολίων (αστική και ποινική) βαρύνει τους σχολιαστές. Οι απόψεις που εκφράζονται δεν αντιπροσωπεύουν εκείνες της "Προέλασης" και δεν πρέπει να εκλαμβάνονται ως τέτοιες.

Σχολιάστε

Αρέσει σε %d bloggers: