Γράφει ο Στέργιος Δ. Θεοφανίδης, πηγή: defence-point.gr

Με αφορμή την ανακοίνωση εκσυγχρονισμού των εξομοιωτών των ελληνικών F-16 Block 52+ και Block 52+ Advanced, ανατρέχουμε στις εξελίξεις των τελευταίων 20 ετών στο συγκεκριμένο χώρο. Πάμε 20 χρόνια πίσω λοιπόν…, η L-3 Communications πλέον, που είχε απορροφήσει τη Link λίγα χρόνια νωρίτερα, προσφέρθηκε να συνδράμει τη BVR για λογαριασμό της Πολεμικής Αεροπορίας και χωρίς οικονομική επιβάρυνση, με σκοπό να επιλυθούν τα προβλήματα του συστήματος των εξομοιωτών Block 30 και Block 50. Υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι θα αναλάμβανε τον εξομοιωτή του Block 52+.

Η αμερικανική εταιρεία δεν συνέδεσε με κανέναν τρόπο τα δύο προγράμματα. Χρέωσε την BVR για τα δύο engine model που εγκατέστησε στο σύστημα και για τις βελτιώσεις που εφάρμοσε γιατί ούτως ή άλλως το ύψος του προγράμματος από τα 13 εκατομμύρια δολάρια είχε αυξηθεί στα 17 από την BVR. Το σύστημα λειτουργεί μετά από αυτές τις βελτιώσεις μέχρι σήμερα, χωρίς βέβαια να καταστεί ποτέ ικανό να αναπαραστήσει 100% τις επιδόσεις και τα χαρακτηριστικά των Block 30 και Block 50.

Όσο για τον εξομοιωτή του F-16 Block 52+, η σχετική σύμβαση ύψους 12,5 εκατομμυρίων δολαρίων υπογράφηκε μεταξύ της L-3 Communications και του Κέντρου Αεροναυτικών Συστημάτων (Aeronautical Systems Center) της USAF, στις 5 Σεπτεμβρίου του 2001.

Πρόκειται για σύστημα που αποκαλείται Aircrew Training Device και προέρχεται από τα Unit Training Devices της ίδιας εταιρείας. Δεν περιλάμβανε θόλο όπως οι κανονικοί εξομοιωτές, αλλά τρεις πεντάγωνες επιφάνειες στις οποίες απεικονίζεται το εξωτερικό περιβάλλον με εύρος θέας 180 περίπου μοιρών στο οριζόντιο επίπεδο.

Ο θάλαμος διακυβέρνησης είναι πιστό αντίγραφο του πραγματικού, ενώ πίσω από αυτόν βρίσκεται ο σταθμός εργασίας του εκπαιδευτή, οπότε η διαρρύθμιση του συστήματος ήταν ίδια με την αντίστοιχη ενός κανονικού εξομοιωτή. Το Aircrew Training Device (ATD) παραλήφθηκε από την Πολεμική Αεροπορία στην 115 Π.M. στα τέλη του 2004, λίγους μήνες μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας παραλαβής των 59 Block 52+, οπότε η λειτουργία του ξεκίνησε κατά τους πρώτους μήνες του 2005.

Οι δύο αυτές φωτογραφίες απεικονίζουν το ATD της Σούδας (Block 52+) στην αρχική του μορφή. Πριν αναβαθμιστεί δηλαδή και πάρει τη μορφή του ATD του Αράξου (φωτογραφίες παρακάτω). Περισσότερα πλαίσια για περιμετρική (360 μοίρες) απεικόνιση του εξωτερικού περιβάλλοντος και διπλάσια σε διαστάσεις ντουλάπα για τους υπολογιστές του συστήματος.

Είναι ένα πολύτιμο βοήθημα αν σκεφθεί κανείς ότι οι Μοίρες που αξιοποιούν τα αεροσκάφη αυτά έχουν διπλό ρόλο (αέρος-αέρος και αέρος-εδάφους) και τα πληρώματά τους θα πρέπει να μπορούν να αξιοποιήσουν, πολλές φορές κατά τη διάρκεια της ίδιας αποστολής, διαφορετικά όπλα και συστήματα, όπως το LANTIRN.

Την αξία δε του συγκεκριμένου συστήματος κατέστησε ακόμη μεγαλύτερη το γεγονός ότι ακόμη και έμπειροι ιπτάμενοι που έχουν πολλές ώρες στο ενεργητικό τους στις προγενέστερες εκδόσεις του F-16 (Block 30 και Block 50), χρειάστηκε να βάλουν αρκετές ώρες στο ΑTD, αλλά και στο πραγματικό αεροπλάνο, για να εξοικειωθούν με τα συστήματά του και να μάθουν να εκμεταλλεύονται τις δυνατότητές τους. Και αυτό συμβαίνει γιατί πολύ απλά το Block 52+ είναι κοινό μόνο κατά 30% σε σχέση με το Block 50!

Το σύστημα επιλέχθηκε ως μια εξαιρετικά επαρκής και οικονομικά προσιτή λύση. Αρχικά προσφέρθηκε στην Π.Α. με το προβολικό σύστημα να περιλαμβάνει μία μόνο επίπεδη οθόνη για την απεικόνιση του εξωτερικού περιβάλλοντος, μπροστά από το ομοίωμα του πιλοτηρίου. Η L-3, όταν η Π.Α. αναζήτησε εξομοιωτή για το Block 52+, προσέφερε το σύστημα UTD που με τη σειρά του αποτελεί δημιούργημα της Hughes Training, η οποία απορροφήθηκε από την L-3 Communications το 1997.

Η Hughes Training μέσω της θυγατρικής της Link, είχε αναπτύξει τα πρώτα UTD το 1993 για λογαριασμό της USAF, που ήθελε συστήματα εξομοιωτών χαμηλού κόστους, τα οποία θα αξιοποιούσε σε επίπεδο Μοίρας. Τα συστήματα αυτά θα έπρεπε επίσης να μπορούν να μεταφερθούν εύκολα προκειμένου να είναι διαθέσιμα ακόμη και σε μονάδες που επιχειρούν από προκεχωρημένες βάσεις σε περίοδο επιχειρήσεων.

Στην αρχική τους μορφή τα συστήματα UTD διέθεταν μία απλή οθόνη για την απεικόνιση του περιβάλλοντος γύρω από το αεροσκάφος, ενώ η λειτουργία τους βασίστηκε εξ αρχής στη μοντελοποίηση της λειτουργίας των επιμέρους συστημάτων του εκάστοτε αεροσκάφους, μέσω της χρήσης του κατάλληλου λογισμικού. Επομένως, σε αντίθεση με τους κανονικούς προσομοιωτές, δεν διαθέτουν συστήματα και αυτός είναι ο πιο σημαντικός λόγος για τον οποίο η τιμή τους είναι χαμηλότερη.

Αργότερα, στις αρχές της δεκαετίας του 2000, η L-3 αντικατέστησε την απλή οθόνη με 12 πεντάγωνα πλαίσια, δημιουργώντας έτσι έναν θόλο για την απεικόνιση του περιβάλλοντος με εύρος πεδίου θέας 120 x 360 μοίρες. Το σύστημα που προμηθεύτηκε η Π.Α. αρχικά για το Block 52+, αξιοποιούσε τρία τέτοια πεντάγωνα πλαίσια, όπως φαίνεται στις φωτογραφίες που δημοσιεύουμε.

Η πιστότητα που παρέχουν τα ΑTD έχει αυξηθεί κατακόρυφα τα τελευταία χρόνια λόγω του υπερπολλαπλασιασμού της υπολογιστικής ισχύος των επεξεργαστών που εμφανίστηκαν στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’90. Είναι επομένως εξαιρετικά καλή και πλέον αναπαριστά πλήρως τα πτητικά χαρακτηριστικά και τις επιδόσεις αεροσκάφους και όπλων. Το ίδιο ισχύει και για τα συστήματα του αεροσκάφους όπως οι κινητήρες και το σύστημα διαχείρισης και άφεσης οπλισμού.

Πρόγραμμα Peace Xenia IV – Δημιουργώντας τους απόλυτους εξομοιωτές για τα ελληνικά F-16

Το γεγονός ότι κατά τη διαδικασία της εισαγωγής σε υπηρεσία και την αξιοποίηση του ATD του Block 52+, δεν αντιμετωπίστηκαν προβλήματα και σημαντικές καθυστερήσεις, οδήγησε το ΓΕΑ στην επιλογή της ίδιας λύσης και για το F-16 Block 52M.

Η σύμβαση για την προμήθεια του δεύτερου κατά σειρά ATD για την Πολεμική Αεροπορία, υπογράφηκε μεταξύ της L-3 Communications και του Aeronautical Systems Center της USAF στις 6 Οκτωβρίου του 2007 και ήταν ύψους 18,8 εκατομμυρίων δολαρίων. Το αρχικό χρονοδιάγραμμα προέβλεπε παράδοση του συστήματος το Φθινόπωρο του 2009, κάτι που όμως τελικά δεν έγινε.

Και δεν έγινε γιατί η Πολεμική Αεροπορία ζήτησε να παρακολουθήσει βήμα προς βήμα όλη τη διαδικασία της δημιουργίας της βάσης δεδομένων του συστήματος και να κάνει τις δικές της προσθήκες, προκειμένου να καλύψει τις δικές της ειδικές προδιαγραφές και ανάγκες.

Στην περίπτωση του νέου ATD λοιπόν η ΠΑ επέλεξε να αξιοποιήσει –και το έκανε με πολύ μεγάλη επιτυχία- όλη την εμπειρία που είχε συσσωρεύσει από την εμπλοκή της σε προγενέστερα προγράμματα και ειδικά σε αυτό του εκπαιδευτικού T-6A Texan II. Κατά την υλοποίηση του προγράμματος αυτού από την Flight Safety International, ήταν που έγινε πραγματικά αντιληπτή η μεγάλη σημασία της Data base και των OFP.

Πολλοί από τους ιπτάμενους και τους τεχνικούς που είχαν εμπλακεί στο πρόγραμμα του εξομοιωτή του Texan II και του Block 52+ λίγα χρόνια αργότερα, κλήθηκαν να αξιοποιήσουν την εμπειρία που είχαν αποκτήσει στη διαδικασία υλοποίησης του προγράμματος του ATD του Block 52M. Και το αποτέλεσμα είναι παραπάνω από εντυπωσιακό ακριβώς γι’ αυτό τον λόγο…

Η Πολεμική Αεροπορία ήταν αυτή τη φορά απόλυτα προετοιμασμένη και ήξερε τι ακριβώς να ζητήσει από τον κατασκευαστή του συστήματος. Στην περίπτωση του Texan II, επειδή η σύμβαση για την προμήθεια του εξομοιωτή ήταν εμπορική, η Π.Α. ζήτησε -και πέτυχε- η δημιουργία της βάσης δεδομένων του συστήματος να βασιστεί όχι σε υπολογιστικό μοντέλο για την κατά προσέγγιση απεικόνιση του εξωτερικού περιβάλλοντος, αλλά σε δορυφορικές φωτογραφίες.

Ποια είναι τα πλεονεκτήματα της επιλογής αυτής… Πρώτο και σημαντικότερο είναι η ακρίβεια, η πιστότητα της απεικόνισης του περιβάλλοντος. Ότι βλέπει κανείς στον εξομοιωτή, υπάρχει και στην πραγματικότητα. Το δεύτερο είναι ότι μπορούν εύκολα να απεικονιστούν οποιεσδήποτε αλλαγές έχουν γίνει, με πολύ μεγάλη ταχύτητα. Ακόμη και αν για παράδειγμα, ένα δέντρο στην περιοχή του αεροδρομίου κοπεί, στην επόμενη ανανέωση (update) της βάσης δεδομένων, αυτό θα φανεί!

Data Base λοιπόν βασισμένη σε δορυφορικές φωτογραφίες, δημιουργήθηκε και για το ATD του Block 52+ και του Block 52M. Στην περίπτωση του δεύτερου όμως η Πολεμική Αεροπορία έκανε ένα ακόμη σημαντικό βήμα. Ζήτησε εξ’ αρχής την ενεργό συμμετοχή της στην ανάπτυξη του συστήματος από τη φάση του Critical Design Review. Και το πέτυχε.

Παρακολούθησε βήμα προς βήμα τη δημιουργία της Data Base και οι άνθρωποι της επενέβησαν αρκετές φορές, ζητώντας την προσθήκη συγκεκριμένων πραγμάτων που δεν υπάρχουν σε άλλα ATD και που η κατασκευάστρια εταιρεία φυσικά δεν γνώριζε ότι έπρεπε να ενσωματωθούν με βάση τις ελληνικές ανάγκες.

Ακόμα και διαδικασία ελέγχων είχε καταρτιστεί έτσι ώστε σε κάθε επίσκεψη των αξιωματικών της ΠΑ στην έδρα της εταιρείας στο Arlington του Τέξας, να γνωρίζει ο κάθε ένας ξεχωριστά τι έπρεπε να δει και τι έπρεπε να ζητήσει. Αποτέλεσμα αυτών των ενεργειών ήταν το νέο ATD να γίνει αποδεκτό σε ελάχιστο χρονικό διάστημα από την Πολεμική Αεροπορία.

Το κτίριο στο οποίο στεγάζεται το ATD στην 116 Πτέρυγα Μάχης, κατασκευάστηκε με κονδύλια από τα Αντισταθμιστικά Ωφελήματα του προγράμματος PX.IV και την κατασκευή του ανέλαβε η Εmvatis, η εταιρεία που είχε υλοποιήσει και τα ΑΩ της Lockheed Martin στον Άραξο.

Πρέπει επίσης εδώ να σημειωθεί ότι πέρα από την αναβάθμιση του ATD της 115 ΠΜ στο ίδιο επίπεδο, η L-3 Communications, κατόπιν αιτήματος της Πολεμικής Αεροπορίας, ανέλαβε να παραδώσει εξοπλισμό και να εκπαιδεύσει προσωπικό για την αυτόνομη ανανέωση της βάσης δεδομένων των ATD της Σούδας και του Αράξου.

Αποκτήθηκε επομένως η σημαντική δυνατότητα το επιλεγμένο προσωπικό της Πολεμικής Αεροπορίας να αξιοποιεί δικό του Data Base Generation System για την αυτόνομη, εγχώρια ανανέωση των βάσεων δεδομένων των δύο συστημάτων. Κάτι που σημαίνει τεράστια εξοικονόμηση χρόνου και χρημάτων, αλλά και επιχειρησιακή αυτονομία και ευελιξία.

Με το που παραδόθηκε το ATD του Αράξου, έκλεισε αυτό της Σούδας, για να ξεκινήσουν οι εργασίες αναβάθμισής του. Αυτές υλοποιήθηκαν με κονδύλια από τα ΑΩ του προγράμματος Peace Xenia III, τα οποία δεν είχαν επενδυθεί.

Τα ATD Αράξου και Σούδας θα αναβαθμιστούν παράλληλα με κόστος 28 εκατ. δολαρίων (25,05 εκατ. ευρώ) από την κατασκευάστριά τους L-3 Technologies, αποκτώντας νέο υπολογιστή αποστολής, σύστημα αυτόματης αποφυγής σύγκρουσης με το έδαφος, ανακατασκευή των πιλοτηρίων με τη διάταξη οθονών και οργάνων του -V, καθώς και την εγκατάσταση νέων χειριστηρίων, ενώ θα προστεθεί η δυνατότητα εξομοίωσης της λειτουργίας ραντάρ με κεραία ηλεκτρονικής σάρωσης.

Οι σχετικές εργασίες θα εκτελεστούν στις εγκαταστάσεις της L-3 Technologies στο Arlington του Τέξας και προβλέπεται να ολοκληρωθούν μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2027. Όπως αναφέρεται στη σχετική ανακοίνωση του υπουργείου Άμυνας των ΗΠΑ η σύμβαση που ανατέθηκε στη L-3 Technologies αποτελεί μέρος της διακρατικής σύμβασης (FMS: Foreign Military Sale) μεταξύ Ελλάδας και ΗΠΑ για την αναβάθμιση 84 μαχητικών F-16C/-D Block 52+ / 52+ Advanced στη διαμόρφωση F-16V (Viper).

Αρέσει σε %d bloggers: