Κύμα αλεξιπτωτιστών προσγειώνεται στην Ολλανδία κατά τη διάρκεια επιχειρήσεων του 1ου Συμμαχικού Αεραποβατικού Σώματος. Σεπτέμβριος 1944. (Wikipedia)

Αντγος ε.α. Γεώργιος Αραμπατζής

Περίληψη

H αεραποβατική επιχείρηση των Συμμάχων, τον Σεπτέμβριο του 1944, στην Oλλανδία, από Aιντχόβεν μέχρι Άρνχεμ, υπήρξε μια θαυμάσια στρατηγική σύλληψη. H συμμαχική διοίκηση εμπνεόμενη από το ζωογόνο κλίμα της νίκης του περασμένου καλοκαιριού στη Nορμανδία της Γαλλίας, εκπόνησε ένα φιλόδοξο σχέδιο που δεν απέδωσε όμως τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Oι κακές καιρικές συνθήκες αλλά και το μεγάλο «άπλωμα» των μονάδων του 1ου αεραποβατικού σώματος των Συμμάχων, που έπεσαν με αλεξίπτωτα ή προσγειώθηκαν με ανεμόπτερα σε ένα βάθος 130 περίπου χιλιομέτρων, οδήγησαν στην αποτυχία τη μεγαλύτερη αεραποβατική επιχείρηση όλων των εποχών.

Η επιχείρηση

Oι Σύμμαχοι, μετά τη νίκη τους στη Nορμανδία, τον Iούνιο-Iούλιο 1944, και με ενισχυμένη την επιθετικότητά τους, αποφάσισαν να απωθήσουν τους Γερμανούς προς τα ανατολικά, με σκοπό να τους δώσουν το τελειωτικό κτύπημα μέσα στην καρδιά της πατρίδας τους, στη βιομηχανική περιοχή του Pουρπ. Έτσι, από τις 25 Aυγούστου του ιδίου έτους άρχισαν να διαβαίνουν τον Σηκουάνα ποταμό και μέχρι τις 3 Σεπτεμβρίου η ομάδα στρατιών του Mοντγκόμερυ (1η καναδική στρατιά και 1η βρετανική) με ασυνήθη ταχύτητα πλησίασε την Aμβέρσα, που ήταν ένας από τους αντικειμενικούς του σκοπούς. Στο δεξιό του η 1η στρατιά του Χότζις (Hodges), προχωρώντας με ανάλογη ταχύτητα και ευκολία έφτασε στη Λιέγη. Στα νότια των Αρδεννών η 3η στρατιά του Πάττον άνοιγε τον δρόμο προς Νανσύ (Nansy), Μετζ (Metz), και Σάαρ (Saar). Δεξιότερα η 6η ομάδα στρατιών του Τζακ Ντέβρις (Jake Dewris), με προπορευόμενη την 7η στρατιά του Παθ (Path) μέσα από την κοιλάδα του Ρήνου προχωρούσε προς το Στρασβούργο.

Το Συμμαχικό Σχέδιο. (Wikipedia)

Η νίκη στη Νορμανδία και η εντυπωσιακή και εύκολη εξόρμηση από τον Σηκουάνα προς την Αμβέρσα όπου και θα εφαρμοζόταν η κύρια προσπάθεια των Συμμάχων, δημιούργησε μια επικίνδυνη αισιοδοξία και μια έντονη εντύπωση στους κόλπους της ανώτατης διοίκησής τους ότι ο πόλεμος είχε κερδηθεί και ότι οι Γερμανοί, πιεζόμενοι τώρα και από τους Ρώσους στο Ανατολικό Μέτωπο, θα κατέρρεαν σε μερικές εβδομάδες· η αίσθηση του επείγοντος είχε πλέον απομακρυνθεί, και ο Μοντγκόμερυ, στις 4 Σεπτεμβρίου, ανέκοψε την προέλασή του και έτσι έχασε την ευκαιρία να εκκαθαρίσει την Αμβέρσα και το Δέλτα του ποταμού Σέλντε (Seldte) και να σπεύσει για το Άρνχεμ (Arnhem).

Το βράδυ της 8ης Σεπτεμβρίου έπεσε στο Λονδίνο ο πρώτος βαλλιστικός πύραυλος V-2 των Γερμανών και όπως ήταν φυσικό κατατρόμαξε τους κατοίκους και τη βρετανική κυβέρνηση. Ο Τσόρτσιλ είχε με επιτακτικό τρόπο απαιτήσει την άμεση εξουδετέρωση των βάσεών τους στο Ρότερνταμ και το Άμστερνταμ. Μετά από αυτό ο Μοντγκόμερυ έκρινε ότι με μια ισχυρή μετωπική επίθεση, όπως ζητούσε επίμονα από τον Άιζενχάουερ, προς Άρνχεμ και πιο πέρα, θα ολοκλήρωνε τη νέα και επείγουσα αυτή αποστολή. Η κατάσταση όμως των Συμμάχων, παρά τις προηγούμενες επιτυχίες τους, είχε διαφοροποιηθεί· οι άξονες ανεφοδιασμού είχαν επιμηκυνθεί υπερβολικά κι έφταναν τώρα στα 400 περίπου μίλια, αφού όλα τα εφόδια μεταφέρονταν ακόμη από το Χερβούργο και από ορισμένα άλλα απομακρυσμένα λιμάνια του Ατλαντικού, που είχαν όμως μικρή απόδοση. Το σημαντικότερο όμως πρόβλημα ήταν ότι κατά μήκος και κάθετα προς τον άξονα προέλασης του XXX σώματος του Μπράιαν Χόρροκς (Brian Horrocks), εμπροσθοφυλακής της 2ης στρατιάς του Ντέμπσεϋ, που ήταν «χρεωμένη» με την κύρια επιθετική προσπάθεια, υπήρχαν επτά σοβαρά υδάτινα κωλύματα. Η βίαιη διάβαση των κωλυμάτων αυτών με πλωτά μέσα γεφυροσκευής ήταν και δαπανηρή και χρονοβόρα· άλλωστε η δυνατότητα, που είχαν οι Γερμανοί να τα υπερχειλίσουν κάθε στιγμή κι έτσι να καταστήσουν αδιάβατη τη γύρω περιοχή, επιδείνωνε το πρόβλημα ακόμη περισσότερο. Ο χρόνος όμως πίεζε· οι βάσεις των πυραύλων V-2 έπρεπε να τεθούν εκτός λειτουργίας όσο γινόταν πιο σύντομα. Η μόνη λύση, που μπορούσε να δοθεί, για να προχωρήσουν γρήγορα οι δυνάμεις του XXX σώματος, ήταν η υποχρεωτική χρησιμοποίηση της δημόσιας οδού Άιτχόβεν-Άρνχεμ· ήταν το μοναδικό δρομολόγιο, που θα εξυπηρετούσε τον άξονα προέλασής τους.

Φωτογραφία: Αντγος ε.α. Γεωργίος Αραμπατζής

Φωτογραφία: Αντγος ε.α. Γεωργίος Αραμπατζής

Αναγκαία προϋπόθεση θα ήταν βέβαια για αυτό ότι θα εξασφαλίζονταν εκ των προτέρων οι βασικές γέφυρες στα κανάλια της Βιλελμίνης και του Γουλιέλμου, στους ποταμούς Μαας, Βάαλ, Ρήνο, καθώς και στους παραποτάμους τους· ήταν μια αποστολή, που μόνο τα επίλεκτα στρατεύματα της 1ης συμμαχικής αεραποβατικής στρατιάς του Μπρέρετον, η οποία είχε συγκροτηθεί πρόσφατα, θα μπορούσαν να εκτελέσουν επιτυχώς. Αυτό ο Μοντγκόμερυ το είχε συλλάβει ως ιδέα και το είχε ήδη συμπεριλάβει στο σχέδιό του. Η πρόθεσή του ήταν να απλώσει σαν τάπητα τις αεραποβατικές δυνάμεις πάνω από τις ποτάμιες αυτές γραμμές, για να εξασφαλίσει έτσι έναν διάδρομο, με σκοπό να περάσουν απρόσκοπτα τα χερσαία στρατεύματα του Χόρροκς και μέσα από τα ενδιάμεσα αεροπρογεφυρώματα να συνενωθούν με το τελευταίο του Άρνχεμ, που ήταν και ο κύριος αντικειμενικός σκοπός του. Ήθελε ακόμη ο Βρετανός Στρατάρχης να επεκτείνει αυτό το προγεφύρωμα προς Ζουϊντερζέε, με σκοπό να εγκλωβίσει τις γερμανικές δυνάμεις μέσα στο ολλανδικό έδαφος και να δημιουργήσει μια ισχυρή βάση, που θα ήταν απειλητική για τη βιομηχανική περιοχή του Ρουρ. Ο Αϊζενχάουερ πείσθηκε για την ορθότητα του πράγματι τολμηρού και αισιόδοξου σχεδίου του Μοντγκόμερυ, παρά τις αντιρρήσεις του Μπράντλεϋ, ο οποίος δεν ανεχόταν τους Βρετανούς σε πρώτο ρόλο, και έδωσε το πράσινο φως για τη σχεδίασή του. Η επιχείρηση πήρε την κωδική ονομασία “Market-Garden” και άρχισε να σχεδιάζεται στις 10 Σεπτεμβρίου με ημερομηνία έναρξής της τη 17η του ίδιου μήνα. “Market” ονομάστηκε το αεραποβατικό σκέλος της, που ανέλαβε να το εκτελέσει το βρετανικό I αεραποβατικό σώμα του Στρατηγού Μπράουνινγκ με τρεις αεραποβατικές Mεραρχίες, τις αμερικανικές 82η και 101η και μία βρετανική, την 1η, μία πολωνική ταξιαρχία αλεξιπτωτιστών και μία αεροπροσγειούμενη Μεραρχία, τη βρετανική 52η. “Garden” ονομάστηκε η χερσαία επίθεση του ΧΧΧ σώματος, το οποίο καλυπτόταν από αριστερά από το ΧΙΙ σώμα και από δεξιά από το VIII.

Η εξόρμηση των Συμμάχων προς τα ανατολικά, 25 Αυγούστου 1944. (Αντγος ε.α. Γεωργίος Αραμπατζής)

Η εξόρμηση των Συμμάχων προς τα ανατολικά, 25 Αυγούστου 1944. (Αντγος ε.α. Γεώργιος Αραμπατζής)

Οι γερμανικές δυνάμεις μετά τα διαδοχικά και ισχυρά χτυπήματα, που δέχθηκαν από τους συμμάχους κατά τους δύο προηγούμενους μήνες είχαν αναμφίβολα εξαντληθεί και το ηθικό τους είχε πέσει. Οι μονάδες τους βρίσκονταν σε χαμηλά ποσοστά επάνδρωσης και στερούνταν ακόμη και από τα αναγκαία υλικά και πυρομαχικά. Η αντιαεροπορική τους άμυνα είχε σχεδόν μηδενιστεί και όση υπήρχε καταστράφηκε ολοσχερώς από τους ισχυρούς προκαταρκτικούς αεροπορικούς βομβαρδισμούς των Συμμάχων. Η αεροπορία τους, το τρομερό αυτό όπλο τους κατά τα προηγούμενα έτη του πολέμου, εξέλιπε από τα πεδία των μαχών. Περί το τέλος Αυγούστου οι Γερμανοί διέθεταν μια μεραρχία σ’ ολόκληρο τον τομέα της Ολλανδίας, χωρίς εφεδρικές μονάδες. Η 15νθήμερη όμως απραξία των Συμμάχων, από τις 4 έως 17 Σεπτεμβρίου, έδωσε τη δυνατότητα στους Γερμανούς να ανασυντάξουν τις δυνάμεις τους και να ισχυροποιήσουν τη θέση τους. Από το χάος δημιούργησαν νέες μονάδες, συγκρότησαν εφεδρείες, οργάνωσαν τις αμυντικές τους τοποθεσίες και αποκατέστησαν πλήρως τον έλεγχο και τη διοίκηση στο πεδίο της μάχης.

 Ο Στρατάρχης Βάλτερ Μόντελ (Walter Model), Διοικητής της Β΄ ομάδας στρατιών

Ο Στρατάρχης Βάλτερ Μόντελ έξω απο το ξενοδοχείο Τάφελμπεργκ όπου είχε εγκαταστήσει το στρατηγείο του, 48 ώρες πριν αρχίσει η αεραπόβαση στο Αρνχεμ. Απο το βιβλίο A bridge too far. (Αντγος ε.α. Γεώργιος Αραμπατζής)

Ο Στρατάρχης Βάλτερ Μόντελ (Walter Model), Διοικητής της Β΄ ομάδας στρατιών, εγκατέστησε το στρατηγείο του στο Άρνχεμ. Η μία από τις δύο στρατιές του, η 1η αλεξιπτωτιστών, με Διοικητή τον Κουρτ Στούντεντ, η οποία συγκροτήθηκε πρόσφατα κυρίως από μονάδες αλεξιπτωτιστών ενισχυμένες με άρματα και τεθωρακισμένα οχήματα, που είχαν διαφύγει από τη Νορμανδία, όπως το γνωστό 6ο σύνταγμα αλεξιπτωτιστών, ή είχαν περατώσει την εκπαίδευσή τους στη Γερμανία, ανέλαβε την ευθύνη της περιοχής του Αϊντχόβεν (Einthoven), με έδρα το Βάουτ (Vught), 15 μίλια βορειοδυτικά της πόλης. Η άλλη, η 15η στρατιά του Φον Τσάνγκεν (von Zangen), μπόρεσε να διαρρεύσει δια μέσου των εκβολών του Σέλντε προς την ολλανδική ενδοχώρα, γιατί εκμεταλλεύθηκε την αδράνεια των Συμμάχων και εγκαταστάθηκε αμυντικά στη ευρύτερη περιοχή του Άρνχεμ. Στην ίδια περιοχή είχε συμπτυχθεί από τη Νορμανδία και το II μηχανοκίνητο σώμα των SS με τις δύο μημανοκίνητες Μεραρχίες του, την 9η και 10η, για αναδιοργάνωση και επανεξοπλισμό. Οι μετακινήσεις αυτές των γερμανικών μονάδων ήταν γνωστές στους Συμμάχους από μια σειρά αποκωδικοποιημένων σημάτων, αλλά δεν μπορούσαν να πιστέψουν ότι οι Γερμανοί θα πρόβαλλαν σθεναρή αντίσταση στη Νότια Ολλανδία με μονάδες που ήταν στραπατσαρισμένες και απογυμνωμένες, όπως φαντάζονταν, από άρματα και τεθωρακισμένα οχήματα· θεωρούσαν ως πιο πιθανή τη γερμανική υποχώρηση πέρα από τον Ρήνο με την έναρξη της συμμαχικής επίθεσης.

Σύμφωνα με το γενικό σχέδιο, η βρετανική 1η αεραποβατική Μεραρχία του Ούρκουάρτ (Urquhart), ενισχυμένη με την πολωνική ταξιαρχία αλεξιπτωτιστών του Στάνισλαβ Σοσαμπόβσκι (Stanislaw Sosabowski), έπρεπε να εγκαθιδρύσει ένα αεροπρογεφύρωμα στην περιοχή του Άρνχεμ, καταλαμβάνοντας την πόλη και τις εγγύς γέφυρες επί του ποταμού Ρήνου. Σε δεύτερη φάση έπρεπε να προετοιμάσει διαδρόμους, για να προσγειωθεί η 52η αεροπροσγειούμενη Μεραρχία. Σκοπός αυτής της Μεραρχίας μετά την προσγείωσή της θα ήταν να εξασφαλίσει ευνοϊκές συνθήκες για την εξαπόλυση της επίθεσης μέσα στο γερμανικό έδαφος. Η 82η αεραποβατική Μεραρχία του Γκάβιν θα προσγειωνόταν νότια του Άρνχεμ, κοντά στο Νιγμέγκεν (Nijmegen), για να δημιουργήσει και αυτή ένα αεροπρογεφύρωμα, αφού βέβαια πρώτα θα κατελάμβανε τις γέφυρες-κλειδιά στη δημόσια οδό βόρεια του Γκράβε (Grave) προς Νιγμέγκεν και πέρα απ’ αυτό. Νοτιότερα και κοντά στο Αϊντχόβεν θα προσγειωνόταν η 101η Μεραρχία του Τέιλορ, με αποστολή να εξασφαλίσει τις γέφυρες-κλειδιά πάνω στα υδάτινα κωλύματα στα βόρεια της πόλης. Αν εξασφαλίζονταν άθικτες αυτές οι γέφυρες, θα άνοιγε πλέον ο δρόμος, για να προελάσει το ΧΧΧ σώμα προς το Άρνχεμ. Η έναρξη όμως των προπαρασκευαστικών ενεργειών της σχεδίασης της επιχείρησης ανέδειξε αμέσως τα πρώτα σοβαρά προβλήματα στο αεραποβατικό τμήμα του. Η μαζική χρησιμοποίηση των τεσσάρων και πλέον αεραποβατικών μεραρχιών, που ήταν απαραίτητη για την επιτυχή έκβαση του αγώνα της πρώτης ημέρας, δεν ήταν εφικτή. [youtube=http://youtu.be/aa7ftYVLqC8]Παρά το μεγάλο δυναμικό αεροσκαφών της διοίκησης μεταφορικών της 1ης αεραποβατικής στρατιάς, δεν μπορούσε να καλυφθεί η αερομεταφορά 45.000 αδρών σε μια διαδρομή. Από τους υπολογισμούς προέκυπτε ότι έπρεπε να γίνει κατανομή των αεροσκαφών τουλάχιστον για τέσσερις ημέρες, κάτι που θα μείωνε πολύ την αποτελεσματικότητα των αεραποβατικών στρατευμάτων· και το πρόβλημα της ανεπάρκειας των αεροσκαφών παρέμενε, για να οξυνθεί ακόμη πιο πολύ και από δύο άλλα εξίσου σοβαρά ζητήματα τακτικού τώρα χαρακτήρα. Το ένα ζήτημα είχε σχέση με την πολύ μεγάλη απόσταση, μεγαλύτερη από 100 χιλιόμετρα, του Άρνχεμ, που ήταν ο κύριος αντικειμενικός σκοπός της 1ης αεραποβατικής Μεραρχίας, από τη γραμμή εξόρμησης του ΧΧΧ σώματος. Παρέμεινε μνημειώδης η φράση του Μπράουνινγκ προς το Μοντγκόμερυ ότι ζητάει από τα ελαφρά εξοπλισμένα αεραποβατικά στρατεύματα να «πάνε σε μια γέφυρα πολύ μακρινή». Το δεύτερο επίσης σοβαρό πρόβλημα ήταν η αντιδεοντολογική επιλογή των ζωνών ρίψεων και προσγειώσεων της ίδιας Μεραρχίας, στα 7-8 μίλια μακριά από το Άρνχεμ. Ήταν όμως απαίτηση της RAF να τοποθετηθούν οι ζώνες σε αυτή την απόσταση από τους στόχους, για να αποφύγουν, όπως ισχυριζόταν, τα αεροσκάφη της όχι μόνο τα πυρά των αντιαεροπορικών όπλων του εχθρού, που έβριθαν στο αεροδρόμιο, κοντά στην πόλη αλλά και το έδαφος της περιοχής γύρω από τις γέφυρες του Άρνχεμ, που ήταν ακατάλληλο για προσγειώσεις ανεμοπτέρων. Έτσι, οι ζώνες παρέμειναν, όπως το επιθυμούσε η RAF· τα διαθέσιμα μεταφορικά αεροσκάφη κατανεμήθηκαν αναλογικά στις αεραποβατικές μεραρχίες, από τις οποίες η 101η πήρε 494, η 82η πήρε 530 και η 1η, η βρετανική, μαζί με το επιτελείο του I αεραποβατικού σώματος πήρε 519. Με αυτά τα δεδομένα οι αεραποβατικοί διοικητές ολοκλήρωσαν τα σχέδιά τους.

Αλεξιπτωτιστές της βρετανικής 1ης αεραποβατικής Μεραρχίας πέφτουν στα προάστια του Αρωχεμ, Κυριακή 17 Σεπτεμβρίου 1944, ανάμεσα στα προσγειωμένα ανεμόπτερα Χόρσα. Απο το βιβλίο A bridge too far. (Αντγος ε.α. Γεώργιος Αραμπατζής)

Αλεξιπτωτιστές της βρετανικής 1ης αεραποβατικής Μεραρχίας πέφτουν στα προάστια του Αρωχεμ, Κυριακή 17 Σεπτεμβρίου 1944, ανάμεσα στα προσγειωμένα ανεμόπτερα Χόρσα. Απο το βιβλίο A bridge too far. (Αντγος ε.α. Γεώργιος Αραμπατζής)

Ο Διοικητής της 82ης αεραποβατικής Μεραρχίας, Υποστράτηγος πλέον Γκάβιν, έχοντας διδαχθεί πολλά από τις προηγούμενες επιχειρήσεις στη Σικελία και τη Νορμανδία ήταν αποφασισμένος να αποτρέψει το διασκορπισμό των αντρών του, γι’ αυτό επέμενε στο να επιλεγούν οι ζώνες ρίψεων των μονάδων του όχι μόνο όσο ήταν δυνατόν πιο κοντά στους στόχους, αλλά και σε μικρή απόσταση η μια από την άλλη. Κατά τη σχεδίαση έδωσε προτεραιότητα στην κατάληψη του υψώματος Γκρόσμπικ (Grossbeek) και στις γέφυρες κοντά στο Γκράβε και στο μικρό κανάλι που συνέδεε τους ποταμούς Μάας και Βάαλ· εκεί ανέμενε ισχυρή και άμεση εχθρική αντεπίθεση από την κατεύθυνση του Ράιχσβαλντ (Reichswald), ενός πυκνού δάσους μέσα στη γερμανική μεθόριο όπου πιθανώς θα είχαν συγκεντρωθεί γερμανικά στρατεύματα. Για την κατάληψη των γεφυρών στο Νιγμέγκεν, μιας οδικής και μιας σιδηροδρομικής, δόθηκε δεύτερη προτεραιότητα. Σ’ αυτό συμφώνησε και ο Μπράουνινγκ με το σκεπτικό ότι η προκατάληψή τους δε θα είχε αξία, αν δεν είχαν εξασφαλιστεί οι γέφυρες στο Γκράβε και στο μικρό κανάλι Μάας-Βάαλ. Για εκτέλεση της αποστολής του ο Γκάβιν προσανατόλισε τα 505 και 508 συντάγματα στο Γκρόσμπικ και το 504 στις γέφυρες Γκράβε και Μάας-Βάαλ και ένα τάγμα του 508 προς τις γέφυρες Νιγμέγκεν, αν η τακτική κατάσταση επέτρεπε την ταυτόχρονη με τις άλλες γέφυρες κατάληψη και των δύο ή τουλάχιστον της μιας.

Το πρόβλημα της διασποράς των μονάδων του κατά τη ρίψη βασάνιζε και τον διοικητή της 101ης αεραποβατικής Μεραρχίας Υποστράτηγο Tέιλορ, ο οποίος δεν ήθελε με κανέναν τρόπο, όπως και ο Γκάβιν, να επαναληφθούν οι καταστροφικές ρίψεις και προσγειώσεις των αντρών του στη Νορμανδία· γι’ αυτό και επέλεξε δύο μόνο ζώνες κοντά στους αντικειμενικούς του σκοπούς, τη μία προς τα βόρεια για το 501 Σύνταγμα, που ήταν επιφορτισμένο με την εξασφάλιση των γεφυρών γύρω από το χωριό Βέγκελ (Veghel), και τη δεύτερη νοτιότερα, ανάμεσα στα χωριά Σαιν Οντενρόντε (St. Oedenrode) και Τσον (Zon) για τα 502 και 506, τα οποία έπρεπε να εξασφαλίσουν τις γέφυρες νότια του Βέγκελ και την πόλη του Αϊντχόβεν. Και για τις δύο αεραποβατικές μεραρχίες των Αμερικανών το έργο ήταν δύσκολο, γιατί τα συντάγματα έπρεπε να κινηθούν μέσα από πεδινά, ως επί το πλείστον, εδάφη προς τους στόχους τους, χωρίς επαρκή μεταφορικά οχήματα και κυρίως χωρίς αντιαρματικά όπλα. Λίγα γερμανικά άρματα τοποθετημένα σε κατάλληλες θέσεις θα μπορούσαν να τα αναχαιτίσουν και να πετύχουν την ανατροπή των επιχειρησιακών τους σχεδίων. Το πρόβλημα ήταν οξύτερο στην 101η Μεραρχία, η οποία δεν είχε την υποστήριξη του πυροβολικού της, το οποίο, όπως και το 327 Σύνταγμα ανεμοπτέρων της, ήταν προγραμματισμένα να φθάσουν τις επόμενες ημέρες.

Η 1η αεραποβατική Μεραρχία του Ούρκουάρτ για την κατάληψη των γεφυρών στο Άρνχεμ και της ίδιας της πόλης, έπρεπε να χρησιμοποιήσει, όπως ήταν φυσικό, το σύνολο του δυναμικού της κατά την πρώτη ημέρα. Η ανάγκη όμως αυτή προσέκρουε στην έντονη έλλειψη μεταφορικών αεροσκαφών. Τα 519 αεροσκάφη που διατέθηκαν στη Μεραρχία, μπορούσαν να μεταφέρουν με μια διαδρομή στο πεδίο της μάχης μόνο δύο ταξιαρχίες της, στην ουσία δηλαδή δύο συντάγματα, όταν οι 82η και 101η αμερικανικές αεραποβατικές Μεραρχίες θα διέθεταν τρία συντάγματα υποστηριζόμενα από την επόμενη κιόλας ημέρα από αντίστοιχα τάγματα πυροβολικού άμεσης υποστήριξης. Αν μάλιστα ληφθεί υπόψη ότι από τις δύο ταξιαρχίες των Βρετανών η μία θα χρησιμοποιούνταν για να εξασφαλίσει τις ζώνες ρίψεων και προσγειώσεων των ενισχύσεων, που θα έφθαναν την επόμενη ημέρα, τότε η ευθύνη για την κατάληψη των γεφυρών και του Άρνχεμ θα έπεφτε εξολοκλήρου στην άλλη. Σε κάθε περίπτωση η σχεδίαση έπρεπε να ολοκληρωθεί, γι’ αυτό το επιτελείο της Μεραρχίας αποφάσισε να κλιμακώσει την αερομεταφορά των μονάδων της σε τρεις διαδοχικές μέρες. Στις 17 Σεπτεμβρίου η 1η Ταξιαρχία αλεξιπτωτιστών του Λάθμπουρυ (Lathbury) θα έπεφτε με αλεξίπτωτα και η 1η αεροπροσγειούμενη Ταξιαρχία του Χικς (Hicks) θα προσγειωνόταν, μαζί με το επιτελείο της Μεραρχίας και τις μονάδες πυροβολικού, μηχανικού, υγειονομικού και διοικητικής μέριμνας, σε ζώνες ρίψεων και προσγειώσεων 7 μίλια δυτικά του Άρνχεμ. Οι άντρες του Χικς θα διατηρούσαν την περιοχή προσγειώσεων και θα εξασφάλιζαν ζώνες για τις ρίψεις της επόμενης ημέρας, τη στιγμή που η 1η ταξιαρχία αλεξιπτωτιστών, ενισχυμένη και με τη μεραρχιακή μονάδα αναγνώρισης, θα κατελάμβανε, το ταχύτερο δυνατό, τις γέφυρες και το Άρνχεμ και θα δημιουργούσε ένα αεροπρογεφύρωμα γύρω τους και μέχρι τον ανατολικό τομέα της πόλης.

Για τις 18 Σεπτεμβρίου το σχέδιο προέβλεπε τη ρίψη της 4ης Ταξιαρχίας αλεξιπτωτιστών σε ζώνη ρίψεων σε απόσταση ενός μιλίου δυτικά του Άρνχεμ, και την κίνησή της προς κατάληψη των υψωμάτων ζωτικής σημασίας του βόρειου τομέα της πόλης. Για τις 19 του ίδιου μήνα σχεδιάστηκε η ρίψη της πολωνικής 1ης Tαξιαρχίας αλεξιπτωτιστών, νότια της οδικής γέφυρας, για ενίσχυση του αγώνα της 1ης Tαξιαρχίας αλεξιπτωτιστών των Βρετανών και, εφόσον το επέτρεπε η τακτική κατάσταση, συνένωσή της με την 4η Tαξιαρχία, βόρεια της πόλης. Η 9η διοίκηση μεταφορικών αεροσκαφών της 1ης αεραποβατικής στρατιάς είχε προβλέψει να ανεφοδιάζονται καθημερινά από τον αέρα τα τμήματα και των τριών αεραποβατικών μεραρχιών, που μάχονταν, και σε αυτό ήλπιζαν και στηρίζονταν οι διοικητές τους.

Το πρωινό της 17ης Σεπτεμβρίου 1944 ήλθε στη Νότια Ολλανδία με μια ελαφριά ομίχλη, που γρήγορα έφυγε και ακολούθησε μια ωραία όψιμη καλοκαιρινή ημέρα. Ήταν Κυριακή και οι περισσότεροι τοπικοί διοικητές αναπαύονταν. Η καταστροφή που ερχόταν από τη Βόρεια Γαλλία και το Βέλγιο, ακολουθώντας τη νικηφόρα απόβαση των Συμμάχων στη Νορμανδία, φαινόταν για πρώτη φορά στους Γερμανούς να πλησιάζει στο τέλος της, ιδιαίτερα προς τα βόρεια όπου τα λαβυρινθιακά ολλανδικά κανάλια και οι μεγάλοι ποταμοί τους εξασφάλιζαν έτοιμες ισχυρές αμυντικές γραμμές. Σε ένα εστιατόριο έξω από το Άμστερνταμ γευμάτιζε με έναν επιτελή του ο Γερμανός στρατιωτικός διοικητής της περιοχής. Ο Στρατηγός Στούντεντ καθόταν στο γραφείο του και ασχολούνταν με τα καθημερινά ζητήματα της στρατιάς του· ήθελε να βρίσκεται κοντά στα υπηρεσιακά του τηλέφωνα, γιατί υπήρχαν σοβαρές ενδείξεις ότι οι Βρετανοί είχαν επιλέξει εκείνη την ημέρα να επαναλάβουν τις επιθετικές τους ενέργειες. Το πρωινό φαινόταν βέβαια αρκετά ήρεμο, αλλά το βουητό και το σποραδικό σφυροκόπημα των συμμαχικών μαχητικών αεροσκαφών έβαλε σε ανησυχίες τον Στρατηγό. Στο πάρκο του ξενοδοχείου Τάφελμπεργκ, στα δυτικά προάστια του Άρνχεμ και στη βόρεια όχθη του Κάτω Ρήνου, ο Στρατάρχης Μόντελ έπαιρνε το πρόγευμά του με ανώτερα στελέχη του επιτελείου του. Ο Μόντελ, όπως και ο Στούντεντ, ανέμενε την ίδια ημέρα μια πρωινή επίθεση από τους Συμμάχους, που κατά την εκτίμησή του, θα εκδηλωνόταν αρκετά κοντά στην πλευρά της αμερικανικής 1ης στρατιάς στο Άαχεν (Aachen). Όμως δε θεωρούσε απίθανη μια δεύτερη επιθετική τους προσπάθεια προς βορρά, στην κατεύθυνση του Άρνχεμ, για σταθεροποίηση του αριστερού τους πλευρού στον ποταμό Βάαλ, στο Νιγμέγκεν. Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τη σκέψη του και έπαιρνε αναφορά για μια γερμανική αντεπίθεση στο Άαχεν τις πρωινές ώρες της ίδιας ημέρας εναντίον των Αμερικανών. Αν εξαλειφόταν, κατά την άποψη του Στρατάρχη, η αμερικανική αυτή απειλή, πιθανόν να σταθεροποιούνταν ολόκληρο το Δυτικό Μέτωπο στη Γραμμή Ζίγκφριντ (Siegfried).

http://www.youtube.com/watch?v=_LJPV-x1l3s

Ο Διοικητής του II μηχανοκίνητου σώματος των SS Στρατηγός Μπίτριχ (Bittrich), βρισκόταν και αυτός στο στρατηγείο του στο Ντέτινχεμ (Dφtinchem), 20 μίλια ανατολικά του Άρνχεμ, ασχολούμενος με την επίλυση προβλημάτων διοικητικής μέριμνας των δύο μηχανοκίνητων μεραρχιών του.

Από όλους τους τοπικούς Γερμανούς διοικητές πίσω από τη γραμμή του μετώπου μόνο ένας φαινόταν ως ένα σημείο ανήσυχος, ο Ταγματάρχης Κραφτ (Krafft), Διοικητής ενός τάγματος εμπέδων, που πρόσφατα είχε συγκροτηθεί και ήταν προσκολλημένο στη Μεραρχία του φον Τετάου (von Tettau), εγκατεστημένη δυτικά του Άρνχεμ. «Κάτι σπουδαίο φαίνεται στον ορίζοντα», είπε ο Τετάου στον Ταγματάρχη μεταξύ ενός ποτηριού κρασιού και ενός τσιγάρου πριν από το πρόγευμα. «Σήμερα σε ολόκληρο το Ράιχ αλλά και στην Αγγλία έχουμε τον καλύτερο καιρό κι όμως δεν εμφανίστηκε ούτε ένα βομβαρδιστικό. Οι Σύμμαχοι», συνέχισε ο Τετάου, «βρίσκονται σε κρίσιμο σημείο του πολέμου και δε θα τους συνέφερε να αφήσουν ανεκμετάλλευτη μια τόσο καλή ημέρα σαν τη σημερινή…». Ο Κράφτ επέστρεψε στον καταυλισμό της μονάδας του, σε ένα αγρόκτημα δυτικά του Άρνχεμ, έχοντας χαραγμένα στο μυαλό του τα λόγια του Διοικητή του. Η πρώτη του ενέργεια ήταν να τοποθετήσει έναν παρατηρητή αέρος σε κατάλληλο σημείο και να διατάξει πλήρη επαγρύπνηση των αντρών του. Στις 09:00 τα βρετανικά αεροσκάφη βομβάρδισαν έναν στόχο στο Άρνχεμ, ακολουθώντας τα αμερικανικά βομβαρδιστικά, που και αυτά κτύπησαν άλλους στόχους λίγο πιο πέρα από τον καταυλισμό του Κραφτ. Οι προβλέψεις του Τετάου άρχισαν να επιβεβαιώνονται· το σημαντικό γεγονός έπαιρνε σάρκα και οστά και όσο περνούσε η ώρα και πλησίαζε το μεσημέρι ο Κραφτ ανησυχούσε όλο και πιο πολύ, αλλά δεν μπορούσε να κάνει τίποτε περισσότερο από αυτό, που είχε διατάξει στους άντρες του.

Στις 10:00 της ίδιας ημέρας ο εναέριος χώρος πάνω από τη νοτιοανατολική Αγγλία σειόταν από το τρομερό βουητό των μηχανών των αεροσκαφών. Από 24 αεροδρόμια είχαν απογειωθεί 1.550 μεταφορικά αεροσκάφη και 500 ανεμόπτερα, που μετέφεραν τους άντρες και τα μέσα υποστήριξης μάχης των τριών αεραποβατικών μεραρχιών των Συμμάχων. Πάνω από τις αγγλικές ακτές συγκρότησαν μια τεράστια αρμάδα και σε στενούς σχηματισμούς κατευθύνθηκαν προς τα ανατολικά· όντας πάντοτε κάτω από την προστασία 1.000 αεροσκαφών συνοδείας πετούσαν σε δύο ξεχωριστά αεροπορικά δρομολόγια. Στο ίχνος του βόρειου δρομολογίου πετούσε ο βρετανικός σχηματισμός, που τον ακολουθούσε ο σχηματισμός της 82ης Μεραρχίας. Στο ίχνος του νότιου πετούσε η εναέρια φάλαγγα της 101ης. Μισή ώρα νωρίτερα είχαν απογειωθεί από τα ίδια αεροδρόμια τα αεροσκάφη με τους ανιχνευτές. Οι τολμηροί εκείνοι αλεξιπτωτιστές μέχρι τη 12:00 είχαν προσγειωθεί ομαλά. Παρά τα αντιαεροπορικά πυρά του εχθρού, είχαν εγκαταστήσει τους αναμεταδότες «Εύρηκα» και τα πελώρια «Τ» με τα πολύχρωμα πλαίσια στις προεπιλεγμένες ζώνες ρίψεων και προσγειώσεων και ήταν έτοιμοι να υποδεχθούν τις μονάδες τους.

Η πτήση των δύο εναέριων φαλαγγών μέχρι τις ολλανδικές ακτές ήταν γενικά απρόσκοπτη. Η ρίψη όμως των ανιχνευτών, που προηγήθηκε, είχε θέσει σε επιφυλακή τους Γερμανούς, και όλα τα όπλα, αντιαεροπορικά και ελαφρά, άρχισαν να βάλλουν προς τα πάνω. Κι όμως οι γενναίοι πιλότοι μπόρεσαν να διασχίσουν τον εχθρικό εναέριο χώρο της περιοχής των επιχειρήσεων και να ρίξουν τους αλεξιπτωτιστές τους ή να προσγειώσουν τα ανεμόπτερά τους, με ασυνήθη σε πολλές περιπτώσεις επιτυχία, κυρίως στις ρίψεις. Οι πρόωρες όμως αποδεσμεύσεις ορισμένων ανεμοπτέρων και οι συνθήκες πτήσης μέσα από τα εχθρικά αντιαεροπορικά πυρά άφησαν τα δικά τους αποτυπώματα στις μνήμες των αεραποβατικών πρωταγωνιστών. Ο Διοικητής της 1ης αεραποβατικής Μεραρχίας, Υποστράτηγος Ούρκουάρτ, που επέβαινε σε ένα ανεμόπτερο της εμπροσθοφυλακής του βρετανικού σχηματισμού, θυμάται: «Καθ’ οδόν έριξα μια ματιά γύρω μου και είδα τέσσερα άλλα ρυμουλκά αεροσκάφη με τα ανεμόπτερά τους να πετούν πάνω από μια ασυνήθιστα ήρεμη θάλασσα και αεροναυαγοσωστικά σκάφη τοποθετημένα κατά αραιά διαστήματα, έτοιμα να επέμβουν για διάσωσή μας, σε περίπτωση αναγκαστικής προσθαλάσσωσης. Όταν μετά από λίγο κόπηκε το συρματόσχοινο ρυμούλκησης ενός ανεμοπτέρου, είδα τις λέμβους να κινούνται με ταχύτητα προς το προσθαλασσωμένο ανεμόπτερο και αμέσως μετά βρεθήκαμε στις ολλανδικές ακτές».

Ο Λοχίας Κάρτερ (Carter) της 82ης Μεραρχίας περιγράφει ως εξής την πτήση του αεροσκάφους του μέσα στα έντονα αντιαεροπορικά πυρά του εχθρού: «Πετώντας προς τη ζώνη ρίψεων άρχισαν να σκάνε οι σφαίρες των αντιαεροπορικών όπλων γύρω από τα αεροσκάφη μας· ένα βλήμα μας ταρακούνησε συθέμελα. Θεέ μου! Να κάθεσαι μέσα στην «κοιλιά» του αεροσκάφους και να σκοπεύεσαι, όπως τα τεχνητά περιστέρια που χρησιμοποιούνται για σκοποβολή! Ήθελα να πηδήσω, ήθελα εκείνη τη στιγμή να είμαι στο έδαφος, ήθελα τόσο πολύ την έξοδο από το αεροσκάφος, που θα πηδούσα ακόμη και με μια πυρακτωμένη θερμάστρα στην αγκαλιά μου […] και όσο περνούσε η ώρα τόσο πιο πολύ τέντωναν τα νεύρα μας. “Σηκωθείτε και αγκιστρωθείτε”, ακούγεται για μια στιγμή η φωνή του αρχηγού ρίψεων. Ήμουν τελευταίος στο στίκ. Αν είχε χτυπηθεί το αεροσκάφος, ήμουν βέβαιος ότι θα προσγειωνόμαστε με αυτό. Το αλεξίπτωτο, το τόμιγκαν, οι ένδεκα γεμιστήρες των 45 φυσιγγίων, η αντιαρματική νάρκη, οι χειροβομβίδες, το σλίπιγκ μπαγκ (σ.σ. υπνόσακκος), η σακούλα με τα τρόφιμα και τα διάφορα άλλα ατομικά είδη με έσφιγγαν τόσο πολύ, που κοβόταν η αναπνοή μου. Θεέ μου, πότε θα αρχίσει η ρίψη. Πάνω στη σκέψη μου αυτή αγκιστρωμένοι στο συρματόσχοινο, αρχίσαμε να μετατοπιζόμαστε προς την πόρτα και όλα ήταν έτοιμα για το άλμα. Δεν ακούγονταν τώρα αντιαεροπορικά πυρά. Χαλαρώνοντας το στατικό μου ιμάντα, γύρισα το κεφάλι μου και κοίταξα τον αρχηγό ρίψεων, που στεκόταν με ορθάνοιχτα τα μάτια του στο πίσω μέρος του αεροσκάφους και έδινε οδηγίες. Σε λίγο ήμουν στον αέρα και με τη σκέψη μου στο παράξενο ύφος του αρχηγού ρίψεων έπεφτα στριφογυρίζοντας και περίμενα, ελπίζοντας, μέσα στο κενό. Το τράνταγμα των ιμάντων του αλεξιπτώτου μου πήρε από το μυαλό μου τη σκέψη για τον αρχηγό ρίψεων και κοίταξα με ευγνωμοσύνη, να κυματίζει ο μεταξωτός του θόλος».

Ο Αντισυνταγματάρχης Πάτρικ Κασσίμπυ (Patrick Cassiby), Διοικητής του 1ου Τάγματος του 502 Συντάγματος αλεξιπτωτιστών, ο οποίος επέβαινε στο ίδιο αεροσκάφος με τον Στρατηγό Tέιλορ, διηγείται: «Είδα ένα άλλο αεροσκάφος του συντάγματός μου να εκρήγνυται και να τυλίγεται στις φλόγες. Πρόλαβα και μέτρησα επτά άνδρες να το εγκαταλείπουν, πριν χαθεί από τα μάτια μου. Είχε ανάψει το προειδοποιητικό κόκκινο φως και οι αλεξιπτωτιστές αγκίστρωναν τους στατικούς τους ιμάντες στο συρματόσχοινο, όταν είδα να τυλίγουν οι φλόγες ένα άλλο αεροσκάφος, που πετούσε στα δεξιά μου, και όπως έδειχναν τα πράγματα, ούτε το πλήρωμά του ούτε και οι αλεξιπτωτιστές που ήταν μέσα, το γνώριζαν. Απορροφημένος από τη σκέψη για την τύχη του φλεγόμενου αεροσκάφους δεν πρόσεξα ότι άναψε το πράσινο φως. “Kασσίμπυ”, μου είπε σιγά ο Tέιλορ, “έχει ανάψει το πράσινο φως”. “Μάλιστα Στρατηγέ”, του απήντησα, όμως περίμενα στην πόρτα του αεροσκάφους, μέχρι που είδα τον πρώτο αλεξιπτωτιστή να βγαίνει από το διπλανό αεροσκάφος που καιγόταν και αμέσως μετά πήδησα».

Στον σταθμό διοίκησής του ο Στρατηγός Στούντεντ παρέμενε σιωπηλός, περισσότερο από θαυμασμό παρά από φόβο. Η θέα του ατέλειωτου κύματος των αεροσκαφών τον επηρέασε τόσο βαθιά, που γύρισε, όπως αναφέρει στα απομνημονεύματά του, στον επιτελάρχη του και του είπε: «Αν κάποτε είχα τέτοια δύναμη στα χέρια μου. Αν διέθετα για μια φορά τέτοιον αριθμό αεροσκαφών […]». Ο Στούντεντ αντιλαμβανόταν ότι μια τόσο μεγάλη δύναμη δεν ήταν δυνατόν να διατίθεται μόνο για την κατάληψη των γεφυρών. Όμως δε φανταζόταν ότι η δύναμη αυτή θα διείσδυε σε τόσο μεγάλο βάθος μέσα στο ολλανδικό έδαφος, μέχρι το Άρνχεμ.

Με την έναρξη της επιχείρησης ακολούθησε σφοδρός βομβαρδισμός των γερμανικών θέσεων κατά μήκος της ζώνης της “Market-Garden” και μπροστά από το μέτωπο του XXX σώματος, το οποίο με την προσγείωση των πρώτων αεραποβατικών στρατευμάτων, πραγματοποίησε σημαντική πρόοδο στην προέλασή του.

Μέχρι τις 14:00 του θαυμάσιου εκείνου απογεύματος της Κυριακής της 17ης Σεπτεμβρίου, όλα τα αεραποβατικά στρατεύματα των Συμμάχων του πρώτου κύματος είχαν προσγειωθεί στο ολλανδικό έδαφος· ήταν ένα επιβλητικό σύνολο από 19.400 άντρες. Οι μονάδες μέσα σε μια ώρα από την προσγείωσή τους είχαν ανακτήσει τους οργανικούς τους δεσμούς και είχαν αναφέρει στις προϊστάμενες διοικήσεις τους ετοιμότητα για έναρξη εκτέλεσης της αποστολής τους. Για πρώτη φορά στο πεδίο της μάχης οι διοικητές των αμερικανικών μεραρχιών ήταν σε θέση να πολεμήσουν με πλήρεις τις μονάδες τους και για αυτό αισιοδοξούσαν για την έκβαση του αγώνα. Δε συνέβαινε όμως το ίδιο και στους βρετανικούς τομείς, στους εκ διαμέτρου αντίθετους πόλους της επιχείρησης. Στο Άρνχεμ οι αλεξιπτωτιστές του Ούρκουάρτ, αντιμέτωποι με την ακαταλληλότητα ή την κακή λειτουργία των ασυρμάτων τους, την πλημμελή εκπαίδευσή τους στον αγώνα μέσα σε κατοικημένους τόπους και την απροσδόκητα σθεναρή γερμανική αντίσταση, τελμάτωσαν στο μακρύ αγώνα δρόμου μέσα από την πόλη του Άρνχεμ προς την ομώνυμη γέφυρα. Στην άλλη άκρη του θεάτρου επιχειρήσεων το ΧΧΧ σώμα του Χόρροκς, επειδή συνάντησε και αυτό σοβαρότερη αντίσταση των Γερμανών από όση ανέμενε, υποχρεώθηκε σύντομα σε μια βραδεία προχώρηση πάνω στη στενή και ευπρόσβλητη οδό προς Αϊντχόβεν και δεν μπόρεσε να διατηρήσει τον ρυθμό προέλασης που προέβλεπε το χρονοδιάγραμμα του σχεδίου. Ο διοικητής του 1ου αεραποβατικού σώματος, αντιμέτωπος και αυτός με το σοβαρό πρόβλημα των κακών επικοινωνιών, δεν κατόρθωσε τις πρώτες 48 ώρες να αποκαταστήσει επαφή με τους Ούρκουάρτ και Tέιλορ και, όπως ήταν φυσικό, όχι μόνο αγνοούσε τα όσα συνέβαιναν στους τομείς των μεραρχιών τους, αλλά, το σημαντικότερο, δεν μπορούσε να συντονίσει τον αγώνα τους. Μια λοιπόν επιτυχής έναρξη της επιχείρησης “Market-Garden”, που φαινόταν να υπόσχεται πολλά, οδηγούνταν τώρα σε σοβαρές δυσκολίες. Λέγεται ότι μέσα σε μερικές ώρες, μετά τις προσγειώσεις, οι Γερμανοί είχαν βρει ολόκληρο το συμμαχικό πολεμικό σχέδιο της επιχείρησης σε ένα ανεμόπτερο, που συνετρίβη μέσα στις γραμμές τους, κοντά στο Αϊντχόβεν, και κατόρθωσαν να μηχανοκινήσουν σε ελάχιστο χρόνο όλες τις μάχιμες μονάδες τους στη νότια Ολλανδία, ενισχύοντάς τες με όσους Γερμανούς βρήκαν, ακόμη και ναύτες και αεροπόρους αδειούχους.

Η οδική γέφυρα στο Αρνχεμ. Οι ανδρες του 2ου Τάγματος Αλεξιπτωτιστών του Τζον Φρόστ (κάτω) προβαλαν σθεναρή αντίσταση κατά των Γερμανών μέσα απο τα κτήριακά συγκροτήματα δεξία και αριστερά του δρόμου στη βόρεια όχθη του Κάτω Ρήνου, αλλα αβοήθητοι στο τέλος λύγισαν. Απο το βιβλίο: A bridge too far. (Αντγος ε.α. Γεωργίος Αραμπατζής)

Η οδική γέφυρα στο Αρνχεμ. Οι άνδρες του 2ου Τάγματος Αλεξιπτωτιστών του Τζον Φρόστ (κάτω) πρόβαλαν σθεναρή αντίσταση κατά των Γερμανών μέσα απο τα κτιριακά συγκροτήματα δεξιά και αριστερά του δρόμου στη βόρεια όχθη του Κάτω Ρήνου, αλλά αβοήθητοι στο τέλος λύγισαν. Απο το βιβλίο: A bridge too far. (Αντγος ε.α. Γεώργιος Αραμπατζής)

Ο Μόντελ, που υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει εσπευσμένα το στρατηγείο του, κτύπησε πρώτα και αποτελεσματικότερα πάνω στον πιο αδύναμο κρίκο, δηλαδή στη βρετανική δύναμη, που βρισκόταν στο Άρνχεμ. Ένα από τα τρία τάγματα της 1ης Ταξιαρχίας αλεξιπτωτιστών του Λάθμπουρυ, το 2ο του Τζον Φροστ (John Frost), είχε κάνει αγώνα δρόμου προς τη γέφυρα του Άρνχεμ, σύμφωνα με το σχέδιο, αλλά μόνο ένας λόχος του έφτασε μέχρι τις 20:30 στο βόρειο άκρο της γέφυρας όπου εγκαταστάθηκε αμυντικά και δεν επιχείρησε να καταλάβει και το νότιο άκρο της.

Τζον Φρόστ

Τζον Φρόστ

Η μεραρχιακή μονάδα αναγνώρισης με τέσσερις ομάδες βαριά εξοπλισμένων τζιπ, που όφειλε να σπεύσει αμέσως να καταλάβει την οδική γέφυρα, είχε μια καταστροφική προσγείωση· δεν έφτασαν ποτέ στο Άρνχεμ 22 τζιπ της, αφού τα περισσότερα από τα 36 ανεμόπτερα, που χάθηκαν στη διαδρομή, ήταν φορτωμένα με αυτά τα εξοπλισμένα οχήματα. Αλλά και όσα έφτασαν ασφαλή, καθώς κινούνταν με ταχύτητα προς το Άρνχεμ, στην πορεία τους έπεσαν πάνω σε γερμανική ενέδρα και καταστράφηκαν. Εξ άλλου το 1ο και 3ο Τάγμα, που ενεργούσαν στο αριστερό πλευρό του 2ου τάγματος, σύντομα και αυτά μπροστά στα υψώματα του Αίστερμπικ (Φsterbeeck) καθηλώθηκαν από τις μονάδες της Μεραρχίας του Τετάου, οι οποίες αμύνονταν εκεί· ανάμεσά τους ήταν και το Τάγμα του Κραφτ. Άλλες μονάδες πίεζαν ασφυκτικά την 1η αεροπροσγειούμενη Ταξιαρχία και έτσι απαγόρευαν να προσγειωθούν ενισχύσεις στις ζώνες ρίψεων και προσγειώσεων, που τις προστάτευαν οι άντρες του Χικς. Και όλα αυτά γίνονταν χωρίς να τα γνωρίζει ο Ούρκουάρτ, ο οποίος είχε προωθηθεί και βρέθηκε απομονωμένος μέσα στην πόλη του Άρνχεμ. Πέρα από αυτό είχαν αχρηστευθεί και οι ασύρματοί του και έχασε κάθε επαφή με τις μονάδες του στις πρώτες 36 κρίσιμες ώρες του αγώνα.

Στον τομέα της 82ης Μεραρχίας του Γκάβιν, 15 μίλια προς νότο, η κατάσταση φαινόταν να είναι καλύτερη. Τα τρία σκληραγωγημένα και εμπειροπόλεμα συντάγματα αλεξιπτωτιστών της είχαν εκτελέσει κατά τον καλύτερο τρόπο όλες σχεδόν τις αποστολές τους, που τους είχαν ανατεθεί για την πρώτη ημέρα. Το 504 του Τούκερ εξασφάλισε τη γέφυρα-κλειδί στον ποταμό Μάας στο Γκράβε και τρεις δευτερεύουσες στο μικρό κανάλι, που συνέδεε το Μάας με το Βάαλ. Το 505 του Έκμαν και το 508 του Λιντγκουίστ κατέλαβαν τα ζωτικά εδάφη του Γκρόσμπικ και οργάνωσαν μια ισχυρή αμυντική γραμμή με μέτωπο προς τα δυτικά και κατά τη διάρκεια της νύχτας απέκρουσαν όλες τις γερμανικές αντεπιθέσεις από το δάσος του Ράιχσβαλντ. Η ευκαιρία όμως να καταληφθεί η οδική γέφυρα του Βάαλ και να ανοίξει η οδός προς Άρνχεμ χάθηκε. Ένα τάγμα του 508, που ορίστηκε να την εξασφαλίσει, έχασε τον προσανατολισμό του μέσα στην πόλη του Νιγμέγκεν και έδωσε τον χρόνο στον Στρατηγό Μπίτριχ να ενισχύσει με τμήματά του τη φρουρά της.

Η 101η αεραποβατική Μεραρχία του Tέιλορ με χώρο εξόρμησης τις ζώνες ρίψεων βόρεια του Αϊντχόβεν κινήθηκε με ταχύτητα προς τους αντικειμενικούς της σκοπούς. Το 501 του Τζόνσον, το οποίο είχε προσγειωθεί δυτικά και νοτιοδυτικά του Βέγκελ, κατέλαβε δύο σημαντικές γέφυρες στον ποταμό Αα και στο κανάλι Γουλιέλμου και έστειλε μια δύναμη προς τη γέφυρα Σαιν Οντερόντε. Το 502 του Μιχαέλις (Michaelis) οργανώθηκε αμυντικά στις ζώνες, όπου είχε προσγειωθεί κοντά στο Tσον και με τμήματά του κατέλαβε τη γέφυρα του Σαιν Οντερόντε, στον ποταμό Ντόμμελ (Dommel), βοηθούμενο προς τούτο και από τμήμα του 501 και αυτή επί του καναλιού Βιλελμίνης, στο Μπεστ (Best). Το 506 του Σινκ (Sink) κατέλαβε την πόλη του Tσον, αλλά κινούμενο προς Αϊντχόβεν, έναν από τους αντικειμενικούς του σκοπούς, διαπίστωσε ότι η γέφυρα στο κανάλι της Βιλελμίνης, κοντά στο Τσον, είχε ανατιναχθεί από τους Γερμανούς, και χρειάζονταν δέκα τουλάχιστον ώρες για να επισκευασθεί! Παρ’ όλα αυτά το σύνταγμα διέβη τον ποταμό με αυτοσχέδια πλωτά μέσα και προήλασε προς το Αϊντχόβεν, το οποίο και κατέλαβε, για να συνενωθεί τις τελευταίες απογευματινές ώρες της 18ης Σεπτεμβρίου με τις προελαύνουσες δυνάμεις του XXX σώματος.

Στο βρετανικό τομέα, στο Άρνχεμ, το 2ο Τάγμα του Φροστ, επειδή είχε απέναντί του ισχυρές γερμανικές δυνάμεις, ανέμενε ενισχύσεις, για να ολοκληρώσει το έργο του. Αιφνίδια όμως κακοκαιρία ανέβαλε την αναχώρηση της 4ης ταξιαρχίας αλεξιπτωτιστών, που είχε προγραμματιστεί να γίνει το πρωί της 18ης Σεπτεμβρίου, και ενώ αναμενόταν να ριφθεί γύρω στις 10:00, έφτασε τελικά τέσσερις ώρες αργότερα· μια καθυστέρηση, που αποδείχτηκε για τους Βρετανούς ευτυχής συγκυρία, γιατί τα 190 περίπου γερμανικά καταδιωκτικά που περιπολούσαν από το πρωί στον εναέριο χώρο της περιοχής, σύμφωνα με το συμμαχικό σχέδιο που είχαν στην κατοχή τους, είχαν αποχωρήσει σχεδόν όλα και όταν τα μεταφορικά αεροσκάφη έφθασαν στη ζώνη ρίψεων κοντά στο Άρνχεμ, αντιμετώπισαν μόνο τα αντιαεροπορικά πυρά των Γερμανών.

Στο μεταξύ το 1ο και το 3ο Τάγμα της ταξιαρχίας του Λάθμπουρυ παρέμεναν ακόμη καθηλωμένα στις δυτικές συνοικίες του Άρνχεμ και μια προσπάθεια των Βρετανών, με επιπρόσθετες δυνάμεις τους, να διανοίξουν το δρόμο προς την πόλη, απέτυχε. Οι Γερμανοί είχαν ενισχύσει την περιοχή με μονάδες του II μηχανοκινήτου σώματος των SS, επικεντρώνοντας την προσοχή τους στις γέφυρες του Άρνχεμ και του Νιγμέγκεν, που επιθυμούσαν να τις κρατήσουν άθικτες για εκτέλεση αντεπιθέσεων.

Αλεξιπτωτιστές της βρετανικής 1ης Ταξιαρχίας αλεξιπτωτιστών προσγειώνονται στις ζώνες προσγειώσεως των ανεμόπτερων στο Βολφχέζεν, το απόγευμα της 17ης Σεπτεμβρίου 1944. Στην πόλη του Άρνχεμ οι Γερμναοί έιχαν ήδη αντιδράσει στην άφιξη της 1ης αεραποβατικής Μεραχίας και είχαν αναπτύξει οδοφράγματα, για να απαγορεύσουν την πρόελαση των Βρετανών αλεξιπτωτιστών προς τις γέφυρες. Απο το βιβλίο: Out of the sky. (Αντγος ε.α. Γεώργιος Αραμπατζής)

Αλεξιπτωτιστές της βρετανικής 1ης Ταξιαρχίας αλεξιπτωτιστών προσγειώνονται στις ζώνες προσγειώσεως των ανεμόπτερων στο Βολφχέζεν, το απόγευμα της 17ης Σεπτεμβρίου 1944.
Στην πόλη του Άρνχεμ οι Γερμανοί είχαν ήδη αντιδράσει στην άφιξη της 1ης αεραποβατικής Μεραρχίας και είχαν αναπτύξει οδοφράγματα, για να απαγορεύσουν την προέλαση των Βρετανών αλεξιπτωτιστών προς τις γέφυρες. Απο το βιβλίο: Out of the sky. (Αντγος ε.α. Γεώργιος Αραμπατζής)

Στις 19 Σεπτεμβρίου οι δυσμενείς καιρικές συνθήκες δεν επέτρεψαν την προγραμματισμένη για την ημέρα αυτή ρίψη της πολωνικής ταξιαρχίας στο Άρνχεμ. Στον τομέα του Γκάβιν οι γερμανικές αντεπιθέσεις από το δάσος του Ράιχσβαλντ εντάθηκαν ακόμη περισσότερο, πλην όμως αναχαιτίστηκαν από τα 505 και 508 συντάγματα και τη νύχτα 19/20 Σεπτεμβρίου πέτυχε η συνένωση της 82ης Μεραρχίας με τα επικεφαλής τμήματα του ΧΧΧ σώματος. Μέχρι τότε είχαν διανυθεί τα δύο τρίτα της απόστασης προς Άρνχεμ. Αλλά οι γέφυρες του Βάαλ, που φυλάσσονταν από ισχυρές δυνάμεις του II μηχανοκινήτου σώματος των SS, έφραζαν την οδό προς βορρά· ήταν όμως δύο διαβάσεις προς Άρνχεμ, κυρίως η οδική, σημαντικές για το ΧΧΧ σώμα, που κινούνταν πολύ αργά, και έπρεπε με κάθε θυσία να καταληφθούν άθικτες. Ο Γκάβιν, ο δαιμόνιος αυτός Στρατηγός, που και σε προηγούμενες περιπτώσεις, όπως στη Σικελία και τη Νορμανδία, είχε επέμβει αποτελεσματικά σε κρίσιμες καμπές του αγώνα, συνέλαβε και εδώ ένα πρωτότυπο σχέδιο για την κατάληψη των γεφυρών στο Βάαλ. Προετοίμασε για τις 20 Σεπτεμβρίου μια επίθεση, κατά την οποία ένα τάγμα του 504 συντάγματος, που θα υποστηριζόταν από βρετανικά άρματα και θα καλυπτόταν από προπέτασμα καπνού, θα περνούσε στη βόρεια όχθη του Βάαλ με λέμβους εφόδου του ΧΧΧ σώματος, θα εξουδετέρωνε τους Γερμανούς, που αμύνονταν εκεί, και θα εφορμούσε στις γέφυρες από τα βόρεια. Την ίδια ώρα ένα άλλο τάγμα του 505, ενισχυμένο και αυτό με άρματα, θα ενεργούσε επίθεση στις νότιες άκρες και των δύο γεφυρών δια μέσου του Νιγμέγκεν. Υπό τις διαταγές του Αντισυνταγματάρχη Κουκ (Cook), το 3ο τάγμα του 504 με 26 λέμβους εφόδου έπεσε στον ποταμό, πέτυχε τη βίαιη διάβασή του και άρχισε να εκριζώνει από τις θέσεις τους τους πεισματάρηδες Γερμανούς υπερασπιστές της οδικής γέφυρας. Και ενώ ο Κουκ διέβαινε τον ποταμό και εξάλειφε τους Γερμανούς στη βόρεια όχθη του, ο Αντισυνταγματάρχης Βάντερβουρτ (Vantervoort), Διοικητής του 2ου τάγματος του 505, κτυπούσε τις γερμανικές θέσεις στις νότιες άκρες και των δύο γεφυρών. Μετά από μια πολύ άγρια μάχη οι άντρες του κατατρόπωσαν τους Γερμανούς υπερασπιστές της οδικής γέφυρας και η τεθωρακισμένη Μεραρχία φρουρών έστειλε τέσσερα άρματα μέσα από τη γέφυρα, για να συνενωθούν με τους άντρες του Κουκ, που ήταν σταθερά αγκιστρωμένοι στη βόρεια άκρη της. Την τελευταία στιγμή οι Γερμανοί προσπάθησαν να την ανατινάξουν, αλλά ο πυροκροτητής μυστηριωδώς δε λειτούργησε και η οδική γέφυρα του Νιγμέγκεν πάνω στο Βάαλ, επιτέλους άθικτη, περιερχόταν στα χέρια των Συμμάχων. Η σιδηροδρομική γέφυρα κατελήφθη και αυτή, αλλά με την κατάληψη της οδικής έχασε την σπουδαιότητά της.

Με την εξασφάλιση της διάβασης του Βάαλ υπολειπόταν τώρα η συνένωση του ΧΧΧ σώματος με την Ι αεραποβατική Μεραρχία, η οποία μαχόταν για τρεις ημέρες στην περιοχή της γέφυρας του Άρνχεμ με μόνο το 2ο τάγμα του Φροστ. Τα υπόλοιπα μεραρχιακά τμήματα μέσα στα κτιριακά τετράγωνα των δυτικών προαστίων του Άρνχεμ ήταν ακόμη καθηλωμένα στους αμυντικούς θυλάκους τους, από τα τμήματα των τεθωρακισμένων μεραρχιών και άλλων μονάδων των Γερμανών. Ο Ραϊμόν Καρτιέ στο βιβλίο του Ιστορία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου περιγράφει κατά τρόπο παραστατικό ως εξής τον αγώνα της 1ης Ταξιαρχίας αλεξιπτωτιστών: «Έπειτα από την έξοχη προσγείωση, η συγκέντρωση των δυνάμεων είναι πολύ βραδεία. Εξαιτίας μιας υπερβολικά προσεκτικής μεθόδου, που εφαρμόζουν οι Άγγλοι αλεξιπτωτιστές, δεν αντιλαμβάνονται πως η τόλμη είναι η καλύτερη φρόνηση σε μία επαναστατική επιχείρηση. Ο άμαχος πληθυσμός δε διευκολύνει τα πράγματα. Οι κάτοικοι βγαίνουν κατά μάζες από τα κομψά σπίτια του Βολφχέζεν, του Ρένκεν, του Χέβητορφ, παραληρώντας από χαρά, ανεμίζοντας τρίχρωμες σημαίες ή κρεμώντας πορτοκαλιές κορδέλες, τραβώντας τους Άγγλους στρατιώτες για να προσφέρουν τσάι στα σπίτια. Οι Άγγλοι βαδίζουν προς την μάχη μέσα σε ένα πανηγύρι. Άλλωστε μια μόνη ταξιαρχία κατευθύνεται προς τους αντικειμενικούς στόχους, ενώ η άλλη αναπτύσσεται αμυντικά γύρω από το χώρο της απόβασης (σ.σ. αεραπόβασης). Τελικά, επειδή τα δύο τάγματα άφησαν τον εχθρό να ανακόψει την προώθησή τους στις παρυφές του Αίστερμπικ, μόνο ένα τάγμα κάτω από τις διαταγές του Αντισυνταγματάρχη Φροστ οφείλει να εκπληρώσει το έργο, που είχε ανατεθεί σε ολόκληρη τη Μεραρχία. Μπροστά στο τζιπ του Φρόστ η σιδηροδρομική γέφυρα ανατινάσσεται, –κουλουριάζεται σαν σκουλήκι. Συνεχίζοντας την πορεία του μέσα από τα δρομάκια του Άρνχεμ το τάγμα φθάνει στις 20:30 στην άκρη της γέφυρας. Αντί να καταλάβει τις δύο εξόδους, ο Φροστ στέλνει συνετά μια περίπολο και, όταν δέχεται τα πυρά ενός αντιαεροπορικού πυροβόλου, αποφασίζει να περιμένει ως την αυγή στη δεξιά όχθη. Οι γερμανικές αναφορές για τη μάχη θα υπογραμμίσουν όλες ότι οι Άγγλοι έχασαν τις ευκαιρίες που τους παρουσιάστηκαν, με την αυστηρά ρυθμισμένη βραδύτητα της κίνησής τους. Πείσμονες, συχνά ηρωικοί στην επίθεση, οι Άγγλοι, δε διαθέτουν τη σπίθα από όπου ξεπηδά η επιθετική επιτυχία. Έχει νυχτώσει. Ο Φροστ ταμπουρώνεται στα σπίτια του Νουμέγκσβεγκ, παρ’ όλες τις διαμαρτυρίες των κατοίκων και μάλιστα τη χειροδικία μιας γριάς Ολλανδής, που κτυπούσε με τον πλάστη της ζαχαροπλαστικής τους ελευθερωτές της χώρας της και καταστροφείς του σπιτιού της. Οι Γερμανοί, που είχαν σπεύσει στο μεταξύ, οχυρώνονται στα σπίτια της αριστερής όχθης. Όλοι κοιμούνται μέσα σε μια υπερφυσική σιγή, αλλά η μάχη αρχίζει με σφοδρότητα με την ανατολή του ηλίου. Το τάγμα του Φροστ, μόλις 500 άντρες, επιδιώκει μάταια να διαβεί τη γέφυρα, που ήταν ελεύθερη την προηγουμένη. Όλες οι απόπειρες να αποσταλούν ενισχύσεις αποτυγχάνουν. Οι Άγγλοι δεν τα καταφέρνουν. Ο Διοικητής τους, Υποστράτηγος Ούρκουάρτ, εξαφανίζεται και δε θα εμφανιστεί παρά έπειτα από 36 ώρες, επειδή είχε αποκλειστεί στη σοφίτα ενός σπιτιού γεμάτου Γερμανούς. Η πυκνή ομίχλη, που είχε απλωθεί πάνω από την Αγγλία, εμποδίζει την αποστολή του δευτέρου κλιμακίου της Μεραρχίας. Η Μεραρχία στο μεταξύ έχει προοδευτικά συγκεντρωθεί κοντά στο Αίστερμπικ, γύρω από το ξενοδοχείο, από όπου ο Αρχιστράτηγος της γερμανικής ομάδας στρατιών Στρατάρχης Μόντελ είχε φύγει εσπευσμένα τη στιγμή της απόβασης. Οι Άγγλοι θα τον είχαν αιχμαλωτίσει με λίγη γρηγοράδα ή όσφρηση. Οι Γερμανοί καταβάλλουν άλλωστε μια υπεράνθρωπη προσπάθεια. Καταλαβαίνουν πως η εισβολή στην πατρίδα διακυβεύεται σε μία μάχη που διεξάγεται λίγα χιλιόμετρα από τα σύνορα. Από το Ράστενμπουργκ, οι ασθμαίνουσες διαταγές του Χίτλερ κατευθύνουν προς το Άρνχεμ κάθε άτομο, που μπορεί να φέρει όπλο».

Στρατιώτες πεζικού της 50ης Μεραρχίας (Northumbrian) περνούν δίπλα απο ένα εξουδετερωμένο αντιαεροπορικό πυροβόλο των 88 χιλιοστών κοντά στην γέφυρα » ‘Joe’s Bridge» στο κανάλι Meuse-Escaut Canal στο Βέλγιο. (Wikipedia)

Μέχρι τις 29 Σεπτεμβρίου οι «κόκκινοι δαίμονες» του Φροστ παρέμεναν σε κατάσταση πολιορκίας και χωρίς εξωτερική βοήθεια. Είχαν αγωνιστεί κατά τρόπο ηρωικό επί τέσσερις ημέρες, ενώ είχαν προετοιμαστεί για αγώνα 48 ωρών! Οι Γερμανοί πραγματοποίησαν την ίδια ημέρα την ισχυρότερη επίθεσή τους με την 9η και 10η μηχανοκίνητη Μεραρχία του Μπίτριχ, αφού είχαν ισοπεδώσει μεθοδικά τα σπίτια, μέσα στα οποία καλύπτονταν οι αλεξιπτωτιστές. Από την αρχική δύναμη των 500 αντρών του Φροστ στο βόρειο άκρο της γέφυρας του Άρνχεμ διασώθηκαν μόνο 50, προσπαθώντας να διαφύγουν κατά μόνας ή κατά ομάδες, και μερικοί το κατόρθωσαν. Ο ίδιος ο Φροστ όμως μετά τον τραυματισμό του αναγκάστηκε να παραδοθεί στους Γερμανούς. Στο μεταξύ το υπόλοιπο της βρετανικής αεραποβατικής Μεραρχίας, εγκλωβισμένο μέσα σε μια πολύ στενόχωρη περιοχή σχήματος πετάλου με βάση ένα πέρασμα στο Ρήνο και κορυφή το ξενοδοχείο Τάφελμπεργκ, δεν μπορούσε να προσφέρει καμιά βοήθεια στους δεινοπαθούντες άντρες του 2ου τάγματος, που είχε άμεση ανάγκη ενισχύσεων· αλλά και αυτές, όταν έφτασαν την ίδια ημέρα, δύο τάγματα της πολωνικής ταξιαρχίας αλεξιπτωτιστών, ήταν πλέον αργά· η ζώνη ρίψεων νότια του Άρνχεμ και του Ρήνου ποταμού βρισκόταν υπό τον έλεγχο των Γερμανών και η ρίψη μετατράπηκε σε μακελειό επιβεβαιώνοντας έτσι τους φόβους του Σοσαμπόβσκυ.

Γερμανοί στρατιώτες στο Άρνχεμ. (Wikipedia)

Μια άλλη προσπάθεια της 1ης αεραποβατικής στρατιάς, να ανεφοδιάσει από αέρος τον Ούρκουάρτ, κατέληξε και αυτή σε τραγωδία, όπως και οι προσπάθειες των προηγούμενων ημερών. Ένας μεγάλος αριθμός μεταφορικών αεροσκαφών καταρρίφθηκε από τα μαχητικά της Λουφτβάφε (ο κακός καιρός είχε καθηλώσει τα συμμαχικά αεροσκάφη συνοδείας στο έδαφος), με αποτέλεσμα από τους 270 τόνους εφοδίων να φτάσουν στα χέρια του Ούρκουαρντ μόνο 11! Την ίδια τύχη είχαν και οι καθημερινές προσ-πάθειες της αεραποβατικής στρατιάς για τον από αέρος ανεφοδιασμό των αμερικανικών αεραποβατικών μεραρχιών. Το πυροβολικό τους όμως και το 327 σύνταγμα ανεμοπτεριστών της 101ης μπόρεσαν να φθάσουν έγκαιρα στο πεδίο της μάχης και να συμβάλουν αποφασιστικά στον αγώνα τους. Δε συνέβη βέβαια το ίδιο και με το 325 σύνταγμα ανεμοπτεριστών της 82ης, που τόσο είχε ανάγκη στην προσπάθειά της να καταλάβει τις γέφυρες του Βάαλ και να αποκρούσει τις ισχυρές γερμανικές επιθέσεις στον χώρο συγκέντρωσής της και στον σταθμό διοίκησης, τόσο της ίδιας, όσο και του 1ου αεραποβατικού σώματος· το σύνταγμα έφτασε μόλις την 6η ημέρα, στις 23 Σεπτεμβρίου, αλλά ήταν πλέον αργά, γιατί είχε κριθεί το αποτέλεσμα του αγώνα.

Ο κακός καιρός θα συνέχιζε να απαγορεύει την εκτέλεση αεροπορικών αποστολών στη “Market” και την επόμενη ημέρα, 22 Σεπτεμβρίου. Κατά τη διάρκεια όμως ενός σύντομου ανοίγματος στα σύννεφα στις 23 Σεπτεμβρίου ο Μπρέρετον έστειλε άλλους 4.300 άντρες, ανάμεσά τους το 325 Σύνταγμα ανεμοπτεριστών της 82ης και το υπόλοιπο της πολωνικής ταξιαρχίας, ανεβάζοντας έτσι το συνολικό αριθμό των στρατευμάτων, που αερομεταφέρθηκαν και προσγειώθηκαν στη “Market”, στα 35.000! Αλλά και αυτές οι τελευταίες ενισχύσεις δεν μπόρεσαν να αλλάξουν την κατάσταση, όπως είχε διαμορφωθεί. Όλες οι συγκυρίες φαίνονταν τόσο ζοφερές, που ο Διοικητής της 2ης στρατιάς Στρατηγός Ντέμπσεϋ ακύρωσε τις προτάσεις για ενίσχυση των βρετανικών αεραποβατικών στρατευμάτων με την 52η αεροπροσγειούμενη Μεραρχία, η οποία ήταν προγραμματισμένη να προσγειωθεί στο αεροδρόμιο, βόρεια του Άρνχεμ. Η αποστολή εξ άλλου του ΧΧΧ σώματος γινόταν όλο και πιο δύσκολη από την ακαταλληλότητα του εδάφους μεταξύ του Βάαλ και του Ρήνου. Η περιοχή αυτή ήταν μια έκταση πολύ λασπώδης και πορώδης, που είχε αποξηρανθεί και προστατευόταν από αναχώματα και δεν άντεχε το βάρος των αρμάτων και των τεθωρακισμένων οχημάτων. Οι Γερμανοί, για να παρεμποδίσουν τη βρετανική προέλαση, δεν είχαν παρά να φράξουν την κύρια δημόσια οδό, την «Οδό της Κολάσεως», όπως την είχαν βαπτίσει οι άντρες της 101ης, την οποία χρησιμοποιούσαν υποχρεωτικά τα χερσαία βρετανικά στρατεύματα, και έτσι καθυστερούσαν τις ενισχύσεις και τον ανεφοδιασμό των τμημάτων, που μάχονταν μπροστά.

Στις 22 Σεπτεμβρίου οι γερμανικές χερσαίες επιθέσεις απέκοψαν προς στιγμή τη δημόσια οδό και μόνο την επομένη, 23 Σεπτεμβρίου, οι Βρετανοί μπόρεσαν με όσες δυνάμεις διέθεταν να φθάσουν στον Κάτω Ρήνο, απέναντι από τους εγκλωβισμένους «κόκκινους δαίμονες». Το ίδιο βράδυ και την επόμενη ημέρα προσπάθησαν να διαβούν τον ποταμό, αλλά η ύπουλη λάσπη κατά μήκος της νότιας όχθης του και η ένταση του γερμανικού βομβαρδισμού περιόρισαν πολύ το μέγεθος της ενίσχυσής τους.

Στρατιώτες της 101ης Αεραποβατικής Μεραρχίας των ΗΠΑ, οι οποίοι προσγειωθήκαν πίσω απο τις Γερμανικές γραμμές στην Ολλανδία, ελέγχουν ο,τι έχει απομείνει σε ένα κατεστραμμένο ανεμόπτερο. (Wikipedia)

Τελικά οι Σύμμαχοι αναγκάστηκαν να αναγνωρίσουν την ήττα τους στις 25 Σεπτεμβρίου και διέταξαν τους αλεξιπτωτιστές να αποχωρήσουν. Έτσι, όσοι από τους Βρετανούς αλεξιπτωτιστές είχαν επιζήσει, πεινασμένοι, διψασμένοι και άυπνοι, τύλιξαν τα λασπωμένα άρβυλά τους με ράκη, για να «πνίξουν» τον ήχο των βημάτων τους και με το τελευταίο φως άρχισαν να περνούν υποχρεωτικά μέσα από τις γερμανικές γραμμές. Γερμανικές περίπολοι, που ενέδρευαν στην άκρη της όχθης του ποταμού, τους χτυπούσαν από παντού. Πάνω από 300 τραυματίες εγκαταλείφθηκαν στο έλεος του Θεού και υπερδεκαπλάσιοι μεταφέρθηκαν στα ολλανδικά και γερμανικά νοσοκομεία. Η νύχτα ήταν θεοσκότεινη και έπεφτε δυνατή βροχή. Οι Γερμανοί στην αρχή ήταν αμέριμνοι και μόλις μετά τα μεσάνυχτα αντιλήφθηκαν τι συνέβαινε και άρχισαν να βομβαρδίζουν τις όχθες του ποταμού. Υπομονετικοί, παρά το γερμανικό πυρ, τη νευρικότητα, την κόπωση και την καταθλιπτική βροχή, οι άντρες του Ούρκουάρτ μπήκαν στην γραμμή για μια άδεια λέμβο, προκειμένου να περάσουν απέναντι.

Έτσι η “Market”, παρ’ όλες αυτές τις θυσίες απέτυχε πλήρως στον σκοπό της. Έδωσε μεν στους συμμάχους έναν διάδρομο 100 και πλέον χιλιομέτρων προς τις Κάτω Χώρες μαζί και τα προγεφυρώματα στους ποταμούς Μάας και Βάαλ, απέτυχε όμως να δώσει ένα προγεφύρωμα πάνω στον Ρήνο ποταμό ή να διαχωρίσει στη μέση τις Κάτω Χώρες ή να παρακάμψει το «Δυτικό Τείχος» ή τέλος να ανοίξει τον δρόμο στα βρετανικά χερσαία στρατεύματα για μια σε βάθος διείσδυση μέσα στη βόρεια πεδιάδα της Γερμανίας. Δεν επέκτεινε επίσης σημαντικά την καταδίωξη, ώστε να οδηγήσει σε κατάρρευση μια γερμανική διοίκηση, που όπως φαινόταν βρισκόταν κοντά στο τέλος της.

Το μέτωπο σταθεροποιήθηκε βόρεια του Νιγμέγκεν και οι Σύμμαχοι θα συνέχιζαν την κίνησή τους προς το γερμανικό έδαφος μετά από τέσσερις μήνες. Οι ραγδαίες βροχές και χιονοπτώσεις, που άρχισαν από τον Νοέμβριο, καθήλωσαν τις συμμαχικές δυνάμεις και ο πόλεμος παρατάθηκε. Κατά το Ραιμόν Καρτιέ: «είχε φανεί η έξοδος της σήραγγας και τώρα ξαναπέφτει το σκοτάδι».

Ένα μεγάλο βέβαια μέρος της αποτυχίας των Συμμάχων θα μπορούσε να τοποθετηθεί στις ακόλουθες αιτίες: στην κακή για αυτούς συγκυρία της θέσης των μηχανοκίνητων μεραρχιών των SS, στην παρουσία του Μόντελ, του Στούντεντ και του Μπίτριχ στο προσκήνιο του θεάτρου των επιχειρήσεων, στην ανεύρεση της διαταγής επιχειρήσεων των Συμμάχων, στην επιδείνωση του καιρού, που δεν επέτρεψε τις ρίψεις και προσγειώσεις των ενισχύσεων στο Άρνχεμ, όπως είχαν προγραμματιστεί, και στους κακούς ασυρμάτους ενδοεπικοινωνιών των βρετανικών τμημάτων. Μάλιστα το τελευταίο πρόβλημα υποχρέωσε τους διοικητές τους να χρησιμοποιήσουν μεθόδους επικοινωνιών του Α΄ παγκοσμίου πολέμου, δηλαδή τους αγγελιοφόρους, οι οποίοι δυστυχώς δεν μπόρεσαν να αποκαταστήσουν τις επαφές μεταξύ των μονάδων. Το τελευταίο αυτό πρόβλημα έγινε ακόμη πιο έντονο από την απόσταση των 11-12 χιλιομέτρων των ζωνών ρίψεων και προσγειώσεων από τις γέφυρες του Άρνχεμ, που έθετε εκτός εμβελείας τους «22ρηδες» ασυρμάτους των μονάδων της Μεραρχίας.

Τέσσερις στρατιώτες του 1ου Τάγματος Αλεξιπτωτιστών της 1ης Βρετανικής Αεραποβατικής Μεραρχίας, καλύπτονται σε μία τρύπα βόμβας έξω απο το Άρνχεμ. 17 Σεπτεμβρίου 1944. (Wikipedia)

Πέρα από αυτούς τους παράγοντες η επιχείρηση πιθανόν να είχε επιτυχία, αν τα βρετανικά χερσαία στρατεύματα είχαν επιτεθεί με μεγαλύτερη ορμητικότητα νότια του Αϊντχόβεν και βόρεια του Βάαλ και η 82η Μεραρχία διέθετε περισσότερες δυνάμεις, περισσότερες από το τάγμα, για να εκτοξεύσει μια αιφνιδιαστική και ισχυρή επίθεση και να καταλάβει τις γέφυρες του Νιγμέγκεν στον Βάαλ ποταμό.

Κατά πόσο μια επιτυχημένη “Market-Garden” θα επέφερε το μακροπρόθεσμο αποτέλεσμα, για το οποίο ήλπιζαν οι Σύμμαχοι, αυτό θα παρέμενε για πάντα μια υπόθεση. Είναι όμως βέβαιο ότι η Γερμανοί δεν έδειξαν σημεία πανικού ούτε τάση για άτακτη φυγή ή μαζική εγκατάλειψη των θέσεών τους. Οι αποδυναμωμένες από την άλλη πλευρά στρατιές των Συμμάχων, των οποίων οι άξονες ανεφοδιασμού είχαν επιμηκυνθεί τόσο πολύ, που κινδύνευσαν να σπάσουν, ήταν ανίκανες την ώρα της εκτέλεσης της αποστολής τους να κάνουν περισσότερα από αυτά, που ήδη είχαν κάνει.

Έτσι ή άλλιώς οι τρεις αεραποβατικές μεραρχίες είχαν πληρώσει με βαρύ τίμημα τη “Market-Garden” και τις επόμενες μάχες στην Ολλανδία. Η Μεραρχία του Ούρκουάρτ μαζί με την πολωνική ταξιαρχία αλεξιπτωτιστών έχασαν γύρω στους 7.500 άντρες από τις 10.000 που συμμετείχαν στη μάχη. Η 82η του Γκάβιν είχε απώλειες 3.400 άντρες και η 101η του Tέιλορ 3.800. Αποδεκατισμένοι και εξαντλημένοι οι επίλεκτοι αυτοί σχηματισμοί μέχρι τον Νοέμβριο, είχαν επιστρέψει στις βάσεις τους για αποκατάσταση, αναπλήρωση και ανασυγκρότηση, ελπίζοντας σε μια νικηφόρα, όπως και πριν, μελλοντική πολεμική εμπλοκή.

BIBΛIOΓPAΦIA

  • Brair, Clay, Ridgway’s Paratroopers, The Dial Press, Doubleday and company Inc. Garden City, New York 1985.
  • Barry, Gregory, British Airborne Troops, Mac Donald and Jame’s, London 1974.
  • Mac Donald, Charles, By Αir to Βattle, Hazel Watson and Viney Ltd, Aylesburry, Bucks, Greait Britain, 1969.
  • Καρτιέ, Ραημόν, Ιστορία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, Eπιστημονική Eταιρεία των Eλληνικών Γραμμάτων ΠAΠYPOΣ.
  • Στρατιωτική Επιθεώρηση, Ιανουάριος 1982, τεύχος 12ο.

Η πηγή του κειμένου είναι το Περιοδικό “Στρατιωτική Επιθεώρηση” τεύχος Σεπτεμβρίου-Δεκεμβρίου 2013 και αναδημοσίευθηκε με την άδεια του “ΓΕΝΙΚΟΥ  ΕΠΙΤΕΛΕΙΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ”.

ΔΕΝ επιτρέπονται απαξιωτικοί και υβριστικοί χαρακτηρισμοί εναντίον στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας. Υποβάλλοντας το σχόλιο σου επιβεβαιώνεις ότι έχεις διαβάσει και αποδεχθεί τους όρους χρήσης και σχολιασμού του ιστοτόπου. Η ευθύνη των σχολίων (αστική και ποινική) βαρύνει τους σχολιαστές. Οι απόψεις που εκφράζονται δεν αντιπροσωπεύουν εκείνες της "Προέλασης" και δεν πρέπει να εκλαμβάνονται ως τέτοιες.

Σχολιάστε

Αρέσει σε %d bloggers: