Το Θωρηκτό Αβέρωφ

ΕΝΑΣ ΑΙΩΝΑΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ συ­μπλη­ρώ­νε­ται σχεδόν α­πό τό­τε που οι μο­νά­δες του Ελ­λη­νι­κού Στό­λου, με κυ­μα­τί­ζου­σα τη γα­λα­νό­λευκη ε­πί των ι­στί­ων, έ­πλε­αν προς το νη­σί της Λέ­σβου και το πόδι του Έλ­λη­να στρα­τιώ­τη πα­τού­σε τη μυ­ρο­βό­λο λε­σβια­κή γη.

Α­ντγος ε.α Ευ­στρά­τιος Χα­ρα­λά­μπους

Η τε­λευ­ταί­α φο­ρά που ελ­λη­νι­κό στρα­τιωτι­κό τμή­μα εί­χε α­πο­βι­βα­σθεί στη Λέ­σβο ή­ταν το 1441, κα­τά τη διάρ­κεια του γά­μου του Κων­στα­ντί­νου Πα­λαιο­λό­γου, του τε­λευ­ταί­ου μαρ­τυ­ρι­κού Αυ­το­κρά­το­ρα του Βυ­ζα­ντί­ου, με τη θυ­γα­τέ­ρα του Άρχο­ντα της Λέ­σβου Δο­ρί­νου Γατε­λού­ζου, Αι­κα­τε­ρί­νη. Τό­τε κα­τέ­πλευ­σε στο λι­μά­νι της Μυ­τι­λή­νης στο­λί­σκος δρο­μώ­νων,[1] διοι­κού­με­νος α­πό τον τε­λευ­ταί­ο Βυ­ζα­ντι­νό Ναύ­αρ­χο Λου­κά Νο­τα­ρά α­πό τον ο­ποί­ο δια­τέ­θη­κε τι­μη­τι­κή φρου­ρά.

Έ­πρε­πε να πε­ρά­σει σχε­δόν μι­σή χι­λιε­τί­α, για την α­κρί­βεια 471 χρό­νια, για να κυμα­τί­σει και πά­λι η γα­λα­νό­λευ­κη πε­ρή­φα­να στο πα­λαιό Δη­μαρ­χεί­ο Μυ­τι­λή­νης, στο Κά­στρο και στο κο­νά­κι του Τούρ­κου νο­μάρ­χη.[2] Το η­με­ρο­λόγιο έ­δει­χνε 8 Νο­εμ­βρί­ου του 1912 και η ώ­ρα ήταν λί­γο πριν την 1400. Ας προ­σπα­θή­σου­με ό­μως να δού­με με τα μά­τια του α­ντι­πά­λου την α­πε­λευ­θέ­ρω­ση της Λέ­σβου, του «Χρυ­σού Νη­σιού» (altın adası), που πα­ρέμει­νε υ­πό οθω­μα­νι­κή κυ­ριαρ­χί­α α­πό το 1462.

Η πρώ­τη ε­πα­φή των Σελ­τζού­κων Τούρ­κων με τη Λέ­σβο έ­γι­νε το 1086, για έ­ναν χρό­νο, ό­ταν κα­τα­λή­φθη­κε α­πό τον Ε­μί­ρη της Σμύρ­νης Τσά­κα Μπέ­η (Çaka Bey). Η ο­ρι­στι­κή κα­τά­λη­ψη, που α­πο­τε­λεί και την α­παρ­χή της μαύ­ρης πε­ριό­δου για το νη­σί, έ­γι­νε προ­σω­πι­κά από τον Σουλ­τά­νο Φα­τίχ Μεχ­μέτ (Fatih Sultan Mehmed), ο ο­ποί­ος πα­ρα­κο­λου­θού­σε τις επι­χει­ρή­σεις του Ο­θω­μα­νι­κού Ναυ­τι­κού υπό τον Μέ­γα Βε­ζύ­ρη (sadrazam) Μαχμούτ Πα­σά, α­πό το Α­για­σμέ­ντ (Ayazmend), τη ση­με­ρι­νή Αλ­τι­νο­βά (Altınova). Ο πλη­θυ­σμός του νη­σιού, με­τά τις σφα­γές και τα σκλα­βο­πά­ζα­ρα, μειώ­θη­κε γύ­ρω στις 40 χιλιά­δες και σε αυ­τόν προ­στέ­θη­καν μουσουλμά­νοι α­πό τη Ρού­με­λη (Η­πει­ρω­τι­κή Ελ­λά­δα), κυ­ρί­ως α­πό το Σα­ντζά­κι του Βαρ­δά­ρη[3] και την πε­ριο­χή του Μπα­λί­κε­σιρ.[4]

Έ­κτο­τε, πα­ρα­τη­ρεί­ται στα­δια­κή α­νά­πτυ­ξη της Λέ­σβου, με πα­ράλ­λη­λη αύ­ξη­ση του πλη­θυ­σμού, ο ο­ποί­ος φθάνει, το 1831, τους 61.164 κα­τοί­κους συ­νο­λικά. Όταν ε­φαρ­μό­στη­κε το μο­νο­πώ­λιο στο λά­δι, το 1874, κα­τα­γρά­φο­νται 16.400 χριστια­νι­κά νοι­κο­κυ­ριά και 3.650 μου­σουλμα­νι­κά με συ­νο­λι­κό πλη­θυ­σμό 81.850 κα­τοί­κους και το έ­τος 1906, 113.482 χρι­στια­νοί και 17.964 μου­σουλ­μά­νοι, συνολι­κά 131.446 κά­τοι­κοι. Το δε έ­τος της α­πε­λευ­θέ­ρω­σης, σύμ­φω­να με τον Τούρ­κο συγ­γρα­φέ­α-ι­στο­ρι­κό İdris Bostan[5], 18.000 μου­σουλ­μά­νοι, οι περισσότε­ροι στις πε­ριο­χές Μο­λύ­βου και Σι­γρί­ου, και 117.000 χρι­στια­νοί, ως ε­πί το πλεί­στον στη νό­τια πε­ριο­χή του νη­σιού.

Η ση­μα­σί­α που εί­χαν τα νη­σιά του Αι­γαί­ου για την Οθω­μα­νι­κή Αυ­το­κρα­το­ρί­α, πέρα α­πό τη στρα­τη­γι­κή τους α­ξί­α για την α­σφά­λεια των Στε­νών του Ελλησπόντου και του Βο­σπό­ρου, α­φο­ρού­σε ά­με­σα την έ­να­ντι αυ­τών α­κτή της Μι­κράς Ασί­ας μα­ζί με την ά­με­ση εν­δο­χώ­ρα. Ι­διαί­τε­ρα η Λέ­σβος και η Χί­ος αποτελού­σαν για την ευ­ρύ­τε­ρη πε­ριο­χή της Σμύρ­νης το α­νά­χω­μα σε κά­θε επιβου­λή και επιπλέον στον οι­κο­νο­μικο-ε­μπο­ρι­κό το­μέ­α, έ­να αλ­λη­λέν­δε­το σύστη­μα που αναπτυσ­σό­ταν γορ­γά στις αρ­χές του 20ού αιώ­να, τού­το δε φαί­νε­ται και α­πό τα πα­ρα­κά­τω στοι­χεί­α, α­να­φο­ρικά με τη Λέ­σβο:

  • To 1907 κα­τα­γρά­φο­νται 22.724 ε­κτάρια δά­σους, α­πό τα ο­ποία τα 2.424 ι­διω­τι­κά, α­πό αυ­τά το 60% ε­λιές, 25% πεύ­κα και 15% βε­λα­νι­διές, κα­στα­νιές, λεύ­κες κ.λπ.
  • Τέ­λη του 19ου αιώ­να κα­τα­γρά­φο­νται 297 ε­λαιο­τρι­βεί­α, α­πό τα ο­ποί­α τα 97 α­τμο­κί­νη­τα, 96 σα­πω­νο­ποιεί­α, 268 α­λευ­ρό­μυ­λοι, 14 βυρ­σο­δε­ψεί­α και έ­να ερ­γο­στά­σιο με­τα­ξω­τών υ­φα­σμά­των.
  • Ο φό­ρος μό­νο α­πό το ε­λαιό­λα­δο α­πέ­δι­δε ε­τη­σί­ως στο θη­σαυρο­φυ­λά­κιο του Σουλ­τά­νου (Hazine) 2,5 εκ κου­ρούς (kuruş) (μί­α χρυ­σή αγ­γλι­κή λί­ρα α­να­λογού­σε σε 110-120 κου­ρούς πε­ρί­που).
  • Το 1901 ε­ξά­χθη­καν στη Σμύρ­νη 1.083 τόνοι λά­δι, 5,2 τόνοι ε­λιές, 19,7 τόνοι στα­φί­δα, 35,8 τόνοι κρα­σί κ.λπ. Συ­νο­λι­κά, σύμ­φω­να με στοι­χεί­α α­πό το τε­λω­νεί­ο της Σμύρ­νης, το 1900 οι ε­ξα­γω­γές προς Λέ­σβο α­νήλ­θαν σε 6,4 εκ. κου­ρούς και ει­σα­γω­γές 223.264 κου­ρούς ε­νώ το 1908 οι ε­ξα­γω­γές πέφτουν στα 4,2 εκ. κου­ρούς και οι ει­σα­γω­γές αυ­ξά­νο­νται σε περί­που 2 εκ.
  • Το 1903 δρα­στη­ριο­ποιού­νται και δια­τη­ρούν γρα­φεί­α στη Μυ­τι­λή­νη, 9 α­κτο­πλο­ϊ­κές ε­ται­ρεί­ες (δυ­τι­κές, τούρ­κι­κες και ελ­λη­νι­κές) ε­νώ πα­ράλ­λη­λα λει­τουρ­γούν 12 προ­ξε­νι­κά γρα­φεί­α.

Πλέ­ον των οι­κο­νο­μι­κών στοι­χεί­ων που ανα­φέ­ρο­νται πα­ρα­πά­νω, οι προ­σπά­θειες που κα­τέ­βαλ­λε στο στρα­τιω­τι­κό και ι­διαί­τε­ρα στο δι­πλω­μα­τι­κό πε­δί­ο η οθω­μα­νι­κή κυ­βέρ­νη­ση για τη μα­ταί­ω­ση της ντε φά­κτο κα­τά­στα­σης που δη­μιουρ­γή­θη­κε το φθι­νό­πω­ρο του 1912 κα­τά τον Α΄ Βαλ­κα­νι­κό Πό­λε­μο και την ε­πα­νέ­ντα­ξη των νή­σων του ΒΑ. και Α. Αι­γαί­ου υ­πό ο­θω­μα­νι­κή κυ­ριαρ­χί­α, αλ­λά και η ε­πι­θε­τι­κή-α­να­θεω­ρη­τι­κή πο­λι­τι­κή που ε­φαρ­μό­ζει σή­με­ρα το τουρ­κι­κό κρά­τος στο Αι­γαί­ο, α­πο­τε­λούν τρα­νές α­πο­δεί­ξεις της στρα­τη­γι­κής τους α­ξί­ας.

Πολιτοφυλακή Πλωμαρίου.

Πο­λι­τι­κή κα­τά­στα­ση

Στις αρ­χές του 20ού αιώ­να ό­λα τα εθνι­κά κρά­τη (Ελ­λά­δα-Σερ­βί­α-Βουλ­γα­ρί­α και Μαυ­ρο­βού­νιο), που εί­χαν δη­μιουρ­γη­θεί στη Βαλ­κα­νι­κή, βλέ­πο­ντας τη στα­διακή α­πο­δυ­νά­μω­ση της οθω­μα­νι­κής αυ­το­κρα­το­ρί­ας, άρ­χι­σαν να προ­ε­τοι­μά­ζο­νται για την εκ­πλή­ρω­ση των ε­θνι­κών τους στό­χων.

Η α­πό­φα­ση των Με­γά­λων ευ­ρω­πα­ϊ­κών δυ­νάμε­ων για δια­τή­ρη­ση του στά­τους κβο και τη μη τρο­πο­ποί­η­ση των συ­νό­ρων στα Βαλ­κά­νια, α­πο­τε­λού­σε στην ου­σί­α το πρό­σχη­μα για ε­πέμβα­ση και ρύθ­μι­ση των ε­ξε­λί­ξε­ων, α­να­φο­ρι­κά με τη δια­νο­μή των ε­δα­φών της οθω­μα­νι­κής αυ­το­κρα­το­ρί­ας, σύμ­φω­να με τα συμ­φέ­ρο­ντά τους.

Η πο­λι­τι­κή κα­τά­στα­ση που ε­πι­κρα­τού­σε στην αυ­το­κρα­το­ρία της πρά­σι­νης η­μι­σε­λή­νου ή­ταν τρα­γι­κή. Ο Σουλ­τά­νος Α­μπτουλ­χα­μίτ ο Β΄ α­πό την εν­θρό­νισή του το 1876, ου­δέ­πο­τε ε­φάρ­μο­σε το Σύ­νταγ­μα που πα­ρα­χώ­ρη­σε ο ί­διος τον Δεκέμ­βριο του ί­διου έ­τους (I.Meşrutiyet), αλ­λά αντί­θε­τα έ­κλει­σε τη Βου­λή (Φεβ 1878) και άρ­χισε η μα­κρά πε­ρί­ο­δος της δια­φθο­ράς και της τρο­μο­κρα­τί­ας (istibdat dönemi-πε­ρί­ο­δος τυρ­ρα­νί­ας). Η κυ­βέρ­νη­ση δα­νει­ζό­ταν α­λό­γι­στα (ο ε­ξω­τε­ρι­κός δα­νει­σμός άρ­χισε να ε­φαρ­μό­ζε­ται το 1850), α­δυ­να­τού­σε να εκ­πλη­ρώ­σει τις οικο­νο­μι­κές υ­πο­χρε­ώ­σεις και οι πι­στω­τές κά­λυ­πταν τα χρέ­η με την α­πό­κτη­ση προ­νο­μί­ων (διο­μο­λο­γή­σεις) και την εκ­με­τάλ­λευ­ση ε­δα­φών.

Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή εί­ναι η κα­τά­λη­ψη της Μυ­τι­λή­νης, το 1901, α­πό τη Γαλ­λί­α, λό­γω α­δυ­να­μί­ας πλη­ρω­μής δα­νεί­ου 500 χιλιά­δων χρυ­σών λι­ρών (για πλη­ρω­μή α­πο­ζη­μιώ­σεων α­πό τον Ρω­σο­τουρ­κι­κό πό­λε­μο 1877/78), το ο­ποί­ο εί­χε ανήλθε με τους τό­κους σε 750 χιλιά­δες. Τε­λι­κά, μί­α α­πό τις συ­ζύ­γους του Σουλ­τά­νου, η Fatma Kariye α­πό την Α­μπχα­ζί­α, πλή­ρω­σε το δά­νειο α­πό την προ­σω­πι­κή της πε­ριου­σί­α και η Λέ­σβος γλύ­τω­σε την «κα­τά­σχε­ση».

Στη Θεσ­σα­λο­νί­κη –το μή­λο της έ­ρι­δος με­τα­ξύ των βαλ­κα­νι­κών κρα­τών– εμ­φα­νίζε­ται το 1908 το κί­νη­μα των Νε­ό­τουρ­κων, α­πό νε­α­ρούς Τούρ­κους α­ξιω­μα­τι­κούς, που φαι­νο­με­νι­κά ε­πι­ζη­τού­σαν με­ταρ­ρυθ­μί­σεις α­πό τον Σουλ­τά­νο, αλ­λά στην ου­σί­α α­ντι­δρού­σαν στην α­νά­μει­ξη των ευρω­πα­ϊ­κών δυ­νά­με­ων στα ε­σω­τε­ρι­κά της οθω­μα­νι­κής αυ­το­κρα­το­ρί­ας (Συμ­φω­νί­α Μυ­στέρ­γης του 1903). Το πο­λι­τι­κό κί­νη­μα «Έ­νω­ση και Πρό­ο­δος» (İttihat ve Terakki Partisi) που πα­ρό­τρυ­νε τους στα­σια­στές, εί­χε τις βά­σεις του στο Κο­μι­τά­το «Έ­νω­ση και Πρό­ο­δος» (İttihat ve Terakki Cemiyeti) που ι­δρύ­θη­κε τον Μά­ιο του 1889, με σκο­πό να εκ­θρο­νί­σει τον Σουλ­τά­νο Α­μπτουλ­χα­μίτ και να πα­ρε­μπο­δίσει τη διά­λυ­ση του κρά­τους. Η πο­λι­τι­κή του Κο­μι­τά­του βα­σι­ζό­ταν στις ι­δέ­ες των Νε­ό­τουρ­κων ή Νε­ο­οθω­μα­νών, οι ο­ποί­οι πα­ρου­σιά­στη­καν το 1860 στο Πα­ρί­σι και στό­χευαν στη δη­μιουρ­γί­α της τουρ­κι­κής ε­θνι­κής συ­νεί­δη­σης και την εκ­πλή­ρωση των στό­χων του Πα­ντου­ρα­νι­σμού.[6]

Ως α­ντί­πα­λος του Κο­μι­τά­του εμ­φα­νί­στη­κε το Φι­λε­λεύ­θε­ρο κόμ­μα (Ahrar Fırkası), στο ο­ποί­ο συ­να­σπί­στη­καν οι προ­σκείμε­νοι στον Σουλ­τά­νο και γε­νι­κά ό­σοι δια­φω­νού­σαν με το Κο­μι­τά­το. Α­κο­λού­θη­σαν δρα­μα­τι­κά γε­γο­νό­τα, το κί­νη­μα 31 Μαρτί­ου 1908, κα­τα­στολή, ε­κλο­γές που ε­πι­βε­βαί­ω­σαν την κυ­ριαρ­χί­α του Κο­μι­τά­του και α­νά­γκα­σαν τον Σουλ­τά­νο να πα­ρα­χω­ρή­σει το νέ­ο φι­λελεύ­θε­ρο Σύ­νταγ­μα της 8ης Αυγού­στου 1909 (II.Meşrutiyet), με το ο­ποί­ο ό­λες οι ε­ξου­σί­ες συ­γκε­ντρω­θή­καν στο Υ­πουρ­γι­κό Συμ­βού­λιο, το ο­ποί­ο ή­ταν υ­πεύ­θυ­νο έ­να­ντι της Βου­λής. Κατά την πε­ρί­ο­δο που α­κο­λού­θη­σε μέ­χρι τον Ιούλιο 1912, το Κο­μι­τά­το κυ­βερ­νού­σε α­πό τα πα­ρα­σκή­νια, με­τά ξέ­σπα­σε ο Ι­τα­λο­τουρ­κι­κός πό­λε­μος και οι Ι­τα­λοί κα­τέλα­βαν τη Λι­βύ­η, πα­ράλ­λη­λα δε ξε­κί­νη­σε η α­νταρ­σί­α στην Αλ­βα­νί­α. Τό­τε εμ­φα­νί­στη­κε μια νέ­α ο­μάδα α­ξιω­μα­τι­κών, οι «Αξιω­μα­τι­κοί Σω­τη­ρί­ας», (Kurtarma Subaylar-Halaskar Zabitan), που ή­ταν α­ντί­θε­τη στο Κο­μι­τά­το και υ­πο­χρέ­ω­σε την κυ­βέρ­νη­ση σε διά­λυ­ση. Ο Αχ­μέτ Μου­χτάρ Πα­σά σχη­μά­τισε κυ­βέρ­νη­ση α­πό ό­λα τα κόμ­μα­τα, αλ­λά στην ου­σί­α ή­ταν κυ­βέρνη­ση κα­τά του Κο­μι­τά­του. Με αυ­τές τις συν­θή­κες και με τις συ­νε­χείς δια­δη­λώ­σεις του Κο­μι­τά­του, ει­σέρ­χε­ται η Αυ­το­κρα­το­ρί­α στον Α΄ Βαλ­κα­νι­κό Πό­λε­μο. Α­μέ­σως με τις πρώ­τες α­πο­τυ­χί­ες στα μέτω­πα της Βαλ­κα­νι­κής, δια­λύ­ε­ται η κυ­βέρ­νη­ση του Αχ­μέτ Μου­χτάρ Πα­σά και σχη­μα­τί­ζει κυ­βέρ­νη­ση ο φι­λε­λεύ­θε­ρος Κα­μίλ Πα­σά, η ο­ποί­α σε ό­λη τη διάρ­κεια του πολέ­μου εί­χε ως α­ντι­πο­λί­τευ­ση το Κο­μι­τά­το.

Τούρ­κοι ι­στο­ρι­κοί α­να­φέ­ρουν ό­τι η πο­λι­τι­κή του Κο­μι­τά­του στα Βαλ­κά­νια (Νό­μος για εκ­κλη­σί­ες και σχο­λεί­α, προ­σπά­θεια τουρ­κο­ποί­η­σης της Αλ­βα­νί­ας) ο­δή­γη­σε τα βαλ­κα­νι­κά κρά­τη να πα­ρα­με­ρί­σουν τις δια­φορές τους και να συμ­μα­χή­σουν κα­τά της Αυ­το­κρα­το­ρί­ας και σε συν­δυα­σμό με την ε­μπλο­κή του Στρα­τού στην πο­λι­τι­κή, συ­νέ­τει­ναν τα μέ­γι­στα στη διά­λυσή της.

Η Βουλ­γα­ρί­α, μη α­πο­κρύ­πτο­ντας τις ε­πί­βου­λες σκέ­ψεις της για τη Μα­κε­δο­νί­α και τη Θρά­κη, προ­σπα­θού­σε να κυ­ριαρ­χή­σει στα ε­δά­φη που της εί­χαν ε­πι­δι­κα­στεί με τη Συν­θή­κη του Α­γί­ου Στε­φά­νου. Η Ελ­λά­δα, λα­βω­μέ­νη και τα­πει­νω­μέ­νη α­πό τον α­τυ­χή πό­λε­μο του 1897 με την Ο­θω­μα­νι­κή Αυ­το­κρα­το­ρί­α, μό­λις το 1904 α­νέ­λα­βε συντο­νι­σμέ­νη προ­σπά­θεια κα­τά των Βουλ­γά­ρων, με την κα­λυμ­μέ­νη συμ­με­το­χή του κρά­τους και φα­νε­ρή των ι­διω­τών, στον πε­ρί­φη­μο Μα­κε­δο­νι­κό α­γώ­να που δι­ήρ­κη­σε μέ­χρι το 1908 και α­πέ­τρε­ψε τον εκ­βουλγα­ρι­σμό της Μα­κε­δο­νί­ας.

Στην Ελ­λά­δα, στον α­πό­η­χο αυ­τών των ε­ξελί­ξε­ων, εκ­δη­λώ­θη­κε το Στρα­τιω­τι­κό Κί­νη­μα στο Γου­δί, το 1909, κλή­θη­κε α­πό την Κρή­τη ο Ε­λευ­θέ­ριος Βε­νι­ζέ­λος και α­νέ­λα­βε την Πρω­θυ­πουρ­γί­α. Πα­ράλ­λη­λα πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε α­να­διορ­γά­νω­ση, εκ­παί­δευ­ση και ε­ξο­πλι­σμός του Στρα­τού (τυ­φέ­κιο Μάν­λι­χερ και πυ­ρο­βό­λο Σναί­δερ) και του Ναυ­τι­κού (ο­λο­κλή­ρω­ση προ­γράμ­μα­τος κυ­βέρ­νη­σης Θε­ο­τό­κη – Α­βέ­ρωφ κ.λπ.), υ­πό την ε­πί­βλε­ψη ξένων στρα­τιω­τι­κών α­πο­στο­λών (γαλ­λι­κή, αγγλι­κή).

Μέ­σα στο ρευ­στό αυ­τό πολι­τι­κο­στρα­τιω­τι­κό πε­ρι­βάλ­λον, α­πό το 1910 άρ­χι­σαν οι ζυ­μώ­σεις με­τα­ξύ των βαλ­κα­νι­κών κρα­τών, τα δε α­πο­τε­λέ­σμα­τα φά­νη­καν αρ­χές του 1912 με την υ­πο­γρα­φή, στις 29 Φε­βρουα­ρί­ου, της Σερ­βο­βουλ­γα­ρι­κής Συν­θή­κης και στις 29 Α­πρι­λί­ου του ί­διου έ­τους υ­πο­γρά­φη­κε η στρα­τιω­τι­κή σύμ­βα­ση με­τα­ξύ των δύ­ο κρα­τών. Α­κο­λού­θη­σε στις 16 Μα­ΐ­ου 1912 η υ­πο­γρα­φή της α­μυ­ντι­κής συμ­φω­νί­ας με­τα­ξύ Ελ­λά­δος και Βουλ­γα­ρί­ας. Με τη Σερβί­α και το Μαυ­ρο­βού­νιο η χώ­ρα μας δεν υ­πέ­γρα­ψε συν­θή­κες, αλ­λά α­ντήλ­λα­ξε ο­μά­δες ε­πι­τε­λεί­ου, για συ­ντο­νι­σμό των ε­πι­χει­ρή­σε­ων. Υ­πό αυ­τές τις συν­θή­κες στις 17 Σεπτεμ­βρί­ου 1912 η χώ­ρα μας ει­σέρ­χε­ται στον Α΄ Βαλ­κα­νι­κό πό­λε­μο, ε­νώ η Αυ­το­κρα­το­ρί­α ο­δη­γή­θη­κε στη Συν­θή­κη του Ου­σύ (15 Ο­κτω­βρί­ου 1912), με την ο­ποί­α τερ­μα­τι­ζό­ταν ο πό­λε­μος με την Ι­τα­λί­α, χά­νο­ντας ό­μως τη Λι­βύη και τα Δω­δε­κά­νη­σα.

Στρα­τιω­τική κατάστα­ση

Ό­πως προ­α­να­φέρ­θη­κε, η κα­κή οι­κο­νο­μι­κή κα­τά­στα­ση της Ο­θω­μα­νι­κής Αυ­το­κρα­το­ρί­ας εί­χε ε­πί­πτω­ση στη μα­χη­τι­κή ι­κα­νό­τη­τα των ε­νό­πλων δυ­νά­με­ων. Με­τά την πα­ρο­χή του νέ­ου Συ­ντάγ­μα­τος άρ­χι­σε η α­να­διορ­γά­νω­ση του Στρα­τού με νό­μο που τέθη­κε σε ι­σχύ στις 9 Ιουλί­ου 1910. Με τη νέ­α οργά­νω­ση, μειώ­θη­κε η ο­ρο­φή και δια­λύ­θη­καν μο­νά­δες χω­ρίς να ορ­γα­νω­θεί ή χω­ρίς να προλάβει να ορ­γα­νω­θεί α­ξιό­πι­στο σύ­στη­μα ε­πι­στρά­τευ­σης. Το ί­διο έ­τος δια­λύ­θη­καν τα Συντάγ­μα­τα πυ­ρο­βο­λι­κού των φρου­ρί­ων Μυ­τι­λή­νης, Χί­ου και Ρόδου και οι μο­νά­δες πυ­ρο­βο­λι­κού υπάχθηκαν στις μο­νά­δες πε­ζι­κού. Απο­φα­σί­στη­κε, ε­πί­σης, η συ­γκέντρω­ση των μι­κρών στρα­τιω­τι­κών τμη­μά­των –επι­πέδου Λό­χου-Δι­μοι­ρί­ας– α­πό τα μι­κρά νη­σιά στις έ­δρες των ταγ­μά­των. Τον Μά­ιο του 1910 άρ­χι­σε η συ­ζή­τη­ση πε­ρί της έ­δρας του Τάγ­μα­τος της Πε­ρι­φέ­ρειας (eyalet) Αρ­χι­πε­λά­γους. Αρχι­κά α­πο­φα­σί­στη­κε η Ρό­δος, ως έ­δρα του πε­ρι­φε­ρειάρ­χη, με­τά ό­μως α­πό πιέ­σεις των διοι­κού­ντων τη Χί­ο και με δε­δο­μέ­νο την κε­ντρι­κή της θέ­ση, την εγ­γύ­τη­τα με την έ­δρα της Με­ραρ­χί­ας (Σμύρ­νη) και την ύ­παρ­ξη στρα­τώ­νων και νο­σο­κο­μεί­ου, άλλα­ξε η α­πό­φα­ση και η Διοί­κη­ση του Τάγ­μα­τος ε­γκα­τα­στά­θη­κε στη Χί­ο.

Η α­πό­συρ­ση των στρα­τιω­τι­κών τμη­μά­των α­πό τα μι­κρά νη­σιά, σύμ­φω­να με την ε­φη­με­ρί­δα Ahenk (Αρ­μο­νί­α ) της Σμύρ­νης, δη­μιούρ­γη­σε αί­σθη­μα ανα­σφά­λειας, λό­γω του ό­τι δεν ε­παρ­κού­σε η Στρα­το­χω­ρο­φυ­λακή. Προς τού­το οι α­πο­φοι­τή­σα­ντες α­πό τις σχο­λές χω­ρο­φυ­λα­κής Θεσσα­λο­νί­κης και Σμύρ­νης το­πο­θε­τή­θη­καν στην πε­ρι­φέ­ρεια Αρ­χι­πε­λά­γους, και έ­χου­με με την έ­ναρ­ξη του Ι­τα­λο­τουρ­κι­κού πο­λέ­μου, στις 29 Σεπτεμ­βρί­ου 1911, α­νά έ­να Τάγ­μα Στρα­το­χω­ρο­φυ­λα­κής μειωμέ­νης σύν­θε­σης σε Ρό­δο, Χί­ο και Λέ­σβο. Η στρα­τη­γι­κή ό­μως της α­πό­συρ­σης των δυ­νά­με­ων α­πό τα νη­σιά α­πο­δεί­χθη­κε λαν­θα­σμέ­νη, ό­πως έ­δει­ξαν τα α­πο­τε­λέ­σμα­τα των ε­πι­χει­ρή­σε­ων, διό­τι με την α­δυ­να­μί­α του Ο­θω­μα­νι­κού Ναυ­τι­κού να πα­ρέ­χει υ­πο­στή­ρι­ξη και να δια­θέτει πλοί­α για με­τα­φο­ρά τμη­μά­των και πυ­ρο­μα­χι­κών, οι με­τα­φο­ρές γίνονταν με ελ­λη­νι­κά πλοί­α (ελ­λη­νι­κής ι­διο­κτη­σί­ας) και μά­λι­στα σε καιρό πο­λέ­μου.

Το Τουρ­κι­κό Ναυ­τι­κό, στις αρ­χές του 20ού αιώ­να, υ­περ­τε­ρού­σε του Ελλη­νι­κού σε α­ριθ­μό μο­νά­δων και σε ε­πι­χει­ρη­σια­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά. Με­τά το ε­πει­σό­διο α­νάρ­τη­σης της ελ­λη­νι­κής ση­μαί­ας στο Φρού­ριο Χα­νί­ων, στις 13 Ιουλί­ου 1909, κα­τά το ο­ποί­ο το Οθω­μα­νι­κό Ναυ­τι­κό α­πεί­λη­σε με α­πό­βα­ση, το Υ­πουρ­γεί­ο Ναυ­τι­κών, με τη βο­ή­θεια α­πο­στο­λών α­πό Γαλ­λί­α και Αγ­γλί­α, άρ­χι­σε την α­να­διορ­γά­νω­ση του Ελλη­νι­κού Ναυ­τι­κού (εκ­παί­δευ­ση, σχέ­δια κ.λπ.) ε­νώ πα­ράλ­λη­λα εισέρ­χο­νταν οι νέ­ες ναυ­τι­κές μο­νά­δες στη δύ­να­μη του Στό­λου.

Έ­τσι, πα­ρα­μο­νές του Α΄ Βαλ­κα­νι­κού πο­λέ­μου, πα­ρα­τη­ρεί­ται μια ποιο­τι­κή δια­φο­ρά του Ναυ­τικού μας, κυ­ρί­ως λό­γω του θω­ρη­κτού «Α­βέ­ρωφ» αλ­λά και των άλ­λων νέ­ων μο­νά­δων σε τα­χύ­τη­τα και ι­σχύ πυ­ρός (ρυθ­μός βο­λής ο­θω­μα­νι­κών θω­ρη­κτών 1 βλή­μα/2 λε­πτά, ενώ το «Α­βέ­ρωφ» εί­χε ρυθ­μό 2 βλή­μα­τα/λε­πτό).

Α­πό πλευ­ράς στρα­τη­γι­κής, το Τουρ­κι­κό Ναυ­τι­κό υ­στέ­ρη­σε χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά. Στην ου­σί­α, ε­νήρ­γη­σε μέ­χρι αρχές Δεκεμ­βρί­ου 1912 ως μια πλω­τή χερ­σαί­α δύ­να­μη στη Μαύ­ρη Θά­λασ­σα αρ­χι­κά και στην Προ­πο­ντί­δα στη συ­νέ­χεια. Σε τού­το συ­ντέ­λε­σαν οι πα­ρα­κά­τω λό­γοι:

  • Η α­νά­γκη ά­μυ­νας στη Μαύ­ρη Θά­λασ­σα για προ­στα­σί­α των Στε­νών και της Κων­στα­ντι­νού­πο­λης α­πό τη Βουλ­γα­ρί­α και ο μό­νι­μος φό­βος ε­μπλο­κής της Ρω­σί­ας
  • Η τα­χεί­α προ­έ­λα­ση των βουλ­γα­ρι­κών δυ­νά­με­ων μέχρι τη γραμ­μή Τσα­τάλ­τζα-Ση­λυ­βρί­α και η α­νά­γκη α­να­κο­πής της προ­έ­λα­σης με το ναυ­τι­κό πυ­ρο­βο­λι­κό
  • Η κα­κή εκ­παί­δευ­ση του προ­σω­πι­κού (έλλει­ψη νυ­κτε­ρι­νής εκ­παί­δευ­σης), η ε­πι­χει­ρη­σια­κή υ­πε­ρο­χή του Ελλη­νι­κού Ναυ­τι­κού και η έλ­λει­ψη πλη­ρο­φο­ριών
  • Οι δια­φο­ρές που υ­πήρ­χαν με­τα­ξύ Υ­πουργεί­ου Στρα­τιω­τι­κών, Γε­νι­κού Ε­πι­τε­λεί­ου και Αρ­χη­γεί­ου του Στό­λου.

Α­ντί­θε­τα, από ε­νάρ­ξε­ως του πο­λέ­μου, η ε­πι­θε­τι­κή τα­κτι­κή που ε­φάρ­μοσε το Ελλη­νι­κό Ναυ­τι­κό, με την τα­χεί­α κατά­λη­ψη Ίμ­βρου-Τε­νέ­δου-Λή­μνου-Θά­σου και Σα­μο­θρά­κης και τη δη­μιουρ­γί­α προ­χω­ρη­μέ­νης ναυ­τι­κής βά­σης στο Μού­δρο, ε­πέ­τρε­ψε να α­πο­κτή­σει τον α­πό­λυ­το έ­λεγ­χο του Αι­γαί­ου και να απο­τρέ­ψει τη με­τα­φο­ρά ε­φε­δρειών α­πό τη Μι­κρά Α­σί­α στη Μακε­δο­νί­α, πα­ράλ­λη­λα δε να δη­μιουρ­γή­σει τις προ­ϋ­πο­θέ­σεις για α­πε­λευ­θέ­ρω­ση και των υπόλοιπων νη­σιών του Αι­γαί­ου.

Ο Ελληνικός Στρατός στο Κλαπάδο. (lesvosnews.net)

Ο Τουρ­κι­κός τα­κτι­κός Στρα­τός στη Λέ­σβο, υ­πό τον Ταγ­μα­τάρ­χη Βα­σίφ Μπέ­η (Vasıf Bey), ο ο­ποί­ος α­νέ­λα­βε κα­θή­κο­ντα τον Μά­ιο του 1912, υ­πα­γό­ταν στο 18ο Σύ­νταγ­μα της 6ης Με­ραρ­χί­ας της Σμύρ­νης. Φθά­νο­ντας στο νη­σί, ο Βα­σίφ Μπέ­ης προ­έ­βη σε λε­πτο­με­ρή α­να­γνώ­ρι­ση του ε­δά­φους και βά­σει ο­δηγιών, λό­γω της α­πει­λής για α­πό­βα­ση των Ι­τα­λών, ε­πέ­λε­ξε ως τε­λι­κή το­πο­θεσί­α α­μύ­νης τα υ­ψώ­μα­τα πέ­ριξ του ο­θω­μα­νι­κού χω­ριού Κλα­πά­δος και δυ­τι­κά της Πέ­τρας, ώ­στε να υ­πάρ­χει δυ­να­τό­τη­τα δια­φυ­γής α­πέ­να­ντι μέ­σω Μο­λύ­βου. Οργά­νω­σε την το­πο­θε­σί­α, έ­φτια­ξε α­πο­θή­κες εκ­στρα­τεί­ας, α­μυ­ντι­κά ο­ρύγ­μα­τα, α­νέ­πτυ­ξε ε­πι­κοι­νω­νί­ες και πο­λε­μι­κό στρα­τη­γεί­ο. Με την κή­ρυ­ξη της ε­πι­στρά­τευ­σης, εί­χε στη διά­θεσή του 2 λό­χους τα­κτι­κού στρα­τού (7ο-8ο), 4 Τάγ­μα­τα ε­φέ­δρων (Μυ­τι­λή­νης-Μο­λύ­βου-Κλα­πά­δου και Πα­ρα­κοί­λων), 1 τάγ­μα ε­φέ­δρων του Δι­κε­λί, 1 ο­ρει­βα­τι­κή πυ­ρο­βο­λαρ­χί­α και 1 δι­μοι­ρί­α πο­λυ­βό­λων. Τις δυ­νάμεις αυ­τές τις ορ­γά­νω­σε σε 2 συ­ντάγ­μα­τα μειω­μέ­νης δύ­να­μης (συ­νο­λι­κά 1.650 άν­δρες). Με την α­πο­στρά­τευ­ση μο­νά­δων που α­πο­φα­σί­στη­κε, το Τάγ­μα ε­φέ­δρων του Δι­κε­λί δια­λύ­θη­κε και πέ­ρα­σε α­πέ­να­ντι και στη θέ­ση του δια­τέ­θη­καν ο 5ος και 6ος λό­χος του 18ου Συ­ντάγ­ματος, που βρι­σκό­ταν στα Βουρ­λά. Με την πρόσκλη­ση των χρι­στια­νών υ­πό τα ό­πλα, η συ­νο­λι­κή δύ­να­μη α­νήλθε σε 1.000 μου­σουλ­μά­νους και 750 χρι­στια­νούς, α­πό τους ο­ποί­ους οι 600 του τα­κτι­κού στρα­τού και οι λοι­ποί ε­πί­στρα­τοι. Αν στη δύ­να­μη αυ­τή προ­στε­θούν και γύ­ρω στους 500 ε­θε­λο­ντές που κα­τα­τά­χθη­καν λί­γο πριν την α­πό­βα­ση, η συ­νολι­κή δύ­να­μη α­νήλ­θε σε 2.250 άν­δρες.

Εν τω με­τα­ξύ, μέ­σα Ο­κτω­βρί­ου, λή­φθη­κε δια­τα­γή α­πό τη Με­ραρ­χί­α να ορ­γα­νω­θεί η άμυ­να της νή­σου με ε­φέ­δρους και να με­τα­φερ­θεί ο τα­κτι­κός στρα­τός στην Α­να­το­λή. Πράγ­μα­τι 19-20 Ο­κτω­βρί­ου 1912 μια ο­ρει­βα­τι­κή πυ­ρο­βο­λαρ­χί­α και μια δι­μοι­ρί­α μυ­δρα­λιο­βό­λων πέ­ρα­σε στο Δι­κε­λί, το δε τάγ­μα στις 18 Ο­κτω­βρί­ου ξε­κί­νη­σε α­πό το πο­λε­μι­κό στρα­τη­γεί­ο που ή­ταν στη ση­με­ρι­νή Κώ­μη, με σκο­πό να περά­σει α­πέ­να­ντι, στο Δι­κε­λί. Με­τά α­πό ε­νέργειες του Βα­λή (Νο­μάρ­χης) Ε­κρέμ Μπέ­η, πα­ρά την κρι­τι­κή που του α­σκούν οι Τούρ­κοι ι­στο­ρι­κοί, προς το Υ­πουρ­γεί­ο Στρα­τιω­τι­κών, α­πο­φεύχθη­κε η α­πο­μά­κρυν­ση του τάγ­μα­τος, πλην του Διοι­κη­τή που α­να­χώ­ρη­σε για Κων­στα­ντι­νού­πο­λη και στη θέ­ση του το­πο­θε­τή­θη­κε ο Ταγ­μα­τάρ­χης Α­βδούλ­γκα­νι Μπέ­ης (Abdülgani Bey). To Τάγ­μα (Διοί­κη­ση) ε­πέ­στρε­ψε στο Κά­στρο της Μυ­τι­λή­νης ό­που εί­χε έ­ναν λό­χο, και α­πό έ­ναν λό­χο σε Μό­λυ­βο και Πα­ρά­κοι­λα, έ­βγα­λε περι­πό­λους και άρ­χι­σε την ορ­γά­νω­ση της ά­μυ­νας.

Γε­γονότα προ της απε­λευθέρω­σης

Στις 15 Ο­κτω­βρί­ου 1912 η Σερ­βί­α και η Βουλ­γα­ρί­α, με α­φορ­μή με­θο­ρια­κά ε­πει­σό­δια, κή­ρυ­ξαν γε­νι­κή ε­πι­στρά­τευ­ση και μέ­σω του Βούλ­γα­ρου πρέ­σβη ζή­τη­σαν να πρά­ξει το ί­διο και η Ελ­λά­δα. Ο Βα­σι­λιάς α­που­σί­α­ζε στο ε­ξω­τε­ρι­κό, αλ­λά ο Διά­δο­χος Κων­στα­ντί­νος συμ­φώ­νησε με την ο­μό­φω­νη πρό­τα­ση του υ­πουρ­γι­κού συμ­βου­λί­ου και υ­πέ­γρα­ψε το διά­ταγ­μα της ε­πι­στρά­τευ­σης για νύ­κτα 17 προς 18 Σεπτεμ­βρίου.

Στις 4 Ο­κτω­βρί­ου κή­ρυ­ξαν τον πό­λε­μο κα­τά της Ο­θω­μα­νι­κής Αυ­το­κρα­το­ρί­ας η Σερ­βί­α και η Βουλ­γα­ρί­α, με α­φορ­μή την α­πόρ­ρι­ψη των ό­ρων του δια­βή­μα­τος της 3ης Ο­κτω­βρί­ου 1912 προς την Υ­ψη­λή Πύ­λη, η ο­ποί­α κα­θυ­στε­ρώ­ντας να α­πα­ντή­σει στην ελ­λη­νι­κή ρη­μα­τι­κή δια­κοί­νω­ση της 30ής Σεπτεμβρί­ου και μη α­ντι­δρώ­ντας στην εί­σο­δο Κρη­τών βου­λευ­τών την 1η Ο­κτω­βρί­ου στην Ελ­λη­νι­κή Βου­λή, προ­σπά­θη­σε του­λά­χι­στον να ε­πι­τύ­χει την ου­δε­τε­ρό­τη­τα της χώ­ρας μας.

Τε­λι­κά την 5η Ο­κτω­βρί­ου ο Έλ­λη­νας Πρέ­σβης στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη ε­πέ­δω­σε την α­να­κοί­νωση κη­ρύ­ξε­ως του πο­λέ­μου στο Ο­θω­μα­νι­κό Υ­πουρ­γεί­ο Ε­ξω­τε­ρι­κών, ε­νώ στις 1300 ώ­ρα α­πέ­πλευ­σε α­μέ­σως α­πό τον Φα­λη­ρι­κό όρ­μο ο Στό­λος του Αι­γαί­ου με 28 πλοί­α συ­νο­λι­κά και το ε­πί­τα­κτο α­τμό­πλοιο Πη­νειός, με δι­λο­χί­α του 20ού Συ­ντάγ­μα­τος. Ε­πικε­φα­λής τέ­θη­κε ο Αρ­χη­γός του Στό­λου Υ­πο­ναύ­αρ­χος Κου­ντου­ριώ­της, ο ο­ποί­ος ε­πέ­βαι­νε ε­πί του θω­ρη­κτού «Α­βέ­ρωφ».

Πα­ράλ­λη­λα με την τα­χύ­τα­τη προ­έ­λα­ση των χερ­σαί­ων στρα­τευ­μά­των στην η­πειρω­τι­κή Ελ­λά­δα, ο Στό­λος στις 8 Ο­κτωβρί­ου α­πε­λευ­θε­ρώ­νει χω­ρίς ου­σια­στι­κή α­ντί­στα­ση τη Λή­μνο, ε­γκα­θι­στά προ­χω­ρη­μέ­νη ναυ­τι­κή βά­ση στο Μού­δρο και ε­ξα­σφα­λί­ζει τον έ­λεγ­χο της ναυ­σι­πλο­ΐ­ας στο Αι­γαί­ο. Στις 18 Ο­κτω­βρί­ου α­πε­λευ­θε­ρώ­νε­ται η Ίμ­βρος, στις 19 Ο­κτω­βρί­ου η Σα­μο­θρά­κη, στις 21 Ο­κτω­βρί­ου τα Ψα­ρά, στις 24 Ο­κτω­βρί­ου η Τέ­νε­δος και στις 4 Νο­εμ­βρί­ου η Ι­κα­ρί­α. Έ­τσι, ε­ξα­σφα­λί­ζε­ται ο α­πό­λυ­τος έ­λεγ­χος στο Αι­γαί­ο, φράσ­σο­νται με μό­νι­μη ναυ­τι­κή πε­ρι­πο­λί­α τα Στε­νά του Ελ­λη­σπό­ντου, ε­γκλω­βί­ζε­ται ο Ο­θω­μα­νι­κός Στό­λος και α­πα­γο­ρεύ­ε­ται η με­τα­φορά ε­νι­σχύ­σε­ων στο μέ­τω­πο της Μα­κε­δο­νί­ας. Α­πο­μέ­νουν μό­νο υ­πό ο­θω­μα­νι­κή κα­το­χή η Λέ­σβος και η Χί­ος.

Εν τω με­τα­ξύ οι χερ­σαί­ες ε­πι­χει­ρή­σεις ε­ξε­λίσ­σο­νται ευ­νο­ϊ­κά και με­τά την α­πε­λευ­θέ­ρω­ση της Δυ­τι­κής και Κε­ντρικής Μα­κε­δο­νί­ας στις 26 Ο­κτω­βρί­ου α­πε­λευθε­ρώ­νε­ται η Θεσ­σα­λο­νί­κη. Η Βουλ­γα­ρί­α, απο­τυγ­χά­νο­ντας να κα­τα­λά­βει τη Θεσ­σα­λο­νί­κη, ε­πι­χει­ρεί απε­λευ­θέ­ρω­ση-κα­τά­λη­ψη του Α­γί­ου Ό­ρους, και δύ­να­μη 35.000 αν­δρών, με ε­πι­κε­φα­λής τον Στρα­τη­γό Θο­ε­δω­ρώφ, προ­ε­λαύ­νει τέ­λη Ο­κτω­βρί­ου προς Χαλ­κι­δι­κή. Η ελ­λη­νι­κή κυ­βέρ­νη­ση δια­τάσ­σει α­μέ­σως τον Στό­λο να κα­τα­λά­βει το Ά­γιον Ό­ρος (τη νύ­κτα 1 προς 2 Νο­εμβρί­ου). Μοί­ρα του Στό­λου α­πο­τε­λού­με­νη α­πό το «Α­βέ­ρωφ», το Α/Τ «Θύ­ελ­λα» και τα α­νι­χνευ­τι­κά «Ιέ­ραξ» και «Πάνθηρ», με μι­κρά ναυ­τι­κά α­γή­μα­τα, πλέ­ει με τη μέ­γι­στη τα­χύ­τη­τα προς Ά­γιον Ό­ρος. Πρώ­τη φθά­νει η «Θύ­ελ­λα» την 3η Νο­εμβρί­ου και ώ­ρα 0800 στη Δάφ­νη και α­πο­βι­βά­ζει το μι­κρό άγη­μα το ο­ποί­ο κι­νεί­ται α­μέ­σως προς Κα­ρυές. Τα βουλ­γα­ρι­κά στρα­τεύ­μα­τα ει­δο­ποι­ή­θη­καν α­πό τη Μο­νή Ζω­γρά­φου για τις ε­ξε­λί­ξεις και α­νέ­κο­ψαν την προ­έ­λα­ση. Έτσι, α­πο­φεύ­χθη­κε ο εκ­σλα­βι­σμός του Α­γί­ου Ό­ρους.

Συγ­χρό­νως τα βουλ­γα­ρι­κά στρα­τεύ­μα­τα προέλασαν τα­χύ­τα­τα προς Κων­στα­ντι­νούπο­λη και μέ­σα Ο­κτω­βρί­ου έ­φθα­σαν μέ­χρι την Τσα­τάλ­τζα (Çatalca). Τού­το θο­ρύ­βη­σε την ελ­λη­νι­κή κυ­βέρ­νη­ση και στις 16 Ο­κτω­βρί­ου το Υ­πουρ­γεί­ο Ναυ­τι­κών ζή­τη­σε με σή­μα τη συλ­λο­γή πλη­ρο­φο­ριών για τις ε­χθρικές δυ­νά­μεις στη χερ­σό­νη­σο Καλ­λι­πό­λε­ως και στις νή­σους Λέ­σβο και Χί­ο.[7] Την 20ή Ο­κτω­βρί­ου το Υ­πουρ­γεί­ο ε­πα­να­λαμ­βά­νει τις προ­θέ­σεις του για α­ποβα­τι­κή ε­νέρ­γεια προς Καλ­λί­πο­λη, ε­νη­με­ρώ­νει τον Ναύ­αρ­χο ό­τι η φρου­ρά της ευ­ρω­πα­ϊ­κής α­κτής των Δαρ­δα­νε­λί­ων α­ποτε­λεί­ται α­πό τρί­α τάγ­μα­τα πε­ζι­κού χω­ρίς πυ­ρο­βο­λι­κό, ζητά πλη­ρο­φο­ρί­ες για Λέ­σβο-Χί­ο και κα­τα­λή­γει «Η ε­πι­χεί­ρη­σις κα­τα­λή­ψε­ως Νή­σων ε­κτε­λε­σθή­σε­ται ά­νευ α­πω­λεί­ας χρό­νου, πα­ρα­σκευα­ζο­μένης ά­μα εκ­βιά­σε­ως Δαρ­δα­νελ­λί­ων, ή­τις α­νά­γκη τε­λε­σθή ε­ντός ερ­χο­μέ­νης ε­βδο­μά­δος, διό­τι πό­λε­μος λή­γει τα­χέ­ως, έ­νε­κα προ­ε­λά­σε­ως ορ­μη­τι­κής Βουλ­γά­ρων προς Τσα­τάλ­τζαν, νι­κού­ντων κα­τά κρά­τος στρα­τόν Να­ζήμ Πασ­σά».

Πα­ρα­τη­ρού­με, λοι­πόν, ό­τι στις προ­θέ­σεις της ελ­λη­νι­κής κυ­βέρ­νη­σης ή­ταν να ε­μπλα­κούν οι ελ­λη­νι­κές δυ­νά­μεις σε επι­χεί­ρη­ση υ­πε­ρά­νω των δυ­να­το­τή­των των, η ο­ποί­α α­παι­τού­σε κα­τάλ­λη­λες και ει­δι­κά ε­φο­δια­σμέ­νες και εκ­παι­δευ­μέ­νες δυ­νά­μεις και έ­θε­τε σε δεύ­τε­ρη προ­τε­ραιό­τη­τα τα νη­σιά Λέ­σβο και Χί­ο. Ευ­τυ­χώς η σω­φρο­σύ­νη του Ναυάρ­χου Κου­ντου­ριώ­τη και οι εξε­λί­ξεις άλ­λα­ξαν τα σχέ­δια και α­πο­φεύ­χθη­κε μια ά­σκο­πη πολε­μι­κή πε­ρι­πέ­τεια, διό­τι ή­ταν σί­γου­ρο ό­τι οι Με­γά­λες Δυνά­μεις, συ­μπε­ρι­λαμβα­νομέ­νης και της Ρω­σί­ας δεν θα ε­πέ­τρε­παν, ό­πως και έ­γι­νε, να κα­τα­λη­φθεί η Κων­στα­ντι­νού­πο­λη και να κα­τα­λυ­θεί πλή­ρως το οθω­μα­νι­κό κρά­τος. Την 21ηΟ­κτω­βρί­ου α­πα­ντά ο Αρ­χη­γός του Στό­λου στο Υ­πουρ­γεί­ο ό­τι «Ε­πί του πα­ρό­ντος λό­γω κα­κών και­ρι­κών συν­θη­κών α­δυ­να­τεί συλ­λέ­ξει πλη­ρο­φο­ρί­ες για Καλ­λί­πο­λη, Λέ­σβο και Χί­ο, ε­πι­χεί­ρη­ση προς Καλλί­πο­λη εί­ναι ε­πι­κίν­δυ­νος και α­παι­τεί του­λά­χι­στον 6.000 εκ­παι­δευ­μέ­νους άν­δρες και α­πο­βα­τι­κά μέ­σα, για δε Λέ­σβο και Χί­ο ε­παρ­κεί δύ­να­μις 2.000 αν­δρών συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου του ναυ­τι­κού α­γή­μα­τος 600 αν­δρών». Στο τη­λε­γρά­φη­μα του Ναυάρ­χου α­πα­ντά αυ­θη­μερόν το Υ­πουρ­γεί­ο και ε­νη­με­ρώ­νει, με βά­ση λαν­θα­σμέ­νες πλη­ρο­φο­ρί­ες, ό­τι η φρου­ρά της Χί­ου α­πο­τε­λείται α­πό 520 άν­δρες (εκ των ο­ποί­ων οι 120 εί­ναι χρι­στια­νοί) και 4 ο­ρει­βα­τι­κά πυ­ρο­βό­λα, δια­τάσ­σο­ντας πα­ράλ­λη­λα την κα­τά­ληψή της με το ναυ­τι­κό ά­γη­μα και τη διλο­χί­α Κο­ντα­ρά­του.

Την 22α Ο­κτω­βρί­ου δια­τάσ­σο­νται τα πλοί­α «Σφεν­δό­νη» και «Λόγ­χη» να πε­ρι­πλεύ­σουν α­ντί­στοι­χα Χίο και Λέ­σβο για συλ­λο­γή πλη­ρο­φο­ριών. Τη νύ­κτα 22/23 Ο­κτω­βρί­ου, στο δί­αυ­λο Λέ­σβου-Μι­κρα­σια­τι­κών πα­ρα­λί­ων, η «Λόγ­χη» συ­νά­ντη­σε έ­να τρεχα­ντή­ρι, στο ο­ποί­ο ε­πι­βί­βα­σε έ­ναν Μυ­τιλη­νιό που εί­χε πα­ρα­λά­βει α­πό το Μού­δρο και το ρυ­μούλ­κη­σε μέ­χρι το μέ­σον του νό­τιου λι­μέ­να χω­ρίς να γί­νει α­ντι­ληπτή. Την επομένη πε­ρί τα με­σά­νυ­χτα πα­ρέ­λα­βε τον πλη­ρο­φο­ριο­δό­τη α­πό ε­ρη­μι­κή α­κτή και ε­πέ­στε­ψε στο Μού­δρο.

Στις 2 Νο­εμ­βρί­ου ο Στό­λος δια­βι­βά­ζει τις πλη­ρο­φο­ρί­ες στο Υ­πουρ­γεί­ο, και για τη Λέ­σβο α­να­φέ­ρει ό­τι η φρου­ρά α­πο­τελεί­ται α­πό 1.400 άν­δρες, εκ των ο­ποί­ων οι 300 εί­ναι χρι­στια­νοί και ό­τι οι πο­λι­τι­κές Αρχές δεν θα εί­χαν α­ντίρ­ρη­ση να πα­ρα­δώ­σουν τη νή­σο, αλ­λά ο στρα­τιω­τι­κός διοι­κη­τής θα προ­βάλ­λει κα­τά πά­σα πι­θα­νό­τη­τα α­ντί­στα­ση στην ύ­παι­θρο.[8]

Ο Αρ­χη­γός του Στό­λου εί­χε διαρ­κώς στη σκέ­ψη του τον Ο­θω­μα­νι­κό Στό­λο, ο ο­ποί­ος α­πο­τε­λού­σε τον κύ­ριο α­ντι­κει­με­νι­κό σκο­πό, και πράγ­μα­τι οι ε­ξε­λί­ξεις τον δι­καί­ω­σαν, διότι τού­τος έ­πλευ­σε στην Προ­πο­ντί­δα για να α­να­χαι­τί­σει με ναυ­τι­κό πυ­ρο­βο­λι­κό και ναυ­τι­κά α­γή­ματα, ό­πως και έ­πρα­ξε, τα βουλ­γα­ρι­κά στρα­τεύ­μα­τα.

Πα­ράλ­λη­λα, η ε­πί ο­λί­γον ο­πι­σθο­χώ­ρη­ση της V Με­ραρ­χί­ας στη Κο­ζά­νη και η α­νά­γκη ε­νί­σχυσης του με­τώ­που άλ­λαξαν τα σχέ­δια, μα­ταιώ­θη­κε ο σχε­δια­σμός για α­πό­βα­ση στη Καλ­λί­πο­λη, α­να­βλή­θη­κε η κα­τά­λη­ψη της Χί­ου και δια­τά­χθη­κε, στις 25 Ο­κτω­βρί­ου, να μεί­νει ο Στό­λος συ­γκε­ντρω­μέ­νος στο Μού­δρο. Την 26η Ο­κτω­βρί­ου, με­τά την α­πε­λευ­θέ­ρω­ση της Θεσ­σα­λο­νί­κης, φθά­νουν πλη­ρο­φο­ρί­ες πε­ρί πι­θα­νής ε­νέργειας του Τουρ­κι­κού Στό­λου για κα­τά­ληψη της Σμύρ­νης και προς τού­το εκ­δί­δε­ται λε­πτο­με­ρής δια­τα­γή ε­πι­χει­ρή­σε­ων του Στό­λου στο Αι­γαί­ο, στην ο­ποί­α φαί­νε­ται το ε­πι­θε­τικό πνεύ­μα του Ναυάρ­χου, ο ο­ποί­ος α­να­φέ­ρει: «Γνω­ρί­ζο­μεν ε­πο­μέ­νως υ­μίν ό­τι η ε­νέρ­γεια του η­με­τέ­ρου Στό­λου έ­σε­ται σθε­να­ρώς ε­πι­θε­τι­κή».[9]

Εν τω με­τα­ξύ η κα­τά­στα­ση στη νή­σο εί­χε ε­πι­δει­νω­θεί, ο πολι­τι­κός Διοι­κη­τής (Mutassarıf) Ali Faik Ozansoy[10] α­πό την 20ή Σεπτεμ­βρί­ου 1909, πι­στός στην πο­λι­τι­κή του κο­μι­τά­του, προ­σπά­θη­σε να ε­πα­ναφέ­ρει την α­πο­κλει­στι­κή χρή­ση της ο­θω­μα­νι­κής γλώσ­σας στα ε­πί­ση­μα έγ­γρα­φα, και οι μου­σουλ­μά­νοι, με την α­νο­χή της στρα­το­χω­ρο­φυ­λα­κής, άρ­χι­σαν βί­αια ε­πει­σό­δια σε Πη­γή, Πο­λυχνί­το κ.λπ. Οι Δε­σπο­τά­δες και οι Δη­μο­γε­ροντί­ες δια­μαρ­τυ­ρή­θη­καν στις το­πι­κές Αρχές και στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη.[11]

Στις 30 Αυ­γού­στου διο­ρί­στη­κε για δεύ­τε­ρη φο­ρά Βα­λής (Νο­μάρ­χης) του Αρ­χι­πε­λά­γους, με έ­δρα τη Μυ­τι­λή­νη (Cezair-i Bahr-i Sefid Valiliği), ο ποι­ητής και συγ­γρα­φέ­ας Α­λί Ε­κρέμ Μπο­λα­γίρ (Αli Ekrem Bolayır), γιος του με­γά­λου Τούρ­κου ποι­η­τή και Διοι­κη­τή της Λέ­σβου α­πό το 1879/84 Να­μίκ Κε­μάλ (Namik Kemal). O Ε­κρέμ έ­φθασε στη Μυ­τι­λή­νη στις 19 Σεπτεμ­βρί­ου 1912 και γέ­μι­σε ελ­πί­δα τους κα­τοί­κους, α­φε­νός λό­γω της κα­λής ε­μπει­ρί­ας α­πό την πρώ­τη πε­ρί­ο­δο (1906/09) που ή­ταν Μου­τα­σα­ρί­φης και α­φε­τέ­ρου λό­γω της θη­τεί­ας του ε­πί 18 χρό­νια στη γραμ­ματεί­α της Υ­ψη­λής Πύ­λης. Θε­ω­ρεί­το προ­σκεί­με­νος στον Σουλ­τά­νο και ά­ρα α­ντί­θε­τος στο Κο­μι­τά­το, καί­τοι εί­χε γρά­ψει ποι­ή­μα­τα υ­πέρ αυ­τού. Μαζί με τον Φαίκ ή­ταν μέ­λη του φι­λο­λο­γι­κού πε­ριο­δι­κού Servet-i Fünun (ο πλού­τος των τε­χνών), α­πό το ο­ποί­ο το 1900 ο Ε­κρέμ α­πο­χώ­ρη­σε με­τά α­πό έ­να κρι­τικό δη­μο­σί­ευ­μα. Αρ­χές του 20ού αιώ­να στη Κων­στα­ντι­νού­πο­λη εί­χε δη­μιουρ­γη­θεί χά­σμα στη τά­ξη των λό­γιων και μορ­φω­μέ­νων Ο­θωμα­νών, οι ο­ποί­οι ε­πι­θυ­μού­σαν το τέ­λος μεν της α­πο­λυ­ταρ­χικής πε­ριό­δου του Α­μπτουλ­χα­μίτ, αλ­λά δια­φω­νού­σαν με τις ι­δέ­ες του Κο­μι­τά­του και πράγ­μα­τι εί­χαν δί­κιο, με βά­ση τις μελ­λο­ντι­κές ε­ξε­λί­ξεις (διώ­ξεις και σφα­για­σμοί μειο­νο­τή­των, ε­μπλο­κή στρα­τού στη πο­λι­τι­κή και τε­λι­κά διά­λυ­ση της αυ­το­κρα­το­ρί­ας).Τέ­τοια ή­ταν η α­ντι­πά­θεια του Φαίκ προς τον Ε­κρέμ που αν και ή­ταν ά­με­σα προ­ϊ­στά­μενός του πέρα­σαν τρεις η­μέ­ρες για να τον ε­πι­σκε­φθεί.[12]

Η ε­πι­κρα­τού­σα κα­τά­στα­ση στην πλευ­ρά των κα­τα­κτη­τών ή­ταν πο­λύ ά­σχη­μη και α­ντα­να­κλού­σε τη γε­νι­κή α­δυ­να­μί­α στην όποια εί­χε πε­ριέλ­θει η άλ­λο­τε κρα­ταιά αυ­το­κρα­το­ρί­α. Ο πολι­τι­κός Διοι­κη­τής του Σα­ντζα­κί­ου της Λέ­σβου Φαίκ Α­λί Μπέ­η ( Faik Ali Bey) ήλ­θε σε ρή­ξη με τον Διοι­κη­τή του τάγ­μα­τος στρα­το­χω­ρο­φυ­λα­κής (Jandarma) Ταγ­μα­τάρ­χη Ε­κρέμ και με­τά α­πό ε­νέρ­γειες στην Πό­λη και με τη βο­ή­θεια του το­πι­κού ελ­λη­νι­κού Τύ­που πέτυ­χε την α­πο­μά­κρυν­σή του και τη με­τά­θε­ση στα Γιάν­νε­να, Διοι­κη­τής δε του τάγ­μα­τος ο­ρί­στη­κε ο Λο­χα­γός Ε­μίν Ε­φέ­ντη. Ο ε­πι­κε­φα­λής του Αρ­χι­πε­λά­γους, πο­λιτι­κός Διοι­κη­τής Α­λή Ε­κρέμ, ε­πη­ρε­α­σμέ­νος προ­φα­νώς α­πό το Σύ­νταγ­μα που είχε πα­ρα­χω­ρή­σει ο Σουλ­τά­νος κά­τω α­πό την πί­ε­ση των Νε­ό­τουρ­κων, α­σχο­λεί­το με τη δη­μιουρ­γί­α νέ­ας συ­νοι­κί­ας στη περιο­χή του Κά­στρου με την ε­πω­νυ­μί­α Meşrutiyet (Σύ­νταγ­μα).

Ο Τούρ­κος συγ­γρα­φέ­ας İdris Bostan α­να­φέ­ρει στο βι­βλί­ο του Η­με­ρο­λό­γιο Κα­τά­λη­ψης της Μυ­τι­λή­νης – 1912 ό­τι υ­πήρ­χαν δια­φο­ρές με­τα­ξύ των πο­λι­τι­κών και στρα­τιω­τι­κών Αρχών στη Λέ­σβο, οι ο­ποί­ες α­πο­δει­κνύ­ουν την έλ­λει­ψη ε­νη­μέ­ρω­σης και πλη­ρο­φό­ρη­σης για τον ε­περ­χό­με­νο κίν­δυ­νο, πα­ρου­σιά­ζει δε ως πα­ρά­δειγ­μα την προ­α­να­φερ­θεί­σα α­πο­μά­κρυν­ση του Διοι­κητού του τάγ­μα­τος στρα­το­χω­ρο­φυ­λα­κής Ταγ­μα­τάρ­χη Ε­κρέμ και την α­δρά­νεια του Μου­τα­σα­ρί­φη Α­λί Ε­κρέμ Μπο­λα­γίρ. Α­ντί­θε­τα ε­πι­ση­μαί­νει την α­νη­συ­χί­α του α­πελ­θό­ντα Μου­τα­σα­ρί­φη Φαίκ Α­λί, ο ο­ποί­ος βλέ­πο­ντας τις κι­νή­σεις, α­πό τον Ιού­νιο του 1912, του Ελλη­νι­κού Ναυ­τι­κού στο Αι­γαί­ο προ­σπά­θη­σε με συ­νε­χή τη­λε­γρα­φή­μα­τα να πα­ρα­κι­νή­σει το εν­δια­φέ­ρον του Οθω­μα­νι­κού Ναυ­τι­κού και να ε­ξέλ­θει των Στε­νών. Ό­ταν δε άρ­χι­σε η χω­ρίς ου­σια­στική α­ντί­στα­ση α­πε­λευ­θέ­ρω­ση των νη­σιών α­πό το Ελλη­νι­κό Ναυ­τι­κό, η Με­ραρ­χί­α της Σμύρ­νης α­ντί να ε­νι­σχύ­σει τα υ­πό­λοι­πα νη­σιά α­πέ­συ­ρε δυ­νά­μεις. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό πα­ρά­δειγ­μα της κα­κής διοί­κη­σης ή­ταν το γε­γο­νός που συ­νέ­βη­κε με­τά την α­πε­λευ­θέ­ρω­ση της Λή­μνου κα­τά το ο­ποί­ο ο έ­παρ­χος της Ίμβρου Λουτ­φί (lütfi), α­ντι­λαμ­βα­νό­με­νος ό­τι ε­πί­κει­ται κα­τά­λη­ψη του νη­σιού, ζή­τη­σε α­πό τον Βα­λή Ε­κρέμ την ά­δεια, ο ο­ποί­ος την έ­δω­σε, και μα­ζί με τμή­μα χω­ρο­φυ­λακής, υ­παλ­λή­λους με τις οι­κο­γέ­νειες, έγ­γρα­φα και τα χρή­μα­τα του Ε­παρ­χεί­ου πέ­ρα­σε στις 26 Ο­κτω­βρί­ου α­πέ­να­ντι στο Seddülbahir (στο νό­τιο ά­κρο της χερ­σο­νή­σου της Καλ­λί­πο­λης).

Η α­στά­θεια που ε­πι­κρα­τού­σε στην οθω­μα­νι­κή κρα­τι­κή μη­χα­νή φά­νη­κε και στο θέ­μα του Μου­τα­σα­ρί­φη της Μυ­τι­λή­νης. Τέ­λη Ο­κτω­βρί­ου 1912, ε­νώ υ­πήρ­χε α­πό το 1909 στη θέ­ση του Μου­τα­σα­ρί­φη ο Φαίκ, πι­θα­νόν κα­τό­πιν πα­ρα­σκη­νια­κών ενερ­γειών του Βα­λή Ε­κρέμ, α­φε­νός λό­γω των κα­κών σχέ­σε­ων μα­ζί του και α­φε­τέρου λό­γω δια­φο­ρε­τι­κής πο­λι­τι­κής φι­λο­σο­φί­ας, στο Υπουρ­γεί­ο Στρα­τιω­τι­κών (α­ναρ­μό­διο για το θέ­μα) έ­γι­νε σύ­σκε­ψη για διο­ρι­σμό Μου­τα­σα­ρί­φη στη Μυ­τι­λήνη ή για υ­πα­γω­γή των πο­λι­τι­κών και οι­κο­νο­μι­κών Αρχών του νη­σιού στη στρα­τιω­τι­κή διοί­κη­ση. Τελι­κά α­πο­φα­σί­στη­κε να διο­ρι­στεί ως α­ντι­κα­τα­στά­της του Μου­τα­σα­ρί­φη ο Ταγ­μα­τάρ­χης Γκα­νί, στην πρά­ξη ό­μως, πι­θα­νόν α­πό α­ντί­δρα­ση των Ελ­λή­νων και μω­α­με­θα­νών δη­μο­γε­ρό­ντων και του Βα­λή Ε­κρέμ, ανέ­λα­βε Μου­τα­σα­ρί­φης, στις 20 Ο­κτω­βρί­ου 1912, ο αρ­με­νι­κής κα­τα­γω­γής Μυ­τι­λη­νιός Ε­ράμ Μπέη.

Ο Τούρ­κος συγ­γρα­φέ­ας καυ­τη­ριά­ζει την α­πρα­ξί­α των διοι­κού­ντων τα νη­σιά του Αι­γαί­ου, οι ο­ποί­οι στην ου­σί­α προ­ε­τοί­μα­ζαν την α­να­χώ­ρησή τους, ό­πως έ­γι­νε και στην Ίμ­βρο. Α­πο­τε­λεί πά­για πρακτι­κή σε πο­λε­μι­κή πε­ρί­ο­δο, προς α­πο­φυ­γή της κα­τα­στρο­φής των κρα­τι­κών αρ­χεί­ων να λαμ­βά­νο­νται σχε­τι­κά μέ­τρα. Έτσι, ο Μου­τα­σα­ρί­φης της Χί­ου Φει­ζί (Feyzi), στις 15 Μα­ΐ­ου 1912, στέλ­νει τη­λε­γράφη­μα και ε­νη­με­ρώ­νει ό­τι πλην των κα­θη­με­ρι­νών βι­βλί­ων, όλο το αρ­χεί­ο με­τα­φέρ­θη­κε στο Τσε­σμέ. Σκό­πι­μα ο Τούρ­κος συγ­γρα­φέ­ας συ­σχε­τί­ζει τις ε­νέρ­γειες των Τούρ­κων διοι­κούντων σε σχέ­ση με την ε­πι­κεί­με­νη α­πε­λευ­θέ­ρω­ση των νη­σιών α­πό το Ελλη­νι­κό Ναυτι­κό και α­πο­σιω­πά ό­τι ή­δη βρι­σκό­ταν σε ε­ξέ­λι­ξη ο Ι­τα­λοτουρ­κι­κός πό­λε­μος και οι φή­μες-πλη­ρο­φο­ρί­ες ανέφε­ραν ό­τι υ­πήρ­χε πρό­θε­ση των Ι­τα­λών για κα­τά­λη­ψη ό­λων των νη­σιών του Αι­γαί­ου, γε­γο­νός που α­νά­γκα­σε την οθωμα­νι­κή στρα­τιω­τι­κή διοί­κη­ση να ε­νι­σχύ­σει τη Λέ­σβο, τη Χί­ο και τη Σά­μο, πα­ρά το ει­δι­κό κα­θε­στώς αυ­το­νο­μί­ας υ­πό την ε­πι­κυ­ριαρ­χί­α του Σουλ­τά­νου που είχε κερ­δί­σει με την ε­πα­νά­στασή της.

Εί­ναι γε­γο­νός ό­τι στη Λέ­σβο, α­φε­νός λό­γω της α­πό­στα­σης α­πό την Η­πει­ρω­τι­κή Ελ­λά­δα και α­φε­τέ­ρου της πο­λι­τι­κής των δη­μο­γε­ρό­ντων και της Εκ­κλη­σί­ας, οι ο­ποί­οι φο­βού­νταν τα α­ντί­ποι­να, δεν εκ­δη­λώ­θη­καν σο­βα­ρές ε­πα­να­στα­τι­κές προσπά­θειες, σε α­ντί­θε­ση με τη Σά­μο. Ε­ξαί­ρεση α­πο­τέ­λε­σαν οι Λέ­σβιοι ε­κτός νή­σου οι ο­ποί­οι ορ­γά­νω­σαν αρ­χι­κά στην Α­με­ρι­κή τη Λε­σβια­κή φά­λαγγα και ήλ­θαν να βο­η­θή­σουν, υ­πό τη διοί­κη­ση του Λο­χα­γού Δρί­τσα και στη συνέ­χεια οι Λέ­σβιοι της Α­θή­νας ορ­γά­νω­σαν έ­να α­ντάρ­τι­κο σώ­μα, το ο­ποί­ο έ­φθα­σε με πλοί­ο α­νοι­κτά του Πλω­μα­ρί­ου, έ­βγα­λε έ­ναν α­ντάρ­τη στη Μι­λή­ντα και ζή­τη­σε από τους Πλω­μα­ρί­τες βο­ή­θεια για α­πό­βα­ση και πε­ραι­τέ­ρω δρά­ση. Οι δη­μο­γέ­ρο­ντες, φο­βού­με­νοι α­ντί­ποι­να, α­πά­ντη­σαν ό­τι θα ε­μπλα­κούν μό­νον ε­άν η ε­πι­χείρη­ση υ­πο­στη­ρι­ζό­ταν α­πό πο­λε­μι­κά πλοί­α· έ­τσι το πλοί­ο α­πο­χώ­ρη­σε.

Ε­νώ ή­δη εί­χε αρ­χί­σει η νι­κη­φό­ρα προ­έ­λα­ση του Ελ­λη­νι­κού Στρα­τού στην Ή­πει­ρο και τη Μα­κε­δο­νί­α και το Ελ­λη­νι­κό Ναυ­τι­κό, με ε­πι­κε­φα­λής τον Ναύ­αρ­χο Κου­ντου­ριώ­τη ε­πί του Θω­ρη­κτού «Α­βέ­ρωφ», κυ­ριαρ­χού­σε στο Αι­γαί­ο και η α­πε­λευ­θέ­ρω­ση άρχι­σε να γί­νε­ται ε­πι­κεί­με­νη, στη Μυ­τι­λή­νη οι ξέ­νοι πρό­ξενοι ή­θε­λαν να παί­ξουν ρό­λο με­σο­λα­βη­τή και οι θρη­σκευ­τι­κοί η­γέ­τες, Μη­τρο­πο­λί­της Κύ­ριλ­λος και Μου­φτής, συ­νι­στού­σαν στα ποί­μνια τους ψυ­χραι­μί­α και ε­μπι­στο­σύ­νη προς την άλ­λη πλευ­ρά.

Κα­θώς πλη­σί­α­ζε το τέ­λος της ο­θω­μα­νι­κής κυ­ριαρ­χί­ας, άρ­χι­σαν στη Λέ­σβο να α­να­πτύσ­σουν δρα­στη­ριό­τη­τα και διά­φο­ροι πρού­χο­ντες της Μυ­τι­λή­νης και του Πλω­μα­ρί­ου με ση­μα­ντι­κό­τε­ρη αυ­τή του ε­μπό­ρου Θρ. Με­λαν­δρι­νού και του Πρω­το­σύ­γκελ­λου Μυ­τι­λή­νης Βα­σι­λεί­ου. Γίνονταν συ­να­ντή­σεις και στάλ­θη­καν α­πό τον Με­λαν­δρι­νό ε­πτά συ­νολι­κά ε­πι­στο­λές στην Α­θή­να (Πρω­θυ­πουρ­γό και Υ­πουρ­γό Ναυ­τι­κών) και στον Ναύ­αρ­χο Κου­ντου­ριώ­τη, αρ­χής γενο­μέ­νης α­πό 22 Οκτω­βρί­ου 1912,[13] στις ο­ποί­ες πα­ρα­τί­θε­ντο πλη­ρο­φο­ρί­ες και γίνονταν εκ­κλή­σεις για α­πε­λευ­θέ­ρω­ση του νη­σιού. Ό­πως α­ναφέ­ρε­ται στο 10οΚεφ. της Ι­στο­ρί­ας του Πο­λε­μι­κού Ναυ­τι­κού[14], α­πό 19 Ο­κτω­βρί­ου διε­ξά­γο­νταν συ­νεν­νο­ή­σεις με­τα­ξύ Ναυάρ­χου και Υ­πουρ­γεί­ου για την α­πε­λευ­θέ­ρω­ση Λέ­σβου-Χί­ου, και η κυ­βέρ­νη­ση έ­φθα­σε στην τε­λι­κή α­πό­φα­ση α­φού συ­γκε­ντρώ­θηκαν και δια­σταυ­ρώ­θη­καν α­ξιό­πι­στες πλη­ρο­φο­ρί­ες πε­ρί των δυ­νά­με­ων κα­το­χής στα δύ­ο νη­σιά, οι οποί­ες δια­βι­βά­στη­καν στο Υ­πουρ­γεί­ο, στις 2 Νο­εμβρί­ου. Μα­ταιώ­θη­κε η λί­αν πα­ρά­τολ­μη και ε­πι­κίν­δυ­νη ε­πι­χεί­ρη­ση προς Καλ­λί­πο­λη, και το ση­μα­ντι­κό­τε­ρο, στα­θε­ρο­ποι­ή­θη­κε το μέ­τω­πο της V Με­ραρ­χί­ας στην Κο­ζάνη και έ­τσι κα­τέ­στη δυ­να­τή η διά­θε­ση ε­νί­σχυ­σης ε­νός τάγ­μα­τος α­πό τα έ­μπε­δα. Με δε­δο­μέ­νο ό­τι το Υ­πουρ­γεί­ο α­νέ­στειλε την α­πό 21 Ο­κτω­βρί­ου δια­τα­γή του πε­ρί α­πε­λευ­θε­ρώ­σε­ως πρώ­τα της Χί­ου, στις 4 Νοεμβρί­ου, τη­λε­γρα­φεί ο Στό­λος στο Υ­πουργεί­ο και α­να­φέ­ρει ό­τι «Κά­τοι­κοι Λέ­σβου δια ε­πα­νει­λημ­μέ­νων ε­πι­τρο­πών και α­πο­στο­λών ζη­τού­σι με­τά­βα­σιν στό­λου […]». Στις 6 Νο­εμβρί­ου α­πα­ντά το Υ­πουρ­γεί­ο: «Α­πε­φασί­σθη κα­τά­λη­ψις Λέ­σβου και Χί­ου, ζη­τη­θεί πα­ρά Δια­δό­χου ε­νί­σχι­σις […]. Ά­μα πα­ρο­χή ε­νι­σχύ­σε­ως, γεννή­σε­ται α­πο­στο­λή ταύ­της εις Λέ­σβον […]. Ελ­πί­ζο­μεν αύ­ριον δο­θή ε­νί­σχυ­σις […]. Εν πά­ση πε­ρι­πτώ­ση, ε­τοι­μά­σα­τε τρεις λό­χους α­γή­μα­τος Δε­μέ­στιχα, Κορ­μού­λη και Χορ­ν και έ­στε έ­τοι­μος ό­πως πρω­ί­αν Τε­τάρ­της (7 Νο­ε) εμ­φα­νι­σθεί­τε ε­νώ­πιον Λέ­σβου και ε­νερ­γή­σε­τε […]».

Με με­τα­γε­νέ­στε­ρο τη­λε­γρά­φημα, το Υ­πουρ­γεί­ο α­να­φέ­ρει: «Ά­μα λή­ψη α­παντή­σε­ως Δια­δό­χου θέ­λο­με δια­γρά­ψει η­με­τέ­ρα Πει­ραιά ε­νέρ­γεια». Πα­ρα­τη­ρού­με πα­λι­νω­δί­ες στις δια­τα­γές του Υ­πουρ­γεί­ου Ναυ­τικών, κυ­ρί­ως λό­γω δια­φο­ρε­τι­κής ε­κτι­μή­σε­ως με­τα­ξύ Στό­λου και Υ­πουρ­γεί­ου πε­ρί των α­να­γκαί­ων δυ­νάμε­ων για ε­νέρ­γεια προς Λέ­σβο. Ο Ναύ­αρ­χος ε­πη­ρε­α­σμέ­νος από τις εκ­κλή­σεις των κα­τοί­κων της Λέ­σβου θε­ω­ρού­σε αρ­κε­τό το ά­γη­μα ναυ­τι­κού (600 άν­δρες). Ευ­τυ­χώς το Υ­πουρ­γεί­ο δεν πα­ρα­σύρ­θη­κε και το με­ση­μέ­ρι της 7ηςΝο­εμβρί­ου τη­λε­γρα­φεί: «Υ­πεν­θυ­μί­ζο­με δια­τα­γή μας με α­ριθ­μό 1381 προς κα­τά­λη­ψη Λέ­σβου. Προς ε­κτέ­λε­ση δια­τα­γής η­μών καί­τοι θε­ω­ρεί­τε με α­να­φο­ρές σας 438 και 708 η­με­τέρα δύ­να­μη α­γή­μα­τος αρ­κε­τή α­πο­στέλ­λο­με έ­τι τάγ­μα πε­ζι­κού υ­πό ταγ­μα­τάρ­χη Μα­νου­σά­κη […] συ­νι­στώ­μεν ε­κλο­γή πε­ριο­χής α­πόβα­σης τεί­νου­σαν εις κα­τά­λη­ψιν πό­λε­ως […] ά­μα θεω­ρή­τε συ­ντεί­νον προς ε­πι­τυ­χί­αν ε­πι­χει­ρή­σε­ως ε­νερ­γή­σα­τε κα­τά­λη­ψιν της πό­λε­ως προ α­φί­ξε­ως της ε­νι­σχύ­σε­ως». Φαί­νε­ται κα­θα­ρά η δι­χο­γνω­μί­α με­τα­ξύ Ναυάρ­χου και Υ­πουρ­γεί­ου και ευ­τυ­χώς δεν ε­πι­κρά­τη­σε ο εν­θου­σια­σμός, διό­τι οι ε­ξε­λί­ξεις έ­δει­ξαν ό­τι και το τάγ­μα του Μα­νου­σά­κη ή­ταν λί­γο για πλή­ρη α­πελευ­θέ­ρω­ση της νή­σου, ό­πως θα δού­με πα­ρακά­τω.

Έφοδος κατά του Εχθρού. (lesvosnews.net)

Α­πε­λευ­θέ­ρω­ση της Λέ­σβου

Εν τω με­τα­ξύ στον ναύ­σταθ­μο στη Λή­μνο ε­πι­κρατού­σε ορ­γα­σμός: Πα­ράλ­λη­λα με την α­πε­λευ­θέ­ρω­ση της Ι­κα­ρί­ας (6 Νο­εμβρί­ου), διατάχθηκαν τα ε­πί­τα­κτα «Πέ­λοψ» και «Κρή­τη» να κα­τα­πλεύ­σουν σε Δάφ­νη και Θά­σο α­ντί­στοιχα και να πα­ρα­λά­βουν τα ευ­ρι­σκό­με­να τμή­μα­τα ναυ­τι­κού α­γή­μα­τος. Ε­πίσης, α­πό Ίμ­βρο, Λή­μνο και Σα­μο­θρά­κη συ­γκε­ντρώ­θη­καν άν­δρες και μα­ζί με τους 250 που έφθα­σαν α­πό Πει­ραιά με το ε­πί­τα­κτο «Φρό­σω» ορ­γα­νώ­θη­κε ναυ­τι­κό ά­γη­μα συ­νο­λι­κής δύ­να­μης 600 αν­δρών (δύ­ο λό­χοι) υ­πό τον Υ­πο­πλοί­αρ­χο Με­λά, το ο­ποί­ο ε­νι­σχύ­θη­κε με 2 α­πο­βα­τι­κά πυ­ρο­βό­λα και 2 πο­λυ­βό­λα «Μα­ξίμ» του «Α­βέ­ρωφ».

Την ί­δια η­μέ­ρα (6 Νο­εμβρί­ου) πα­ρου­σιά­στηκε στο Α/Τ «Δό­ξα» στην Τέ­νε­δο ι­διώ­της α­πό το Πλω­μά­ρι και ρώ­τη­σε για το ι­στιο­φό­ρο που ε­πρό­κει­το να με­τα­φέ­ρει ό­πλα στη Λέ­σβο (πα­ρέ­μει­νε με τη λέμ­βο του ε­πί η­μέ­ρες στο στε­νό Χί­ου-Ψα­ρών για να ο­δη­γή­σει το ι­στιο­φό­ρο). Α­πό το ε­πει­σό­διο τού­το φαί­νε­ται η έλ­λει­ψη συ­ντο­νι­σμού των δια­φό­ρων φο­ρέ­ων που ε­νε­πλά­κη­σαν στις προ­ε­τοι­μα­σί­ες για την α­πε­λευ­θέ­ρω­ση. Τε­λι­κά, α­φού ε­νη­με­ρώ­θη­κε ο Κου­ντου­ριώ­της, διέ­τα­ξε τη «Δό­ξα» να ε­πι­βι­βά­σει τον ι­διώ­τη και να τον α­πο­βι­βά­σει στη Πα­να­γιού­δα για να ε­νη­με­ρώ­σει τον Μη­τρο­πο­λί­τη, ό­πως και έ­γι­νε τη νύ­κτα 6 προς 7 Νο­εμβρί­ου. Ο ι­διώ­της βρή­κε και ε­νη­μέ­ρωσε στη Μη­τρό­πο­λη τον Πρω­το­σύ­γκελλο Βα­σίλειο, ό­τι την ε­πό­με­νη η­μέ­ρα ο Στό­λος θα α­πε­λευ­θε­ρώ­σει τη Λέ­σβο.[15]

Το Υ­πουρ­γεί­ο ε­νη­μέ­ρω­σε τον Στό­λο ό­τι τα ε­πί­τα­κτα «Ι­σμή­νη» και «Κα­λου­τάς» με­τα­φέ­ρο­ντα το Τάγ­μα του Μα­νου­σά­κη (15 αξιω­μα­τικοί και 1019 ο­πλί­τες) μα­ζί με το Α/Τ «Νέ­α Γε­νε­ά» (πρώ­τη φο­ρά με­τεί­χε σε ε­πι­χει­ρή­σεις) θα α­πο­πλεύ­σουν α­πό Πει­ραιά τη νύ­κτα της 6/7 Νο­εμβρί­ου και κι­νού­με­να με τα­χύ­τη­τα 8-10 κόμ­βων θα συ­να­ντού­σαν τον Στό­λο α­νοι­κτά της Μυ­τι­λή­νης. Α­μέ­σως ο Ναύ­αρ­χος διέ­τα­ξε το Α/Τ «Βέ­λος» να πα­ραλά­βει δύ­ο ντό­πιους για ο­δη­γούς των α­πο­βα­τι­κών στρα­τευ­μά­των και να πλεύσει για να συ­να­ντή­σει εν πλω το Τάγ­μα. Ε­πιση­μαί­νε­ται ό­τι το Υ­πουρ­γεί­ο, βα­σι­ζό­με­νο σε πλη­ρο­φο­ρί­ες ό­τι έ­νας Χί­ος λα­θρέ­μπο­ρος ο­νο­μα­ζό­με­νος Α­ντώ­νης Αγ­γε­λινός εί­χε προ­σλη­φθεί α­πό το Οθω­μα­νι­κό Ναυ­τι­κό και ε­πι­βαί­νο­ντας σε πο­λε­μι­κό πλοί­ο, ό­μοιο με τα νε­ο­ει­σερ­χό­με­να στον Στό­λο «Κε­ραυ­νό» και «Νέ­α Γε­νε­ά», θα προ­σπαθούσε να εμ­βο­λί­σει το «Α­βέ­ρωφ», εί­χε δώ­σει αυ­στη­ρές δια­τα­γές για βύ­θι­ση πα­ρό­μοιου πλοί­ου που θα κινεί­το ύ­πο­πτα στην πε­ριο­χή.

Στις 7 Νο­εμβρί­ου ε­πι­βι­βά­στη­κε το ά­γη­μα στο ε­πί­τα­κτο «Πέ­λοψ», και στο «Α­βέρωφ», ο­λο­κλη­ρώ­θη­καν οι προ­ε­τοι­μα­σί­ες, και δό­θη­κε ε­ντο­λή να α­πο­πλεύ­σει ο Στό­λος στις 1700 ώ­ρα, αλ­λά βλά­βη στο πη­δά­λιο του θω­ρη­κτού «Σπέ­τσες» ε­πέ­τρε­ψε να αρ­χί­σει ο α­πό­πλους στις 1900. Α­φού εξήλ­θε α­πό το Μού­δρο, ο Στό­λος (11 πλοί­α και μα­ζί με το «Βέ­λος» συ­νο­λι­κά 12) έ­λα­βε διάτα­ξη μά­χης και κά­τω α­πό το φως του φεγ­γα­ριού και με πλή­ρη νη­νε­μί­α έ­πλε­ε προς Λέσβο. Πα­ράλ­λη­λα, ο Ναύ­αρ­χος τη­λε­γρα­φού­σε στο Α/Τ «Λέ­ο­ντα» που ή­ταν ε­πι­κε­φα­λής των α­νι­χνευ­τι­κών που πε­ρι­πο­λού­σαν έ­ξω α­πό τα Στε­νά, να έ­χει την προ­σο­χή του για πι­θα­νή α­πό­πει­ρα ε­ξό­δου του Τουρ­κι­κού Στό­λου α­πό τα Στε­νά, γε­γο­νός που θα μα­ταί­ω­νε, ά­γνω­στο για πό­σο χρο­νι­κό διά­στη­μα, την α­πε­λευ­θέ­ρω­ση των τε­λευ­ταί­ων υ­πό­δου­λων νη­σιών του Αι­γαί­ου.

Στις 0300 της 8ης Νο­εμβρί­ου ο Στό­λος σε πλήρη τά­ξη έ­πλε­ε α­νοι­κτά της Ε­ρε­σού και γύ­ρω στις 0600, α­φού πε­ριέ­πλευ­σε το νό­τιο ά­κρο της χερ­σο­νή­σου της Α­μα­λής, άρ­χι­σαν να φαί­νο­νται α­μυ­δρά στο φως που ερ­χό­ταν α­πό την Α­να­το­λή τα κτί­ρια της πό­λης. Οι Τούρ­κοι φρου­ροί στο κά­στρο, λί­γο πριν το πρώ­το ε­ζά­νι (πρώ­τη προ­σευ­χή με το πρώ­το φως), ζα­λι­σμέ­νοι α­πό το ρα­μα­ζά­νι, μό­λις α­ντί­κρι­σαν στο βά­θος τις φι­γού­ρες των ελ­λη­νι­κών πλοί­ων ει­δο­ποί­η­σαν τον Ταγ­μα­τάρ­χη Γκα­νί και τον Βαλή Ε­κρέμ και ο μεν πρώ­τος διέ­τα­ξε να αρ­χί­σει η με­τα­φο­ρά των υ­λι­κών και πυ­ρο­μα­χι­κών στο Κλα­πά­δο, ο δε δεύ­τε­ρος κά­λε­σε α­μέ­σως στο σπί­τι του τις Αρχές, τους προ­ξέ­νους των ξέ­νων κρα­τών και τον Ταγ­μα­τάρ­χη Γκα­νί, για να συ­σκε­φθούν. Α­μέ­σως δια­πι­στώ­θη­κε ό­τι σχε­δόν ό­λοι οι ε­πι­κε­φα­λής των τουρ­κι­κών Αρχών και οι πρό­κρι­τοι μου­σουλ­μά­νοι, πλην του στρα­τιω­τι­κού διοι­κη­τή, συμ­φω­νού­σαν για την α­ναί­μα­κτη πα­ρά­δο­ση της πό­λης.

Λί­γο πριν την 0800 πρω­ι­νή ο Στό­λος, ο­ποί­ος εί­χε ε­νω­θεί με τα σκά­φη που με­τέ­φε­ραν το Τάγ­μα Μα­νου­σά­κη, έ­ρι­χνε ά­γκυ­ρα α­νοι­κτά του νότιου λι­μέ­να, ε­νώ το θω­ρη­κτό «Ψα­ρά» στάλ­θη­κε στο βό­ρειο λι­μά­νι, για να ε­πι­τη­ρεί την τουρ­κι­κή συ­νοι­κί­α στην Ε­πά­νω Σκά­λα και τα Α/Τ «Ιέ­ραξ» και «Α­σπί­δα» α­ντί­στοι­χα στο βό­ρειο (Μπα­μπακα­λέ) και νό­τιο (Α­γρι­λιά) ση­μείο του διαύ­λου, για α­σφά­λεια της ε­πι­χεί­ρη­σης, με δε­δο­μέ­νο ό­τι στον κόλ­πο του Α­δρα­μυτ­τί­ου υ­πήρ­χε η τουρ­κι­κή Κ/Φ «Τρα­πε­ζούντα». Οι κά­τοι­κοι της πό­λης, που ή­ταν ή­δη ε­νη­με­ρω­μέ­νοι, ξε­χύ­θη­καν προς την πα­ραλί­α με ζη­τω­κραυ­γές, α­νε­μί­ζο­ντας τις ε­πί χρό­νια κρυμ­μέ­νες στα σε­ντού­κια ελ­λη­νι­κές ση­μαί­ες. Το «Βέ­λος» προ­χώ­ρη­σε και α­γκυ­ρο­βό­λη­σε προ του στο­μί­ου του λι­μέ­να, και ταυ­τό­χρονα πε­ρί την 0800 ώ­ρα κι­νή­θη­κε α­τμά­κα­τος με λευ­κή ση­μαί­α και τον Ανθυ­πο­πλοί­αρ­χο Κα­ρα­μού­ζη, για να με­τα­φέ­ρει τις Αρχές του νη­σιού στο «Α­βέ­ρωφ», κα­τό­πιν πρό­σκλη­σης του Ναυάρ­χου.

Πράγ­μα­τι, με­τά α­πό λί­γο, η α­τμά­κα­τος ε­πέστρε­ψε μα­ζί με τον Μη­τρο­πο­λί­τη Κύ­ριλ­λο, τον Μου­τα­σα­ρί­φη Ε­ράμ και τον Δήμαρ­χο Βα­σι­λεί­ου, ε­νώ οι κά­τοι­κοι με κά­θε πλω­τό μέ­σο κα­τέ­κλυ­σαν το λι­μά­νι, πλέ­οντες προς τον Στό­λο, γε­μά­τοι χα­ρά και εν­θου­σια­σμό α­πό το πρω­τό­γνω­ρο αί­σθη­μα της ε­λευ­θε­ρί­ας, που τό­σα χρό­νια εί­χαν στε­ρη­θεί. Ο Ναύ­αρ­χος α­παί­τη­σε α­πό τον Μου­τα­σα­ρί­φη ά­με­ση πα­ρά­δο­ση της πό­λης, τού­τος ζή­τη­σε προθε­σμί­α 24 ω­ρών για συ­νεν­νο­ή­σεις με τον στρα­τιω­τι­κό διοι­κη­τή και τον Βα­λή. Ο Ναύ­αρ­χος α­πέρ­ρι­ψε το αί­τη­μα, έ­φυ­γε ο Ε­ράμ και γύ­ρι­σε μα­ζί με τον Βα­λή Ε­κρέμ και τους προ­ξέ­νους. Ο Βα­λής ζή­τη­σε να επι­τρα­πεί η με­τα­φο­ρά του Ο­θω­μα­νι­κού Στρα­τού, με αυ­στρο­ουγ­γρι­κό πλοί­ο, α­πέ­να­ντι και να κα­τα­λη­φθεί α­ναί­μα­κτα η πό­λη. Ο Ναύ­αρ­χος αρ­νή­θη­κε και ο Ε­κρέμ ζή­τη­σε προ­θε­σμί­α 4 ω­ρών για απο­μά­κρυν­ση του Οθω­μα­νι­κού Στρα­τού στο ε­σω­τε­ρι­κό της νή­σου και τε­λι­κά, με­τά από τις πα­ρα­κλή­σεις των προ­ξέ­νων και των προ­κρί­των ο Ναύ­αρχος συμ­φώ­νη­σε σε δύ­ο ώ­ρες, ε­νώ ή­δη ο Ταγ­μα­τάρ­χης Γκα­νί άρ­χι­σε να α­πο­χω­ρεί α­πό τη Μυ­τι­λή­νη.

Η α­πο­βί­βα­ση του ναυ­τι­κού α­γή­μα­τος Με­λά (600 άν­δρες) και του Τάγ­μα­τος Μα­νου­σά­κη (1.034 άν­δρες) άρ­χι­σε στις 1130, στην Πε­τρό­σκα­λα (ση­με­ρι­νό τε­λω­νεί­ο) και στην Ε­πά­νω Σκά­λα και ο­λο­κλη­ρώ­θη­κε λί­γο πριν την 1400 ώ­ρα. Σε τού­το βο­ή­θη­σε η διά­θε­ση φορ­τη­γί­δων α­πό τους Μου­ζά­λα και Με­λαν­δρι­νό. Τμή­μα υ­πό το Με­λά, λί­γο πριν την 1400 ώ­ρα, υ­πό τους ή­χους του ε­θνι­κού εμ­βατη­ρί­ου και τους κα­νο­νιο­βο­λι­σμούς των πλοί­ων, ύ­ψω­σε την ελ­λη­νι­κή ση­μαί­α στο Διοι­κη­τή­ριο, ε­νώ γύ­ρω ο λα­ός της Μυτι­λή­νης ζη­τω­κραύ­γα­ζε. Με­τά α­να­γνώ­σθη­κε και τοι­χο­κολ­λήθη­κε η δια­τα­γή του Ναυάρ­χου για ε­πι­βο­λή του στρα­τιω­τι­κού νό­μου.

Στη συ­νέ­χεια οι τουρ­κι­κές πο­λι­τι­κές αστυ­νο­μι­κές και οι­κο­νο­μι­κές Αρχές, 103 ά­το­μα συ­νο­λι­κά, παρέ­μει­ναν για δέ­κα η­μέ­ρες α­πο­κλει­σμέ­νοι στα σπί­τια τους, με­τά με­τα­φέρ­θη­καν στο Μού­δρο με πλοί­ο και στη συ­νέ­χεια στον Πει­ραιά. Ο Νο­μάρ­χης Α­λή Ε­κρέμ και με­ρι­κοί άλ­λοι πα­ρέ­μει­ναν σε ξε­νο­δο­χεί­α και α­φέ­θηκαν ε­λεύ­θε­ροι στις 19 Δεκεμ­βρί­ου 1912. Οι λοι­ποί με­τα­φέρ­θη­καν στην Ι­θά­κη.

Ο İdris Bostan α­να­φέ­ρει χα­ρακτη­ρι­στι­κά ό­τι ού­τε ο Βα­λής ού­τε ο Μου­τα­σα­ρί­φης ού­τε και ο λα­ός ή­ταν με το μέ­ρος του Στρα­τού. Ο Βα­λής Ε­κρέμ α­ντέ­δρα­σε με νω­θρό­τη­τα, α­ντί­θε­τα ο Γκα­νί κά­λεσε τον μου­σουλ­μα­νι­κό λα­ό να τον α­κο­λου­θή­σει, αλ­λά βρή­κε μι­κρή α­ντα­πό­κρι­ση. Τε­λι­κά α­πο­χώ­ρησε και μα­ζί με τον έ­ναν λό­χο, 20 χω­ρο­φύ­λα­κες και τον Διοι­κητή του λό­χου Hakkı Efendi, στα­μά­τη­σαν για λί­γο στο Τε­κέ μπαί­ρι (ύ­ψω­μα Ου­τζά) και πα­ρα­κο­λού­θη­σαν ό­λη την α­πο­βί­βα­ση του Ελλη­νι­κού Στρα­τού. Συ­νε­χί­ζο­ντας ο Τούρ­κος συγγρα­φέ­ας α­να­φέ­ρει ό­τι με την α­πο­βί­βα­ση του Ελλη­νι­κού Στρα­τού, πρώ­τα κα­τα­λή­φθη­κε το τη­λε­γραφεί­ο και το λι­με­ναρ­χεί­ο, με­τά α­πο­χω­ρώ­ντας ο Τουρ­κι­κός Στρα­τός συ­γκρού­στη­κε με τον Ελλη­νι­κό και οι βο­λές πυ­ρο­βο­λι­κού α­κου­στή­καν στο Α­ϊ­βα­λή και στο Α­δρα­μύτ­τιο. Εί­ναι προ­φα­νές ό­τι οι βολές ή­ταν α­πό τα πο­λε­μι­κά πλοί­α (χαι­ρε­τι­στή­ριες βο­λές κατά την έ­παρ­ση της ση­μαί­ας), κα­τά την 8η Νο­εμβρί­ου δεν υ­πήρ­ξε ε­πα­φή με­τα­ξύ Ελ­λή­νων και Τούρ­κων στρα­τιω­τών.

Φωτογραφία απο το περιοδικό Στρατιωτική Επιθεώρηση.

Φωτογραφία απο το περιοδικό Στρατιωτική Επιθεώρηση.

Στην πό­λη ο ά­κρα­τος εν­θου­σια­σμός άρ­χι­σε να ο­δη­γεί σε ε­πει­σό­δια βί­ας, λό­γω του κε­νού ε­ξου­σί­ας, πα­ράλ­λη­λα δε ε­πί του θω­ρηκτού «Α­βέ­ρωφ» διε­ξα­γό­ταν «τη­λε­γρα­φι­κή μά­χη» με­τα­ξύ Ναυάρ­χου και Υ­πουργεί­ου. Συ­γκε­κρι­μέ­να, λει­τούρ­γη­σε και πά­λι η προ­σφι­λής μέ­θο­δος της ελ­λη­νι­κής φυ­λής η «πλά­για ο­δός» στο θέ­μα του ο­ρι­σμού πο­λι­τι­κού και στρα­τιω­τι­κού διοι­κη­τή. Το Υ­πουργεί­ο Ναυ­τι­κών ε­πι­θυ­μού­σε να ο­ρι­σθεί από τον Ναύ­αρ­χο ο Υ­πο­πλοί­αρ­χος Με­λάς, ενώ ο Ναύ­αρ­χος α­πά­ντη­σε ό­τι αυ­τό εί­ναι έ­ξω α­πό κά­θε στρα­τιω­τι­κή πρα­κτι­κή και δε­ο­ντο­λο­γί­α, διό­τι ο Ταγ­μα­τάρ­χης Μα­νου­σά­κης ή­ταν α­νώτε­ρος του Με­λά. Το Υ­πουρ­γεί­ο ε­πι­μέ­νο­ντας τη­λε­γρά­φη­σε να α­πο­βι­βα­σθεί για λί­γο κά­ποιος α­ντι­πλοί­αρ­χος και με­τά να α­πο­χω­ρή­σει δί­νο­ντας τη θέ­ση του στον Με­λά, ο δε Μα­νου­σά­κης να προ­χω­ρή­σει στο ε­σω­τερι­κό του νη­σιού. Ο Ναύ­αρχος αρ­νή­θη­κε, α­πο­βί­βα­σε και τους δύ­ο και ο μεν Με­λάς έ­γινε προ­σω­ρι­νός πο­λι­τι­κός και στρα­τιω­τι­κός Διοι­κη­τής και με βο­η­θό τον Κα­ρα­τζά, υ­πάλ­λη­λο του Υ­πουρ­γεί­ου Ε­ξω­τε­ρι­κών, ε­γκα­ταστά­θη­κε στο Διοι­κη­τή­ριο, ο δε Μα­νου­σά­κης με το τάγ­μα του στρα­το­πέ­δευ­σε στα υ­ψώ­μα­τα της Α­γί­ας Κυ­ρια­κής (βό­ρεια της πό­λης) χω­ρίς συ­γκε­κρι­μέ­νες δια­τα­γές και έ­τσι δεν προχώ­ρη­σε στη κα­τα­δί­ω­ξη του υ­πο­χω­ρού­ντος και με χα­μη­λό η­θι­κό Οθω­μα­νι­κού Στρα­τού. Χα­ρα­κτηρι­στι­κό πα­ρά­δειγ­μα του κε­νού ε­ξου­σί­ας ή­ταν το πα­ρα­κά­τω πε­ρι­στα­τι­κό που συ­νέ­βη­κε την ε­πό­με­νη νύ­χτα: Γύ­ρω στις 2200, κα­τά τους συ­νε­χι­ζό­με­νους ε­ορ­τα­σμούς, α­κούστηκαν δύ­ο πυ­ρο­βο­λι­σμοί και μια φω­νή φώ­να­ξε «Τούρ­κοι-Τούρ­κοι». Αμέσως ε­πι­κρά­τη­σε πα­νι­κός, τα κα­τα­στή­μα­τα έ­κλει­ναν, το πλή­θος έ­τρε­χε να κρυ­φθεί και οι α­ξιω­μα­τι­κοί που βρίσκονταν στην πό­λη έ­συ­ραν τα ξί­φη και προ­σπα­θού­σαν να συ­γκρα­τή­σουν το πλή­θος. Ει­δο­ποι­ή­θη­κε το εύ­δρο­μο «Ε­σπε­ρί­α» και έ­ρι­ξε τους προ­βο­λείς στα γύ­ρω υ­ψώ­μα­τα και τε­λι­κά τί­πο­τα δεν δια­πι­στώ­θη­κε. Αρ­γό­τε­ρα δια­πι­στώ­θη­κε ό­τι οι πυ­ρο­βο­λι­σμοί εί­χαν ρι­φθεί α­πό με­θυ­σμέ­νους ι­διώ­τες.

Ε­νώ ο­λο­κλη­ρω­νό­ταν η α­πο­βί­βα­ση του Ελλη­νι­κού Στρα­τού, είχε φθά­σει α­νοι­κτά της Μυ­τι­λή­νης η Μοί­ρα Ευδρόμων (ε­πι­τα­χθέ­ντα ε­πι­βα­τι­κά με­γά­λου ό­γκου, πρό­χει­ρα ο­πλι­σθέ­ντα και με α­σύρ­μα­το και ε­παν­δρω­θέ­ντα από το προ­σω­πι­κό της Μοί­ρας Ιο­νί­ου που εί­χε δια­λυ­θεί), α­πο­τε­λού­με­νη α­πό τα «Ε­σπε­ρί­α», «Μα­κε­δο­νί­α» και το Α/Τ «Κε­ραυ­νός», με ε­πι­κε­φα­λής τον Πλοί­αρ­χο Δα­μιανό, ο ο­ποί­ος κα­θυ­στέ­ρη­σε να α­ντα­πο­δώ­σει τον χαι­ρε­τι­σμό του Ναυάρ­χου και ε­πι­τι­μή­θη­κε προς τού­το, κλή­θη­κε να ει­σέλ­θει στο λι­μά­νι ό­πως και έ­γι­νε, περί την 1500 ώ­ρα. Ο πλοί­αρ­χος Δα­μια­νός α­νέ­λα­βε να συ­νε­χί­σει την επι­χεί­ρη­ση σε Λέ­σβο και Χί­ο και ο Στό­λος α­πέ­πλευ­σε στις 2000 ώρα, για πα­ρο­χή συ­νο­δεί­ας σε βουλ­γα­ρι­κή τα­ξιαρ­χί­α που ε­πρό­κει­το να α­πο­βι­βα­σθεί στην Α­λε­ξαν­δρού­πο­λη. Λό­γω ξαφ­νικής αλ­λα­γής του και­ρού, η πλό­α προς βορ­ρά ή­ταν πε­ρι­πε­τειώ­δης, αυ­τά δε που υ­πέ­φε­ραν πε­ρισ­σό­τε­ρο ή­ταν τα τορ­πι­λοβό­λα 12 και 14, τα ο­ποί­α για να προ­στα­τευ­θούν, κα­τέ­φυ­γαν αντί­στοι­χα σε Ά­γιο Γε­ώρ­γιο Πέ­τρας και Πλά­κα Λή­μνου.

Την ε­πό­με­νη η­μέ­ρα (9η Νο­εμβρίου), πα­ρά τις δύ­σκο­λες και­ρι­κές συν­θή­κες, ά­γημα 80 αν­δρών υ­πό τον Αν­θυ­πο­πλοί­αρ­χο Δε­μέ­στι­χα μετέβη με το «Μακε­δο­νί­α» στο Πλω­μά­ρι ό­που οι κά­τοι­κοι εί­χαν ή­δη πά­ρει την κα­τά­στα­ση στα χέ­ρια τους και γιόρ­τα­ζαν την ε­λευ­θε­ρί­α τους. Συ­νε­λή­φθη­σαν οι λί­γοι χω­ρο­φύ­λα­κες, ε­γκα­τα­στά­θη­κε πο­λι­το­φυ­λα­κή και το ά­γη­μα α­πο­χώ­ρη­σε για να λά­βει μέ­ρος στην α­πε­λευ­θέ­ρω­ση της Χί­ου.

Τη νύχτα 10 προς 11 Νο­εμβρί­ου το τορ­πι­λο­βό­λο 14 με κυ­βερ­νή­τη τον Π. Αρ­γυ­ρό­που­λο κι­νή­θη­κε με δι­κή του πρω­το­βου­λί­α προς όρμο Α­ϊ­βα­λή και ε­νήρ­γη­σε κα­τά της Κ/Φ «Τρα­πε­ζού­ντα». Οι Τούρ­κοι, μό­λις α­ντί­κρι­σαν το 14, ε­γκα­τέ­λει­ψαν το πλοί­ο και ά­νοι­ξαν τις βαλ­βί­δες για αυ­το­βύ­θιση και τε­λι­κά, α­φού βλή­θη­κε α­πό το ελ­λη­νι­κό πλοί­ο κα­θώς απο­χω­ρού­σε, α­να­τι­νά­χθη­κε.

Η ε­πι­χεί­ρη­ση αυ­τή, καί­τοι δεν υ­πήρ­χε σαφής δια­τα­γή, α­πο­τε­λεί πα­ρά­δειγ­μα της α­νά­λη­ψης πρω­το­βουλί­ας, που ό­ταν στέ­φε­ται με ε­πι­τυ­χί­α, την ε­πι­κρο­τούν ό­λοι, και σε α­ντί­θε­τη πε­ρί­πτω­ση, ο διοι­κη­τής που εί­χε α­να­λά­βει την πρω­το­βου­λί­α ο­δη­γείται στο στρα­το­δι­κεί­ο.[youtube=http://youtu.be/zDdVhz2buvU]

Διά­στη­μα α­να­μο­νής μέ­χρι την πλή­ρη α­πε­λευ­θέ­ρω­ση

Ό­πως προ­α­να­φέρ­θη­κε, η ε­πι­μο­νή του Υ­πουρ­γεί­ου να ο­ρί­σει τον Υ­πο­πλοί­αρ­χο Με­λά με­ταβα­τι­κό κυ­βερ­νή­τη και η α­πρα­ξί­α του Τάγ­μα­τος Μα­νου­σά­κη σε θέ­μα­τα α­σφα­λεί­ας και μά­λι­στα σε ι­διάζου­σες συν­θή­κες και με ι­σχύ­ο­ντα τον στρα­τιω­τι­κό νό­μο εί­χε δυ­σμε­νή α­πο­τε­λέ­σμα­τα, λό­γω της α­νε­ξέ­λε­γκτης δρά­σης δια­φό­ρων τμη­μά­των ε­θε­λο­ντών.

Στην «Ι­στο­ρί­α του Ναυ­τι­κού Πο­λέ­μου – 1914», Ε­φημ. Σκρι­πτ, α­να­φέ­ρε­ται χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά: «Με­τά τον εκ Μυτι­λή­νης α­πό­πλουν και της Μοί­ρας των Ευ­δρό­μων, ής προί­στα­το α­ξιω­μα­τι­κός ανώ­τε­ρος πά­ντων των εν τη νή­σω Λέ­σβω α­πο­βι­βα­σθέ­ντων η δη­μιουρ­γη­θεί­σα κα­τάστα­σις πλή­ρους α­πρα­ξί­ας, έ­νε­κα της ελ­λεί­ψε­ως αρ­χη­γού, πα­ρε­τά­θη ε­πί εί­κοσιν ό­λας η­μέ­ρας […]. Εν το­σού­τω την ύ­παι­θρον χώραν, έν­θα ού­τε τα η­μέ­τε­ρα στρα­τεύ­μα­τα ή α­γή­μα­τα κα­το­χής εί­χον προ­ε­λά­σει, ού­τε ο α­πο­συρ­θείς στα βό­ρεια μέ­ρη της νή­σου τουρ­κι­κός στρα­τός έ­δρα, ε­λυ­μαί­νε­το ή­δη η α­ναρ­χί­α. Μι­κρά σώ­μα­τα α­νταρ­τών ο­πλι­σθέ­ντων υ­πό του στρα­τιω­τικού και πο­λι­τι­κού διοι­κη­τού Με­λά πε­ρι­ήρ­χο­ντο τα ου­χί ά­πο­ρα της Λέ­σβου χωρί­α […] δια­σά­λευ­σαν σε τέ­τοιο βαθ­μό την δη­μο­σί­αν τά­ξιν προ­κα­λέ­σα­ντα την δυ­σφο­ρί­αν των κα­τοί­κων […]».

Η δυ­σφο­ρί­α που δη­μιουρ­γή­θη­κε α­πό τα βί­αια και πα­ρά­νο­μα ε­πει­σό­δια κα­τά των μου­σουλ­μά­νων κα­τοίκων της νή­σου έ­φθα­σε μέ­χρι την Α­θή­να και τον Μού­δρο και α­να­γκά­στη­κε ο Κου­ντου­ριώ­της να στεί­λει πρώ­τα τον Πλω­τάρ­χη Ζω­χιόν α­πό το ε­πι­τε­λεί­ο του και την 28η Νο­εμβρί­ου τον κυβερ­νή­τη του «Κα­νά­ρη» και α­νέ­θε­σε στον Ταγ­μα­τάρ­χη Μα­νου­σά­κη τη γε­νι­κή αρ­χη­γί­α του στρα­τεύ­μα­τος κα­το­χής και τον διέ­τα­ξε να α­πο­μα­κρυν­θεί α­πό την πό­λη και να προ­ε­λά­σει στο ε­σω­τε­ρι­κό του νη­σιού. Οι πρά­ξεις βί­ας των δια­φό­ρων τμη­μά­των εί­χαν ως α­πο­τέ­λε­σμα ε­θε­λο­ντές μου­σουλ­μά­νοι να ε­νι­σχύ­σουν τον Τουρ­κι­κό Στρα­τό, καίτοι αρ­χι­κά, ό­πως προ­α­να­φέρ­θη­κε, αρ­νή­θηκαν να τον α­κο­λου­θή­σουν, ό­ταν ε­γκα­τέ­λει­πε την πό­λη της Μυ­τι­λή­νης.[16] Ο πρό­ξε­νος της Γαλ­λί­ας, Α. Ση­μα­ντή­ρης, στην έκ­θεσή του με η­με­ρο­μη­νί­α 24 Νο­εμβρί­ου 1912, με­τα­ξύ άλ­λων α­να­φέ­ρει: «Στο διά­στη­μα που με­σο­λά­βη­σε α­πό την α­πο­χώ­ρη­ση των τουρ­κι­κών στρα­τευ­μά­των μέ­χρι την α­πο­βί­βα­ση των ελ­λη­νι­κών, το πλή­θος λε­η­λά­τη­σε το Δικα­στι­κό Μέ­γα­ρο και το Λι­με­ναρ­χεί­ο. Ε­πί­σης οι φυ­λα­κι­σμέ­νοι του κοι­νού ποινι­κού δι­καί­ου έ­σπα­σαν τις πόρ­τες των φυ­λα­κών και δρα­πέ­τευ­σαν. Έ­γι­ναν μερι­κές μι­κρο­κλο­πές».[17] O İdris Bostan στη­ρί­ζει τα α­να­φε­ρό­μενα στο βι­βλί­ο του, στον τουρ­κι­κό Τύ­πο της ε­πο­χής σε Κων­στα­ντι­νού­πο­λη και Σμύρ­νη, ο ο­ποί­ος πε­ριλαμ­βά­νει κυ­ρί­ως μαρ­τυ­ρί­ες ό­χι αυ­το­πτών μαρ­τύ­ρων, κα­θό­σον η τη­λε­γρα­φι­κή ε­πι­κοι­νω­νί­α με α­πέ­να­ντι εί­χε δια­κο­πεί, αλ­λά στα τη­λε­γρα­φή­μα­τα που πε­ρι­λαμ­βά­νο­νται, κα­τά τα πρώ­τα στά­δια της α­πε­λευ­θέ­ρω­σης, στα πο­λε­μι­κά η­με­ρο­λό­για και τις α­να­φο­ρές τριών α­ξιω­μα­τι­κών: του Ταγ­μα­τάρ­χη Γκα­νί (Διοι­κητού), του Λο­χα­γού Σι­ντκί (Sıdkı, Διοι­κητή 1ου Λό­χου) και του Λο­χα­γού Χα­κί (Hakkı). Τα κυ­ριό­τε­ρα γε­γο­νό­τα που συ­νέ­βη­σαν α­πό την α­πο­βί­βα­ση του Ελλη­νι­κού Στρα­τού μέ­χρι την πλή­ρη πα­ρά­δο­ση του Ο­θω­μα­νι­κού Στρα­τού (8 Δεκεμ­βρί­ου 1912), που ε­ντάσ­σο­νται στην κατη­γο­ρί­α των βί­αιων ε­πει­σο­δί­ων, κα­τά τον Τούρ­κο συγ­γρα­φέ­α, εί­ναι τα πα­ρα­κά­τω:

  • Η ε­φημε­ρί­δα Σα­μπάχ, στις 21 Νο­εμβρί­ου, α­να­φέ­ρει ό­τι σε μου­σουλ­μα­νι­κό χω­ριό κο­ντά στη Μυ­τι­λή­νη οι κάτοι­κοι αρ­νή­θη­καν να πα­ρα­δώ­σουν τα ό­πλα και σφα­γιά­στη­καν (δεν α­να­φέ­ρε­ται το ό­νο­μα του χω­ριού). Στο ί­διο τεύ­χος α­να­φέ­ρε­ται ό­τι έ­νας ιδιώ­της Atnaş Furtuna (μάλ­λον Α­θα­νάσιος Φουρ­τού­νας ή Φουρ­τού­νης) διέ­θε­σε 3.000 φρά­γκα και η Κοινό­τη­τα Αλ­λη­λο­βο­ή­θειας 2.000 φρά­γκα, για τις α­νά­γκες του Στρα­τού.
  • Πέ­ραν του τα­κτι­κού Ελλη­νι­κού Στρα­τού, δη­μιούρ­γη­σαν ε­πει­σό­δια στο νη­σί και οι ε­θε­λο­ντές. Η ε­φη­με­ρί­δα Tasvir-i Efkar (Πε­ρι­γρα­φή Σκέ­ψε­ων) στις 11 Νο­εμβρί­ου α­να­φέ­ρει ό­τι έ­φθα­σαν στο νησί με το πλοί­ο «Ahayeki» (Α­χα­ϊ­κή) 193 Κρη­τι­κοί, Σα­μιώ­τες και Κα­σιώ­τες, με επι­κε­φα­λής τον Δρά­κο και 5 πα­πά­δες, που εί­χαν λά­βει μέ­ρος στην ε­πα­νά­στα­ση στη Σά­μο και την ε­πι­χείρη­ση στα Γιάν­νε­να. Α­μέ­σως πή­γαν στις φυ­λα­κές και ε­λευ­θέρω­σαν τον Ιε­ρέ­α Ευ­γέ­νιο, ο ο­ποί­ος πα­ρα­δό­θη­κε με­τά α­πό λί­γες η­μέ­ρες εκ νέ­ου στις Αρχές.
  • Ε­πί­σης, σε συ­νερ­γα­σί­α με ντό­πιους, ε­πι­τέ­θη­καν σε τζα­μιά, σπά­ζο­ντας τζά­μια και ε­πι­γρα­φές. Πλην του Για­λί Τζα­μί και του Τσι­ναρ­λί Τζαμί, στα υ­πό­λοι­πα α­πα­γο­ρεύ­τη­κε η προ­σευ­χή και α­να­κοί­νω­σαν ό­τι θα με­τα­τρα­πούν σε εκ­κλη­σί­ες δί­νο­ντας ο­νό­μα­τα Α­γί­ων.

Με το πρό­σχη­μα του ε­λέγ­χου για ο­πλι­σμό, οι πο­λι­το­φύ­λα­κες ει­σέρ­χονταν στα σπί­τια μου­σουλ­μά­νων και α­φαι­ρού­σαν α­ντι­κεί­με­να α­ξί­ας, ό­πως έ­γι­νε στο σπί­τι του Μου­φτή Σα­κίρ. Ε­πι­ση­μαί­νε­ται η προ­σπά­θεια του πρώ­ην Δη­μάρ­χου Κα­βέ­τσου να προ­στα­τέ­ψει τους μου­σουλ­μά­νους και πρό­τει­νε στην οι­κο­γέ­νεια του Ταγ­μα­τάρ­χη Γκα­νί να πά­ει στο σπί­τι του.

  • Το ά­πλω­μα στο έ­δα­φος ο­θω­μα­νι­κών σημαιών α­πό τις γυ­ναί­κες της Λέ­σβου, για να πε­ρά­σει ο Ελλη­νι­κός Στρα­τός, δη­μιούρ­γησε τέ­τοια αι­σθή­μα­τα μί­σους και α­ντεκ­δί­κη­σης, που εκ­φράστη­καν με το ποί­η­μα Vatanım Diyor ki (Η πα­τρί­δα μου λέ­ει) και δη­μο­σιεύ­τη­κε στο πε­ριοδι­κό Büyük Duygu (Με­γά­λο Συ­ναί­σθη­μα), τον Α­πρί­λιο του 1913. Δυ­στυ­χώς, το 1922 έ­πρα­ξαν το ί­διο οι Τούρ­κοι στην Τουρ­κί­α.
  • Ο Λο­χα­γός Χα­κί στην α­να­φο­ρά του με­ταξύ των άλ­λων α­να­φέ­ρει για βιο­πρα­γί­ες στην Α­γιά­σο (κά­η­καν ζω­ντα­νοί μέ­σα στο σπί­τι τους έ­νας πριο­νι­στής με την οι­κο­γέ­νεια του) και ό­τι στο ΒΔ. τμή­μα του νη­σιού, που ή­ταν υπό ο­θω­μα­νι­κό έ­λεγ­χο, ε­φαρ­μό­στη­κε κα­τά­στα­ση έ­κτα­κτης α­νάγκης. Κα­τά την α­νά­κρι­ση ε­νός συλλη­φθέντος Μυ­τι­λη­νιού, βρέ­θη­κε πά­νω του α­να­κοί­νω­ση του Δη­μάρ­χου Πα­να­γιώ­τη Βα­σι­λεί­ου που κα­λού­σε τους Μυ­τι­λη­νιούς να πά­ρουν τα ό­πλα.
  • Στις 27 Νο­εμβρί­ου κα­κο­ποιοί α­πό Πλω­μάρι, Α­γιά­σο και Πο­λυ­χνί­το έ­φθα­σαν το βρά­δυ στη σκά­λα Με­σοτό­που, α­κο­λού­θη­σε συ­μπλο­κή με τμή­μα 200 μου­σουλ­μά­νων στρατιω­τών και α­πό τους αιχ­μα­λώ­τους α­πο­κα­λύ­φθη­κε ε­μπλο­κή του πα­πά και του κοι­νο­τάρ­χη στην πα­ρα­κί­νη­ση των Με­σο­το­πι­τών να πά­ρουν τα ό­πλα.
  • Οι Τούρ­κοι στρα­τιώ­τες κι­νού­με­νοι για Μό­λυ­βο, συ­να­ντού­σαν δο­λο­φο­νη­μέ­νους μου­σουλ­μά­νους, ό­πως έ­γι­νε και με τον πα­τέ­ρα του ι­μά­μη του Γυα­λί Τζα­μί Χα­φίζ Νι­για­ζί Ε­φέ­ντι, τον ο­ποί­ον έ­θα­ψαν γρή­γο­ρα, πα­ρα­κά­τω δε συ­νά­ντη­σαν βα­ριά τραυ­μα­τι­σμέ­νη τη γυ­ναί­κα του, την ο­ποί­α α­νέ­βα­σαν στο ά­λο­γο και την με­τέ­φε­ραν στο Μό­λυ­βο. Ε­σκεμ­μέ­να ο Λο­χα­γός δεν α­να­φέ­ρει ό­τι στην πε­ριο­χή διε­ξά­γο­νταν πο­λε­μι­κές ε­πι­χει­ρή­σεις και δυ­να­τόν α­πό βομ­βαρ­δι­σμούς α­πό πλοί­α ή πυ­ρο­βο­λι­κό να δη­μιουρ­γή­θη­καν οι πα­ρα­πά­νω α­πώ­λειες.
  • Ε­πί­σης α­να­φέ­ρε­ται ό­τι καταστρά­φηκαν ο­λο­σχε­ρώς τα μου­σουλ­μα­νι­κά χω­ριά Φί­λια, Δά­φια, Α­ρί­σβη, Σκα­λο­χώ­ρι και με­ρι­κώς τα χω­ριά Μπαλ­τζί­κι, Κώ­μη, Σί­γρι και Πα­ρά­κοι­λα.
  • Ο Λο­χα­γός α­να­φέ­ρει α­να­λυ­τι­κά τις παρα­κά­τω α­πώ­λειες του μου­σουλ­μα­νι­κού πλη­θυ­σμού: Α­πό του εθε­λο­ντές Κρη­τι­κούς πα­πά­δες σκο­τώ­θη­κε ο φη­μι­σμέ­νος Χασάν Μπέ­η α­πό την Κώ­μη, στην Ε­ρεσ­σό 27, Σκα­λο­χώ­ρι 15, Φί­λια 9, Κλα­πά­δος 15, Υ­ψη­λο­μέ­τω­πο 4, Pilye 13, Με­σό­τοπος 12, Ά­γρα 5 και Καλ­λο­νή 4. Ε­πί­σης, κλά­πη­καν 3.486 χρυ­σές λί­ρες α­πό πλού­σιους μου­σουλ­μά­νους.
  • Πλέ­ον των ε­θε­λο­ντών που έ­φθα­σαν στο νη­σί α­πό την η­πει­ρω­τι­κή Ελ­λά­δα και τους ντό­πιους ε­θε­λο­ντές, στα γε­γο­νό­τα κα­τά των μου­σουλ­μά­νων, σύμ­φω­να πά­ντα με τον Τούρ­κο συγ­γρα­φέ­α İdris Bostan, έ­λα­βαν μέ­ρος και Έλ­ληνες α­πό τη Μι­κρά Α­σί­α. Συ­γκε­κρι­μέ­να δύ­ο α­πό τη Πέρ­γα­μο, δύ­ο α­πό το Α­ϊ­βα­λή, έ­νας α­πό το Μο­σχο­νή­σι, έ­νας α­πό τη Με­νε­μέ­νη και έ­νας α­πό το Δικε­λί, συ­νο­λι­κά ε­πτά ά­το­μα. Με ε­πι­κε­φα­λής το γιο του μά­γει­ρα Μι­χά­λη, Νι­κό­λα Πε­τρέ­λη, που ή­ταν δά­σκα­λος στη Λέ­σβο, ορ­γά­νω­σαν συμ­μο­ρί­α. Με­τά τα γε­γο­νό­τα, α­πό μαρ­τυ­ρί­ες μου­σουλ­μά­νων της Λέ­σβου που εί­χαν πε­ρά­σει α­πέ­να­ντι, κα­τα­δικά­στη­καν στο στρα­το­δι­κεί­ο που έ­γι­νε στη Σμύρ­νη. Σύμ­φω­να με τα πρα­κτι­κά του στρα­το­δι­κεί­ου της 13ης Φεβρουα­ρί­ου 1913, οι κα­τη­γο­ρούμε­νοι α­πο­δέ­χθη­καν ό­τι μετέβηκαν στη Μυτι­λή­νη αλ­λά αρ­νή­θη­καν ό­τι συ­νερ­γά­στη­καν με τον Ελ­λη­νι­κό Στρα­τό. Τε­λι­κά α­παγ­χο­νί­στη­καν με φιρ­μά­νια του Σουλ­τά­νου Μεχ­μέτ Ρε­σάτ (Mehmet Reşad) οι πα­ρα­κά­τω:
  • Ο Νι­κό­λας Πε­τρέ­λης, για ε­πί­θε­ση κα­τά της οι­κο­γέ­νειας του χαλ­βα­τζή Αχ­μέτ, στις 19 Μαρτί­ου 1913.
  • Ο Πα­ντε­λής Κα­σά­πογλου, για με­τά­βα­ση στη Μυ­τι­λή­νη και συμ­με­το­χή στη συμ­μορί­α του Πα­πά, στις 22 Μαρτί­ου 1913.
  • Ο γιος του κα­πε­τά­νιου Κων­στα­ντή, Μι­χά­λης, για συμ­με­το­χή σε έ­νο­πλη συμ­μορί­α, στις 5 Α­πρι­λί­ου 1913.

Εί­ναι δύ­σκο­λο να ε­πα­λη­θευ­θούν τα γρα­φό­με­να α­πό τον Τούρ­κο ι­στο­ρι­κό, για­τί τα πρα­κτι­κά των δι­κών και οι ε­φη­με­ρί­δες που α­να­φέρει σε Κων­στα­ντι­νού­πο­λη και Σμύρ­νη, εί­ναι σε ο­θω­μα­νι­κή (α­ρα­βι­κή) γρα­φή. Δεν α­πο­κλεί­ε­ται ό­μως εθε­λο­ντές, ό­πως θα δού­με πα­ρα­κά­τω, να ήλ­θαν και α­πό τη Μι­κρά Α­σί­α, α­φε­νός για­τί ή­ταν έ­να κρά­τος με συ­νε­χή ε­πι­κοι­νω­νί­α και α­φε­τέ­ρου υ­πήρ­χαν και οι­κο­γε­νεια­κοί δε­σμοί με­τα­ξύ των Ελ­λή­νων που κα­τοι­κού­σαν στα νη­σιά και τα πα­ρά­λια της Μι­κράς Α­σί­ας.[youtube=http://www.youtube.com/watch?v=32AI2jrEl0k]

Ει­δι­κά για το θέ­μα της συμ­με­το­χής Κρη­τών ε­θε­λο­ντών σε πρά­ξεις βί­ας ο Ιω­άν­νης Κα­ρα­γιάν­νης στο βι­βλί­ο του με τί­τλο Το Φως των Παίδων που εκ­δό­θη­κε πι­θα­νόν το 1912 ή 1913 α­να­φέ­ρει: «Στις 30 Νο­εμ­βρί­ου ξε­κί­νη­σε α­πό Πει­ραιά, με το α­τμό­πλοιο «Έλ­δα» της ε­ται­ρεί­ας Α­χα­ϊ­κή σώ­μα 200 Κρη­τών ε­θε­λο­ντών προ­κει­μέ­νου να ε­νι­σχύ­σει την προ­σπά­θεια α­πε­λευ­θέ­ρω­σης της Χί­ου. Στο πλοί­ο υ­πήρ­χαν ε­φό­δια και υ­λι­κά του Στρα­τού για Μυ­τι­λή­νη και πε­ρί τη δύ­ση του η­λί­ου της 1ης Δε­κεμ­βρίου φθά­σα­με πρώ­τα στο λι­μά­νι της Μυ­τι­λή­νης. Οι κά­τοι­κοι μας υ­πο­δέ­χθη­καν θερ­μά και οι λεμ­βού­χοι μας με­τέ­φε­ραν στη πα­ρα­λί­α χω­ρίς χρή­μα­τα. Στα κα­φενεί­α α­κού­σα­με τις ι­στο­ρί­ες της α­πε­λευ­θέ­ρω­σης και για τη φυ­λά­κι­ση του Κρητι­κού Ιε­ρέ­α Ευ­γέ­νιου Πα­πα­να­κά­κη. Ο Ιε­ρέ­ας λει­τουρ­γού­σε σε χω­ριό της Σμύρ­νης και στις 12 Νο­εμ­βρί­ου πέ­ρα­σε ως ε­θε­λο­ντής στη Μυ­τι­λή­νη α­νέ­λα­βε ο­πλι­σμό και πή­γε στα χω­ριά της Γέ­ρας για α­φο­πλι­σμό και σύλ­λη­ψη ε­πι­κίν­δυ­νων μου­σουλ­μά­νων. Ε­πι­στέ­φο­ντας στη Μυ­τι­λή­νη, δύ­ο μου­σουλ­μά­νοι προ­σπά­θη­σαν να δραπε­τεύ­σουν, ο Ευ­γέ­νιος τους πυ­ρο­βό­λη­σε, και ο Διοι­κη­τής Με­λάς διέ­τα­ξε τη φυ­λά­κι­σή του. Οι αρ­χη­γοί των Κρη­τών πή­γαν στον Με­λά για να ζη­τή­σουν την α­ποφυ­λά­κι­ση του Ευ­γέ­νιου, αλ­λά εν τω με­τα­ξύ τα «παι­διά» πή­γαν στη φυ­λα­κή και ε­λευ­θέ­ρω­σαν τον Ευ­γέ­νιο και τους άλ­λους Μυ­τι­λη­νιούς φυ­λα­κι­σμέ­νους. Τον Ευ­γέ­νιο τον με­τέ­φε­ραν στο πλοί­ο, με­τά ό­μως α­πό α­παί­τη­ση του α­ξιω­μα­τι­κού Χρυ­σά­φη, ο­δη­γή­θη­κε ξα­νά στη φυ­λα­κή και το πλοί­ο α­να­χώ­ρη­σε για Χί­ο στις 2 Δεκεμ­βρί­ου». Το ε­πει­σό­διο τού­το ε­πα­λη­θεύ­ει τα α­να­φερ­θέ­ντα πα­ρα­πά­νω, ό­τι η α­που­σί­α στι­βα­ρής διοί­κη­σης και η μη ε­μπλο­κή ε­νός ο­λό­κλη­ρου τάγ­μα­τος στην τή­ρη­ση της τά­ξης, α­φού δεν κα­τα­δί­ω­ξε τον ε­χθρό, εί­ναι η κύ­ρια αι­τί­α των ε­πει­σοδί­ων βί­ας.

Ό­πως ο πρώ­ην Δή­μαρ­χος Κα­βέ­τσος προ­σπά­θη­σε να προ­στα­τέψει τους μου­σουλ­μά­νους κα­τοί­κους του νη­σιού, και άλ­λοι έπρα­ξαν το ί­διο. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό πα­ρά­δειγ­μα εί­ναι ό­τι, σε ε­λαιο­τρι­βεί­ο της Καλ­λο­νής, αγ­γλικής ι­διο­κτη­σί­ας, συ­γκε­ντρώ­θη­καν 300 πε­ρί­που μου­σουλ­μά­νοι και ζή­τη­σαν βο­ή­θεια α­πό τον Διευ­θυ­ντή, Μο­σγιό Πάπ (Mösyö Pap). Πράγ­μα­τι αυ­τός α­ντα­πο­κρί­θη­κε. Ό­ταν ό­μως οι κατα­φεύ­γο­ντες έ­φθα­σαν στους 700, ζή­τη­σε οι­κονο­μι­κή βο­ή­θεια α­πό την Κων­στα­ντι­νού­πο­λη. Έ­ναν χρό­νο με­τά την α­πε­λευ­θέ­ρω­ση, κα­τό­πιν ε­νερ­γειών της Βρε­τα­νι­κής Πρε­σβεί­ας στάλ­θη­καν α­πό το Υ­πουρ­γεί­ο Ε­σω­τε­ρι­κών στον Διευ­θυ­ντή του ε­λαιο­τρι­βεί­ου 200 αγ­γλι­κές λί­ρες, για κά­λυ­ψη των ε­ξό­δων.

Αν και οι κά­τοι­κοι της Λέ­σβου υ­πέ­φε­ραν τα μύ­ρια ό­σα κα­τά τη διάρ­κεια της μα­κρό­χρο­νης σκλα­βιάς, μην ξε­χνά­με ό­τι με­τά την κα­τά­λη­ψη, το 1462, έ­μει­ναν πε­ρί τις 40 χιλ. κά­τοι­κοι στο νη­σί, ο πο­λι­τι­σμός και η ψυχο­σύν­θε­ση των ο­ποί­ων δεν δι­καιο­λο­γού­σε τις βιαιό­τη­τες κα­τά α­μά­χων, αλ­λά ο μι­μη­τι­σμός και η παρα­κί­νη­ση α­πό ε­γκλη­μα­τι­κά στοι­χεί­α, που θέ­λουν πά­ντα να πα­ρέ­χουν κά­λυμ­μα στις πα­ρα­νο­μί­ες τους, εκ­με­ταλ­λευό­με­να τη ψυ­χο­λο­γί­α του πλή­θους και το βα­σι­κότε­ρο την α­που­σί­α στι­βα­ρής ε­ξου­σί­ας, μετέ­τρε­ψαν, σε με­ρι­κές πε­ρι­πτώ­σεις, τον ενθου­σια­σμό σε βί­αιες πρά­ξεις.[youtube=http://www.youtube.com/watch?v=f3dM64N9qls]

Τε­λι­κή μά­χη στο Κλά­πα­δο

Κατά την κίνη­ση των τουρ­κι­κών δυ­νά­με­ων προς την τε­λι­κή α­μυ­ντι­κή το­πο­θε­σί­α, πα­ρα­τη­ρή­θη­κε μα­ζι­κή λι­πο­τα­ξί­α των χρι­στια­νών στρα­τιω­τών, με α­πο­τέ­λε­σμα να μειω­θεί η δύ­ναμή του. Οι ε­γκα­τα­λεί­πο­ντες τον Τουρ­κι­κό Στρα­τό ε­ντάσ­σο­νταν κυ­ρί­ως στις τά­ξεις των ε­θε­λο­ντών, που υ­πο­βο­η­θού­σαν τις ελ­λη­νι­κές δυ­νά­μεις, αλ­λά ε­νε­πλά­κησαν και σε ε­πει­σό­δια βί­ας.

Κα­τά τον Λο­χα­γό Χα­κί, η τε­λι­κή δύ­να­μη που πα­ρα­τά­χθη­κε στην το­πο­θε­σί­α Κλα­πά­δου ή­ταν 1.314 άν­δρες (650 του τα­κτι­κού στρα­τού, 514 των λό­χων ε­φέ­δρων Μυ­τι­λή­νης, Μο­λύ­βου, Παρα­κοί­λων και Σι­γρί­ου, και 150 του τάγ­μα­τος χω­ρο­φυ­λακής). Ή­ταν ε­ξο­πλι­σμέ­νοι με 800 τυ­φέ­κια Μά­ου­ζερ και τα υ­πό­λοι­πα ή­ταν τα πα­λαιά Μάρ­τιν· δεν διέ­θε­ταν πυ­ρο­βο­λι­κό. Η α­να­φερ­θείσα πα­ρα­πά­νω δύ­να­μη των 2.250 αν­δρών ή­ταν δια­θέ­σι­μη λί­γο πριν την 8η Νο­εμβρί­ου, προ­τού αρ­χί­σουν οι λι­πο­τα­ξί­ες των μη μου­σουλ­μά­νων αλ­λά και μου­σουλ­μά­νων, κυ­ρί­ως ε­φέ­δρων.

Ο Ταγ­μα­τάρ­χης Γκα­νί στην ευ­ρύ­τε­ρη α­μυ­ντι­κή το­πο­θε­σί­α Πα­ρά­κοι­λα-Υψ. Κλα­πά­δου-Λε­πέ­τυ­μνος, διέτα­ξε τις δυ­νά­μεις του ό­πως πα­ρα­κά­τω:

  • Tον 5ο και 6ο Λό­χο και τον Λό­χο Σι­γρί­ου, στην 1η α­μυ­ντι­κή πε­ριο­χή ε­κα­τέ­ρω­θεν του δρό­μου Φί­λια-Σίγρι μέ­χρι το πο­λε­μι­κό στρα­τη­γεί­ο· Διοικητής ο Λο­χα­γός Χα­κί
  • Τον 7ο Λό­χο μα­ζί με τον Λό­χο Μυ­τι­λή­νης και τμή­μα χω­ρο­φυ­λα­κής στη 2η α­μυ­ντι­κή πε­ριο­χή, ε­πί του δρό­μου Καλ­λο­νή-Μό­λυβος· Διοικητής ο Λο­χα­γός Σει­φε­ντίν (Seyfeddin)
  • Πά­νω στον δρό­μο Στύψη-Πέ­τρα, 3η α­μυ­ντι­κή πε­ριο­χή, τον Λό­χο Πα­ρα­κοί­λων και τμή­μα χω­ρο­φυ­λα­κής· Διοικητής ο Υ­πο­λο­χαγός Μπα­χρί( Bahri).

Ε­γκα­τέ­στη­σε προ­φυ­λα­κές μά­χης στα υ­ψώ­μα­τα α­λυ­κών Καλ­λο­νής και Στύ­ψης, δυ­νά­με­ως δι­μοι­ρί­ας σε κά­θε θέση. Ε­πί­σης, α­νά 60 άν­δρες πά­νω στον δρό­μο Α­γί­α Πα­ρα­σκεύ­η-Κώ­μη με τον Λο­χα­γό Σι­ντκί και στον δρό­μο Μέ­σα-Λ. Μύ­λοι, με τον Υπο­λο­χα­γό Χα­τζί Τζε­μίλ, για κα­θυ­στέ­ρηση της ελ­λη­νι­κής προ­έ­λα­σης (Γε­νι­κές Προ­φυ­λα­κές). Πέ­ρα α­πό τα ε­πι­χει­ρη­σια­κά προ­βλή­μα­τα, το κυ­ριό­τε­ρο πρό­βλη­μα για τον Ταγ­μα­τάρ­χη Γκα­νί ή­ταν το χα­μη­λό η­θι­κό των στρα­τιω­τών του και η διά­σπα­ση του σώ­μα­τος των α­ξιω­μα­τι­κών σε δύ­ο ο­μά­δες, η πρώ­τη με ε­πι­κε­φα­λής τον Διοι­κη­τή που ή­θε­λε να πο­λε­μή­σει και η δεύ­τε­ρη με ε­πι­κε­φα­λής τον Λο­χα­γό Μπαχρί που ή­θε­λε να πα­ρα­δο­θεί, λό­γω έλ­λει­ψης μέ­σων και ε­φο­δί­ων. Ο Λο­χα­γός Χα­κί στην α­να­φο­ρά του α­να­φέ­ρει ό­λους τους α­ξιω­μα­τι­κούς και υ­παλ­λή­λους, που ή­θε­λαν να πα­ρα­δο­θούν.

Ο Ναύ­αρ­χος Κου­ντου­ριώ­της, α­να­χω­ρώ­ντας α­πό τη Μυ­τι­λή­νη, ζή­τη­σε την τα­χεί­α α­πο­στο­λή ε­νι­σχύ­σε­ων για εκ­κα­θά­ρι­ση της νή­σου. Πράγ­μα­τι, α­πό 28 Νο­εμβρί­ου μέ­χρι 1 Δεκεμ­βρί­ου έ­φθα­σαν στη Λέ­σβο, το 2ο Τάγ­μα του 19ου Συ­ντάγ­μα­τος της VII Με­ραρ­χί­ας (21 αξιω­μα­τι­κοί και 1.038 ο­πλί­τες), έ­να τμή­μα Πε­ζο­ναυ­τών (94 άν­δρες), έ­νας λό­χος (210 άν­δρες) α­πό ε­θε­λο­ντές Λέ­σβιους, έ­να λό­χος (165 άν­δρες) α­πό έ­μπε­δο (7ο Σύ­νταγ­μα Πε­ζι­κού) και μια ο­ρει­βα­τι­κή πυ­ρο­βο­λαρ­χί­α (6 πυρ-Κρούπ). Νέ­ος Διοι­κη­τής ο­ρί­σθη­κε ο Α­ντι­συ­νταγ­μα­τάρ­χης Συρ­μα­κέ­ζης Απολ­λό­δω­ρος και μα­ζί του ήλ­θε και ο ε­πι­τε­λής Λο­χα­γός Βερνάρ­δος. Συ­νο­λι­κά οι ελ­λη­νι­κές δυ­νά­μεις α­νέρ­χο­νταν σε 3.175 άν­δρες, α­πό τους ο­ποί­ους 300 πε­ζο­ναύ­τες ε­κτε­λού­σαν α­στυ­νομι­κά κα­θή­κο­ντα. Τα α­να­φε­ρό­με­να στο βι­βλί­ο του İdris Bostan, που ε­λή­φθη­σαν α­πό την α­να­φο­ρά του Λο­χα­γού Χακί για ελ­λη­νι­κή δύ­να­μη 4.000 αν­δρών και 5.000 εθε­λο­ντών Μυ­τι­λη­νιών, συ­νο­λι­κά 9.000 ανδρών, κρί­νο­νται υ­περ­βο­λι­κά, στην προ­σπά­θεια του Λο­χα­γού να δι­καιολο­γή­σει την ήτ­τα.

Ο Διοι­κη­τής έ­φθα­σε το βρά­δυ της 28ης Νο­εμβρί­ου, και το τάγ­μα το με­ση­μέ­ρι της 1ης Δεκεμ­βρί­ου. Ο Συρμα­κέ­ζης, α­φού ε­πι­θε­ώ­ρη­σε τα τμή­μα­τα στη Μυ­τι­λή­νη, έ­δω­σε δια­τα­γή για κί­νη­ση στις 30 Νο­εμβρί­ου για Λ. Μύ­λους-Θερ­μή. Στις 2 Δεκεμ­βρί­ου εκ­δό­θη­κε η πρώ­τη δια­τα­γή ε­πι­χει­ρή­σε­ων για προ­έ­λα­ση σε δύ­ο κα­τευ­θύν­σεις:

  • Στην α­ρι­στε­ρή, ό­που και η κύρια προ­σπά­θεια, με το Τάγ­μα Εμπέ­δων-Λό­χος Λέ­σβιων-Λό­χος Ε­μπέ­δου 7ου Συ­ντάγ­μα­τος και Πυ­ρο­βο­λαρ­χί­α Κρούπ, με Διοι­κη­τή τον Ταγ­μα­τάρ­χη Μα­νου­σά­κη
  • Στη δε­ξιά, με το 2ο τάγ­μα του 19ου Συ­ντάγ­μα­τος-Ναυ­τι­κό ά­γη­μα υ­πό τον Με­λά και δύ­ο πυ­ρο­βό­λα ναυ­τι­κού, με Διοι­κη­τή τον Ταγ­μα­τάρ­χη Παυλό­που­λο
  • Κά­λυ­ψη του δε­ξιού πλευ­ρού, με τμή­μα προ­σκό­πων υ­πό τον Αν­θυ­πολο­χαγό Χρυ­σά­φη, ε­πί του δρό­μου Πη­γή-Νά­πη. Στις 2 Δεκεμ­βρί­ου έ­φθα­σε στον Μό­λυ­βο το πλοί­ο Αρ­κα­δί­α και βομ­βάρ­δι­σε το λι­μά­νι.

Η προ­έ­λα­ση ξεκί­νη­σε το πρω­ί της 3ης Δεκεμ­βρί­ου και με­τά α­πό λί­γο τα προ­ε­λαύ­νο­ντα τμή­μα­τα συ­νά­ντη­σαν τα προ­κα­λυ­πτι­κά ε­χθρι­κά τμή­μα­τα, έ­γι­νε α­γώ­νας μιας ώ­ρας πε­ρί­που, α­πω­θή­θη­καν, και το βρά­δυ έ­φθασαν η μεν α­ρι­στε­ρή φά­λαγ­γα στο Κρυο­νέ­ρι και η δε δε­ξιά 3 χλμ. ΝΔ. της Αγί­ας Πα­ρα­σκευ­ής.

Εν τω με­τα­ξύ ε­πι­τρο­πή, α­πο­τε­λού­με­νη α­πό τον Αρχι­μαν­δρίτη Κυ­πρια­νό, τον πρώ­ην Δή­μαρ­χο Μυ­τι­λή­νης Κ. Κα­βέ­τσο, το Μου­φτή Μυ­τι­λή­νης και τους Τούρ­κους Ρι­φάτ Μπέ­η και Σεμ­σε­ντίν Μπέ­η, έ­φθα­σε στις 3 Δεκεμ­βρί­ου στην Καλ­λο­νή για να πεί­σει τον Τούρ­κο διοικη­τή να πα­ρα­δο­θεί και να α­πο­φευ­χθεί η αι­μα­το­χυ­σί­α. Αυ­τός ό­μως αρ­νή­θη­κε.

Στην α­ντί­πα­λη πλευ­ρά, ο Λο­χα­γός Σι­ντκί, πέ­ρα α­πό την α­πο­στο­λή του για κα­θυ­στέ­ρη­ση της ελ­λη­νι­κής προ­έ­λα­σης, πή­γαι­νε κά­θε βράδυ, α­πό 1 μέ­χρι 5 Δεκεμ­βρί­ου, στη Σκά­λα Σκαμνιάς, για να υ­πο­δε­χθεί μια πυ­ρο­βο­λαρ­χί­α (6 πυ­ρο­βό­λα), που θα ερ­χό­ταν α­πό το Μπε­χράμ, αλ­λά που δεν έ­φθα­σε πό­τε, ση­μά­δι της γε­νι­κής α­πο­διορ­γά­νω­σης της οθω­μα­νι­κής αυ­το­κρα­το­ρί­ας. Συνα­ντή­θη­κε με τη δε­ξιά φά­λαγ­γα το πρω­ί της 4ης Δεκεμβρί­ου στο Κα­βα­κλή, α­ντάλ­λα­ξε πυ­ρο­βο­λι­σμούς, αλ­λά φθά­νο­ντας στις Φι­ρά­νες, εί­χαν λιπο­τα­κτή­σει 15 στρα­τιώ­τες.

Οι φά­λαγ­γες προ­ε­λά­σε­ως συ­νέ­χι­σαν την α­πώ­θη­ση των ε­χθρικών προ­φυ­λα­κών και το βρά­δυ της 4ης Δεκεμ­βρί­ου κα­τέ­λη­ξαν η α­ρι­στε­ρή ΒΑ. του χω­ριού Δά­φια και η δε­ξιά στο Πα­λαιό­κα­στρο. Η α­ρι­στε­ρή φά­λαγ­γα ζή­τη­σε και πή­ρε ε­φό­δια α­πό τη Μο­νή Λει­μώ­νος, ό­πως α­να­φέ­ρε­ται στα πρα­κτι­κά της. Το βρά­δυ ο Συρ­μα­κέ­ζης ε­ξέδω­σε δια­τα­γή για συ­νέ­χι­ση της προ­έ­λα­σης για μεν την α­ρι­στε­ρή φά­λαγ­γα α­πό το πρω­ί της επομένης (5 Δεκεμ­βρί­ου) για δε τη δε­ξιά α­πό το πρω­ί της με­θεπομένης (6 Δεκεμ­βρί­ου), αυ­τός δε α­πο­φά­σι­σε να κι­νη­θεί με τη δε­ξιά φά­λαγγα.

Πράγ­μα­τι, στις 5 Δεκεμ­βρί­ου, η α­ρι­στε­ρή φά­λαγ­γα κι­νού­με­νη προ­σέ­κρου­σε στις δυ­νά­μεις του ε­χθρού και μέ­χρι το βράδυ έ­φθα­σε μέ­χρι τη Μο­νή Λει­μώ­νος ό­που και δια­νυ­κτέ­ρευ­σε. Α­πό τα πρα­κτι­κά της Μο­νής Λει­μώ­νος φαί­νε­ται ό­τι οι τουρ­κι­κές δυ­νά­μεις α­πό τα ε­λέγ­χο­ντα τον δρό­μο Δά­φια-Φί­λια υ­ψώ­μα­τα πρό­βα­λαν σφο­δρή α­ντί­στα­ση, οι δε σφαί­ρες τους έ­φθα­ναν μέ­χρι το Μο­να­στή­ρι, α­πό μί­α δε φο­νεύ­θη­κε ο μο­να­χός Νε­ό­φυτος α­πό τα Πα­ρά­κοι­λα.

Ο Διοι­κη­τής Συρ­μα­κέ­ζης, κι­νού­με­νος προς τη δε­ξιά φά­λαγ­γα, το α­πό­γευ­μα της 5ης Δεκεμ­βρί­ου, συ­νά­ντη­σε Τούρ­κο α­ξιω­μα­τι­κό που έ­φε­ρε ε­πι­στο­λή δια­μαρ­τυ­ρί­ας του Γκα­νί, για τις διώ­ξεις των μου­σουλ­μά­νων.

Τη νύ­κτα 5/6 Δεκεμ­βρί­ου στή­θη­κε η πυ­ρο­βολαρ­χί­α Κρούπ στην κο­ρυ­φή Κα­λα­θάς του Υψώ­μα­τος Παρ­θέ­νης και σε συ­νερ­γα­σί­α με τα πο­λυ­βό­λα α­πό τον λό­φο Τυ­ρα­νί­δι κα­τά­φε­ραν ι­σχυ­ρά πλήγ­μα­τα κα­τά του ε­χθρού ό­λη την 6η Δεκεμ­βρί­ου, α­πό το πρω­ί μέ­χρι το βρά­δυ. Α­πό α­δέ­σπο­τη τουρ­κι­κή σφαί­ρα σκο­τώ­θη­κε το ά­λο­γο του Σου­η­δού ια­τρού του Ε­ρυ­θρού Σταυ­ρού.

Φωτογραφία απο το περιοδικό Στρατιωτική Επιθεώρηση.

Φωτογραφία απο το περιοδικό Στρατιωτική Επιθεώρηση.

Ο Λο­χα­γός Χα­κί α­να­φέ­ρει ό­τι στις 0300 της 6ης Δεκεμ­βρί­ου ε­πι­χεί­ρη­σε με νυ­κτερι­νή ε­πί­θε­ση ο Ελλη­νι­κός Στρα­τός να προ­χω­ρή­σει στην κα­τεύ­θυν­ση Φί­λια-Σκα­λοχώ­ρι, αλ­λά συ­νά­ντη­σε σθε­να­ρή α­ντί­στα­ση α­πό τους Τούρ­κους της 1ης α­μυ­ντικής πε­ριο­χής. Εν τω με­τα­ξύ, η δε­ξιά φά­λαγ­γα έ­φθα­σε στη πε­ριο­χή Πε­τσο­φά, έ­τα­ξε τα δύ­ο ναυ­τι­κά πυ­ροβό­λα και άρ­χι­σε να βάλ­λει κα­τά των α­μυ­ντι­κών θέ­σε­ων του ε­χθρού. Πα­ράλ­λη­λα, έ­φθα­σε στον όρ­μο Πέ­τρας η Μοί­ρα ευδρό­μων για να υ­πο­στη­ρί­ξει με ναυ­τι­κό πυ­ρο­βο­λι­κό την προ­χώ­ρη­ση των ελ­λη­νικών δυ­νά­με­ων. Το βρά­δυ της 6ης Δεκεμ­βρί­ου η α­ρι­στε­ρή φά­λαγ­γα εί­χε κα­τα­λά­βει το Σκο­τει­νοβού­νι και η δε­ξιά εί­χε φθά­σει στις πα­ρυ­φές του χω­ριού Κλα­πά­δος.

Στην α­ντί­πα­λη πλευ­ρά η κα­τά­στα­ση ή­ταν τρα­γι­κή. Κα­τά τον Λο­χαγό Σι­ντκί, το βρά­δυ 6 προς 7 Δεκεμ­βρί­ου, παρα­τη­ρή­θη­καν μα­ζι­κές λι­πο­τα­ξί­ες κυ­ρί­ως ε­φέ­δρων μου­σουλ­μά­νων α­πό Κλα­πάδο προς Σκου­τά­ρο. Ο Γκα­νί με­τέ­βη προ­σω­πικά στη δεύ­τε­ρη α­μυ­ντι­κή πε­ριο­χή ό­που υ­πήρ­χε α­πό με­ρι­κούς άρ­νη­ση συμ­με­τοχής στη μά­χη.

Με την έ­ναρ­ξη των ε­πι­χει­ρή­σε­ων, στις 0800 της 7ης Δεκεμ­βρί­ου, οι Τούρ­κοι ζή­τη­σαν συ­νά­ντη­ση διοι­κη­τών, η ο­ποί­α έ­γι­νε στις 1100, χω­ρίς ό­μως α­πο­τέ­λε­σμα. Μάλ­λον η τουρ­κι­κή πλευ­ρά ήθε­λε να κερ­δί­σει χρό­νο για α­να­σύ­ντα­ξη των δυ­νά­μεών της, με­τά τις νυ­κτε­ρι­νές μα­ζι­κές λι­πο­τα­ξί­ες. Στις 1400 άρ­χι­σαν εκ νέ­ου οι ε­πι­χει­ρή­σεις και ο Γκα­νί στην α­να­φο­ρά του α­να­φέ­ρει: «Στη δε­ξιά πλευ­ρά, ό­που η ά­μυ­να ή­ταν πιο απο­τε­λε­σμα­τι­κή, α­πό τα πυ­ρά των μυ­δρα­λιο­βό­λων το τμή­μα του υ­πο­λο­χα­γού Χα­τζί Τζε­μίλ, λό­γω λι­πο­τα­ξί­ας των ντό­πιων (εν­νο­εί τους ντό­πιους μου­σουλ­μά­νους) άρ­χι­σε να δια­λύ­ε­ται, στη δε α­ρι­στε­ρή πλευ­ρά διαδό­σεις ό­τι κα­τα­λή­φθη­κε το στρα­τη­γεί­ο, συ­νε­λή­φθη­κε ο διοι­κη­τής κ,λπ. έ­σπειραν τον πα­νι­κό και α­να­γκά­στη­κα να λά­βω την α­πό­φα­ση για πα­ρά­δο­ση».

Πράγ­μα­τι, στάλ­θη­κε το βρά­δυ στις 2200 ο ί­διος ο Τούρ­κος α­ξιω­μα­τι­κός στις ελ­λη­νι­κές γραμ­μές και ζήτη­σε κα­τά­παυ­ση του πυ­ρός. Στις 0030 της 8ης Δεκεμ­βρί­ου έ­φθα­σε εκ νέ­ου με συ­νο­δό και πα­ρέδω­σε φά­κε­λο στον Αντι­συ­νταγ­μα­τάρχη Συρ­μα­κέ­ζη στον Πε­τσο­φά, με αί­τη­ση πα­ρά­δο­σης, με τις υ­πο­γραφές ό­λων των Τούρ­κων α­ξιω­μα­τι­κών.

Ο Λο­χα­γός Σι­ντκί, το βρά­δυ 7/8 Δεκεμβρί­ου, αρ­νή­θη­κε να πα­ρα­δο­θεί και α­φού συ­γκέ­ντρω­σε άλ­λους 15, πή­ρε ε­φό­δια, α­πο­χώ­ρη­σε α­πό το στρα­τη­γεί­ο και το βρά­δυ 8/9 Δεκεμ­βρί­ου έ­φθα­σε στη Σκά­λα Σκα­μνιάς και συ­νά­ντη­σε τον φύ­λα­κα του λι­μα­νιού. Πή­ρε ε­φό­δια και πα­ρέ­μει­νε την η­μέ­ρα της 9ης Δεκεμ­βρί­ου στο πα­ρα­κεί­με­νο δά­σος. Από ε­κεί πα­ρα­τη­ρού­σε τα με­τα­γω­γι­κά που με­τέφε­ραν τους αιχ­μα­λώ­τους στη Μυ­τι­λή­νη. Τη νύ­κτα κι­νή­θη­κε στον φά­ρο του Κό­ρα­κα, ομώ­νυ­μο α­κρω­τή­ριο, και συ­νά­ντη­σε τον φα­ρο­φύ­λα­κα. Τον έ­στει­λε στον Μα­ντα­μά­δο και μάλ­λον κα­νό­νι­σε και το βρά­δυ στις 1030 ήλθε κα­ΐ­κι, πι­θα­νόν ελ­λη­νι­κό, τους πα­ρέ­λα­βε και τους πέ­ρα­σε στο Μπε­χράμ.

Φωτογραφία απο το περιοδικό Στρατιωτική Επιθεώρηση

Φωτογραφία απο το περιοδικό Στρατιωτική Επιθεώρηση

Εν τω με­τα­ξύ, στις 0800 της 8ης Δεκεμ­βρί­ου συ­να­ντή­θη­καν οι δύ­ο α­ντι­προ­σω­πεί­ες στο Πε­τσο­φά και υ­πέ­γρα­ψαν το πρω­τό­κολ­λο πα­ρά­δο­σης, και το με­ση­μέ­ρι στο χω­ριό Φί­λια άρ­χι­σε η πα­ρά­δο­ση του ο­πλι­σμού. Μέ­ρος των αιχ­μα­λώ­των, πε­ρί τους 150, συ­γκε­ντρώ­θη­κε στη Μο­νή Λει­μώ­νος και οι υ­πό­λοι­ποι ο­δη­γή­θη­καν στον Μό­λυ­βο και α­πό ε­κεί με πλοί­α στη Μυτι­λή­νη.

Το με­ση­μέ­ρι της 9ης Δεκεμ­βρίου, ο Ηγού­με­νος της Μο­νής Λει­μώ­νος, Χα­τζή Σε­ρα­φείμ, πα­ρέ­θε­σε γεύ­μα στον Ταγ­μα­τάρ­χη Μα­νου­σά­κη, στον Σου­η­δό ια­τρό και σε 20 α­ξιω­μα­τι­κούς. Οι τε­λευ­ταί­οι αιχ­μά­λω­τοι α­πό το Μο­να­στή­ρι έ­φυ­γαν για Μυτι­λή­νη στις 16 Δεκεμ­βρί­ου και την ί­δια ημέ­ρα ο ε­πι­κε­φα­λής της α­ρι­στε­ρής φά­λαγ­γας Ταγ­μα­τάρ­χης Μανου­σά­κης έ­στει­λε ευ­χα­ρι­στή­ριο ε­πι­στο­λή στον Ηγού­με­νο Χα­τζή Σε­ρα­φείμ, με την ο­ποί­α ευ­χα­ρί­στησε για τη συμ­με­το­χή της εκ­κλη­σί­ας στη νι­κη­φό­ρο ε­πι­χεί­ρη­ση.

Κα­τά την ε­πι­χεί­ρη­ση οι ελ­λη­νι­κές δυ­νά­μεις εί­χαν νε­κρούς 1 αξιω­μα­τικό, 8 ο­πλί­τες και τραυ­μα­τί­ες 1 αξιω­μα­τικό και 80 ο­πλί­τες. Α­πό αυ­τούς πέντε ε­ντα­φιά­στη­καν στη Μο­νή Λει­μώ­νος, με­τα­ξύ αυ­τών και ο πρώ­τος νε­κρός της μά­χης Εμ­μα­νου­ήλ Βαρ­δά­κης α­πό τη Κρήτη, που έ­πε­σε στον λό­φο Τυ­ρα­νί­δι, ε­πί του ο­ποί­ου έ­χει α­να­γερ­θεί μνη­μεί­ο για ό­λους τους η­ρω­ι­κούς νε­κρούς της μά­χης.

Έ­τσι, ο­λο­κλη­ρώ­θη­κε η πλή­ρης α­πε­λευ­θέ­ρω­ση της Λέ­σβου, έ­ναν μή­να α­πό την α­πε­λευ­θέ­ρω­ση της πό­λης της Μυ­τι­λή­νης και ό­πως α­να­φέ­ρε­ται στην Ι­στο­ρί­α του Ναυ­τι­κού Πο­λέ­μου – 1914, αν εί­χε ε­πι­λε­γεί κα­τάλ­λη­λη α­κτή α­πό­βα­σης, που να ε­γκλώ­βι­ζε τις τουρ­κι­κές δυ­νά­μεις στη Μυ­τι­λή­νη, θα απο­φευγόταν η ά­σκο­πη αιμα­το­χυ­σί­α αλ­λά και οι πρά­ξεις βί­ας κα­τά των μου­σουλ­μά­νων κα­τοί­κων του νη­σιού.

Επί­λο­γος

Ο διοι­κη­τής των τουρ­κι­κών στρα­τευ­μά­των, Ταγ­μα­τάρ­χης Γκα­νί, στην α­να­φο­ρά που υ­πέ­βα­λε στις 5 Ιανουα­ρί­ου 1913, στο Ε­πι­τε­λεί­ο, πε­ριέ­λα­βε λε­πτο­με­ρές σχέ­διο α­να­κα­τά­λη­ψης της Λέ­σβου με α­πο­βα­τι­κή ε­νέρ­γεια στις α­κτές Ν. Κυ­δω­νιών-Μυ­στε­γνών-Κα­βα­κούμ και ταυ­τό­χρο­νη ε­νέρ­γεια του Οθω­μα­νι­κού Στό­λου σε Πέ­τρα και Μυ­τι­λή­νη. Το σχέ­διο, που μάλ­λον συ­ντά­χθη­κε για να μειώ­σει τις τυ­χόν ε­πι­πτώ­σεις που θα εί­χε ο Ταγ­μα­τάρ­χης λό­γω της ηττο­πά­θειας που έδει­ξαν τα υ­πό τη διοί­κησή του στρα­τεύ­μα­τα, στη­ρι­ζό­ταν σε δύ­ο προ­ϋ­πο­θέ­σεις:

Πρώ­τη ό­τι θα το έ­βα­ζαν στα πό­δια οι χρι­στια­νοί με την πρώ­τη του­φε­κιά, λαν­θα­σμέ­νη ε­κτί­μη­ση για έ­ναν λα­ό που μό­λις εί­χε α­πο­κτή­σει την ε­λευ­θε­ρί­α του και δεύ­τε­ρη ό­τι το α­πο­κλει­σμέ­νο στα Στε­νά ο­θω­μα­νι­κό ναυ­τι­κό θα ε­πα­νακτού­σε την κυ­ριαρ­χί­α στο Αι­γαί­ο. Τε­λεί­ως α­να­κρι­βής και υπερ­φί­α­λη ε­κτί­μη­ση, για την πε­ρί­ο­δο αυ­τή, με δε­δο­μέ­νο ό­τι και τις δύ­ο φο­ρές που ε­πι­χείρη­σε έ­ξο­δο, στις ναυ­μα­χί­ες που α­κο­λού­θη­σαν, νι­κή­θη­κε κα­τά κρά­τος α­πό το Ελλη­νι­κό Ναυ­τι­κό (Ναυ­μα­χί­α της Έλ­λης-3 Δεκεμ­βρί­ου 1912 και Ναυ­μα­χί­α της Λή­μνου-5 Ιανουα­ρί­ου 1913).

Ο Τούρ­κος συγ­γρα­φέ­ας και ι­στο­ρι­κός İdris Bostan, στη­ρι­ζό­με­νος στην α­να­φορά του Λο­χα­γού Χα­κί, α­να­φέ­ρει ό­τι λό­γω του α­ντί­κτυ­που από τις διώ­ξεις των μου­σουλ­μά­νων στην πε­ριο­χή της Σμύρ­νης (Βι­λα­έ­τι του Α­ϊ­δι­νί­ου) ο Πρω­θυ­πουρ­γός (sadrazam) Κα­μίλ Πα­σά, έ­δω­σε ε­ντολή στις 11 Δεκεμ­βρί­ου (πα­λαιό η­με­ρο­λό­γιο) στο Γε­νι­κό Ε­πι­τελεί­ο και αυ­τό την ί­δια μέ­ρα τη­λε­γρά­φη­σε στο Αρ­χη­γεί­ο του στό­λου και διέ­τα­ξε τον στό­λο να πλεύ­σει σε Μυ­τι­λή­νη και Χί­ο και στις ακτές της Μι­κράς Α­σί­ας. Δυ­στυ­χώς ό­μως, λό­γω λά­θους στη σύ­ντα­ξη του σή­μα­τος ό­που γρά­φη­κε η λέ­ξη «ά­κυ­ρο», δεν ε­φαρ­μό­στη­κε τε­λι­κά. Πρό­κει­ται για τε­λεί­ως α­πλο­ϊ­κή ε­ξή­γη­ση με δεδο­μέ­νο ό­τι ο Οθω­μα­νι­κός Στό­λος εί­χε ε­πιχει­ρή­σει έ­ξο­δο α­πό τα Δαρ­δα­νέ­λια, αλ­λά νι­κή­θη­κε στη ναυ­μα­χί­α της Έλ­λης, στις 3 Δεκεμ­βρί­ου, και το ί­διο συ­νέ­βη με­τα­γε­νέ­στε­ρα, στις 5 Ιανουα­ρί­ου 1913. Η προ­σπά­θεια κι­νη­το­ποί­η­σης του στό­λου με σή­μα­τα δεί­χνει την α­ντι­παλό­τη­τα που υ­πήρ­χε με­τα­ξύ των α­νώ­τα­των κλι­μα­κί­ων και της προ­σπά­θειας α­πο­φυ­γής των ευ­θυ­νών.

Α­νε­ξάρ­τη­τα α­πό την α­να­φο­ρά του Γκα­νί, το οθω­μα­νι­κό Ε­πι­τε­λεί­ο σχε­δί­α­ζε την α­να­κα­τά­λη­ψη των νησιών του ΒΑ. Αι­γαί­ου και αρ­χι­κά χώ­ρι­σε την α­κτή της Μι­κράς Α­σί­ας σε δύ­ο διοι­κήσεις και προ­σπά­θη­σε να ορ­γα­νώ­σει τάγ­μα­τα ε­θνο­φυ­λά­κων, χω­ρίς ό­μως ε­πι­τυ­χί­α, πλην του τάγ­μα­τος στο Σό­κε, λό­γω έλ­λει­ψης ο­πλι­σμού αλ­λά και α­ντι­δρά­σε­ων των μη μου­σουλ­μάνων κα­τοί­κων. Ό­πως α­να­φέ­ρει ο Ε­λίφ Γιε­νέ­ρο­γλου στο δι­δακτο­ρι­κό του με τί­τλο «Η Έ­ξο­δος των νή­σων του Α. Αι­γαί­ου α­πό την Ο­θω­μα­νι­κή κυ­ριαρ­χί­α και η ε­πίδρα­ση στην πε­ρι­φέ­ρεια Α­ϊ­δι­νί­ου (ευ­ρύ­τε­ρη πε­ριο­χή Σμύρ­νης)-Σμύρ­νη 2009», οι μη μου­σουλ­μά­νοι κά­τοι­κοι δια­μαρ­τυ­ρή­θη­καν στον Άγ­γλο Ναύ­αρ­χο Cecil Thurshy, που βρι­σκό­ταν στη Σμύρ­νη, λό­γω του ό­τι τα ό­πλα δό­θη­καν σε τουρ­κο­κρη­τι­κούς και τε­λι­κά συ­γκε­ντρώ­θηκαν.

Η κυ­βέρ­νη­ση του κο­μι­τά­του, που ή­δη εί­χε α­νέλ­θει στην ε­ξου­σί­α, προ­σπά­θη­σε να ε­λέγ­ξει την κα­τά­στα­ση, με πε­ριο­ρι­σμούς στις κι­νή­σεις των Ελ­λή­νων κα­τοί­κων των πα­ρα­λί­ων και των δια­φό­ρων πλοί­ων α­πό και προς τα νη­σιά. Ε­πί­σης, προ­σπάθη­σε α­νε­πί­ση­μα, μέ­σω της πί­ε­σης που α­σκούσαν οι κομ­μα­τι­κές ορ­γα­νώ­σεις του κο­μι­τά­του, να α­να­γκά­σει τους Έλ­λη­νες να ε­γκα­τα­λεί­ψουν τις ε­στί­ες τους, ό­πως και έ­γι­νε, και ο­νο­μά­στη­κε ο πρώ­τος διωγ­μός.

Πα­ράλ­λη­λα προ­σπά­θη­σε να ε­νι­σχύ­σει το ναυ­τι­κό και ο Τα­λάτ πα­σάς, στις αρ­χές του 1914, με την α­να­κοί­νω­ση της α­γο­ράς του θω­ρη­κτού «Σουλ­τάν Ο­σμάν». Δή­λω­σε δε στην ε­φη­με­ρί­δα Tan των Πα­ρι­σί­ων ό­τι «Σκο­πός εί­ναι η γρή­γο­ρη ε­πι­χει­ρη­σια­κή α­ξιο­ποί­η­ση του θω­ρη­κτού και η α­να­κα­τά­ληψη των νη­σιών του Αι­γαί­ου». Ό­σον α­φο­ρά την α­γο­ρά αυ­τή, ο Υπουρ­γός Οι­κο­νο­μι­κών Ρι­φάτ δεν συμ­φω­νού­σε με τη σύ­να­ψη δα­νεί­ου 4 εκ. στερ­λι­νών α­πό την γαλ­λι­κή τρά­πε­ζα Perrier, αλ­λά ο Τα­λάτ τον πί­ε­σε και του άλ­λα­ξε γνώ­μη, λέ­γο­ντας ό­τι «θα πά­ρου­με τα νη­σιά πί­σω». Με την έ­ναρ­ξη ό­μως του Α΄ Π.Π., η Αγ­γλί­α αρ­νήθη­κε να πα­ρα­δώ­σει τα πα­ραγ­γελ­θέ­ντα πλοί­α, και τε­λι­κά το Επι­τε­λεί­ο πα­ραι­τή­θη­κε των σχε­δί­ων α­να­κα­τά­λη­ψης. Τού­το φαί­νε­ται σε έγ­γρα­φο του Σώ­μα­τος Στρα­τού Σμύρ­νης της 7ης Ιουλί­ου 1914 ό­που γί­νε­ται α­πο­δε­κτό ό­τι η α­κτή α­πο­τε­λεί σύ­νο­ρο και α­παι­τούνται λό­χοι α­σφα­λεί­ας α­κτών για τη φύ­λαξή του. Στην αλ­λη­λο­γρα­φί­α υ­πάρ­χει και η υ­πο­γρα­φή του Υπουρ­γού Άμυ­νας Εν­βέρ Πα­σά.

H απελευθέρωση της Λέσβου το 1912. (vimaonline.gr)

Με τη λή­ξη των Βαλ­κα­νι­κών πο­λέ­μων και με τις υ­πο­γρα­φεί­σες συν­θή­κες και πρω­τό­κολ­λα (Συν­θή­κη Λον­δί­νου 30 Μα­ΐ­ου 1913-Πρω­τό­κολ­λο Λον­δί­νου 11 Αυγού­στου 1913) δεν ε­πι­λύ­ε­ται ο­ρι­στι­κά το νο­μι­κό κα­θε­στώς των νη­σιών του Αι­γαί­ου, λό­γω κω­λυ­σιερ­γί­ας της οθω­μα­νικής κυ­βέρ­νη­σης, η ο­ποί­α στο διαρ­κές δι­πλω­μα­τι­κό πα­ζά­ρι με τις Με­γά­λες Δυ­νά­μεις για την πα­ρα­χώ­ρη­ση ε­δα­φών της, προ­σπα­θού­σε να κερ­δί­σει τα νη­σιά του Α. Αι­γαί­ου που έ­χα­σε με τον πό­λε­μο. Το 1914 ο Τούρ­κος Πρέ­σβης στην Α­θή­να Γκα­λίπ Κε­μα­λί, ε­ρω­τη­θείς α­νε­πί­ση­μα «Ποια νη­σιά θα έ­δι­νε η Ο­θω­μανι­κή Αυ­το­κρα­το­ρί­α, αν δι­νό­ταν πί­σω η Λέ­σβος και η Χί­ος», απά­ντη­σε «Τα Ψα­ρά, Λε­βί­θα, Α­στυ­πά­λαια, Κάρ­πα­θος και Κά­σος» και το θέ­μα έ­κλει­σε.

Σε συ­νά­ντη­ση α­ντι­προ­σω­πειών των δύ­ο κρα­τών στο Βουκου­ρέ­στι με την έ­ναρ­ξη του Α΄ Π.Π., υ­πό τον Τα­λάτ και τους Ζα­ΐ­μη – Πο­λί­τη, συ­ζη­τήθη­κε η ε­νοι­κί­α­ση των νη­σιών του Β. Αι­γαί­ου στην Ελ­λά­δα και ο διο­ρι­σμός Έλ­λη­να νο­μάρ­χη α­πό τον Σουλ­τά­νο. Η οθω­μα­νι­κή κυ­βέρ­νη­ση δεν έ­κανε δε­κτή την πρό­τα­ση και α­πά­ντη­σε αρ­νη­τι­κά στο σχε­τι­κό τη­λε­γρά­φη­μα του Τα­λάτ α­πό το Βου­κου­ρέ­στι της 9ης Σεπτεμ­βρί­ου 1914.

Έ­κτο­τε δια­δρα­μα­τί­στη­καν σο­βα­ρά γε­γο­νό­τα σε ε­θνι­κό και ευ­ρω­πα­ϊ­κό ε­πί­πε­δο. Τη χα­ρού­με­νη α­τμό­σφαι­ρα των βαλ­κα­νι­κών πο­λέ­μων με τις ε­θνι­κές ε­πι­τυ­χί­ες α­κο­λού­θη­σε η μι­ζέ­ρια και η κα­χυ­πο­ψί­α του δι­χα­σμού. Η Ελ­λά­δα χω­ρί­στη­κε στα δύ­ο, το μί­σος φώ­λια­σε στις καρ­διές των Ελλή­νων και με­τά α­πό δια­δο­χι­κά τρα­γι­κά λά­θη της η­γε­σί­ας της χώ­ρας, πο­λι­τι­κής και στρα­τιω­τι­κής, φθά­σα­με στην τελευ­ταί­α πρά­ξη του δρά­μα­τος, την α­νταλ­λα­γή των πλη­θυ­σμών.

Ό­πως προ­α­να­φέρ­θη­κε, στη Λέ­σβο κα­τοι­κού­σαν γύ­ρω στους 18.000 μου­σουλ­μά­νοι, οι ο­ποί­οι α­πο­χω­ρού­σαν στα­δια­κά α­πό το νη­σί, και κα­τά την ο­λο­κλή­ρω­ση της α­νταλ­λα­γής των πλη­θυ­σμών, στις 21 Ο­κτω­βρί­ου 1923, με­τα­φέρ­θη­καν συ­νο­λι­κά στο Α­ϊ­βα­λή 7.500 μου­σουλ­μά­νοι. Ο ε­πι­κε­φα­λής τους, Μου­φτής της Μυ­τι­λή­νης Α­τά­ου­λαχ (Ataulah) α­πέ­στει­λε ευ­χα­ρι­στή­ριο τη­λε­γρά­φη­μα στην τουρ­κι­κή Βου­λή, υ­πο­γρά­φο­ντας ως Μου­φτής των εν Α­ϊ­βα­λή Μυ­τι­λη­νιών μου­σουλ­μά­νων. Έ­τσι, έ­λη­ξε η επί 450 χρόνια τουρ­κι­κή πα­ρου­σί­α στη Λέ­σβο.

Η χώ­ρα μας, ητ­τη­μέ­νη και κα­θη­μαγ­μέ­νη οι­κο­νο­μι­κά και κοι­νω­νι­κά, με­τά α­πό δέ­κα χρό­νια συ­νε­χό­με­νων πο­λε­μι­κών ε­πι­χει­ρή­σε­ων, κα­τά τις ο­ποί­ες δι­πλα­σί­α­σε μεν τα ε­δά­φη της στη Βαλ­κα­νι­κή, αλλά ητ­τή­θη­κε στην Α­να­το­λή (Μι­κρά Α­σί­α) και στη συ­νέ­χεια κα­τα­κλύ­στη­κε α­πό 1,5 εκ. πρό­σφυ­γες, ξε­ρι­ζω­μέ­νους α­πό τις ε­πί χι­λιε­τί­ες πα­τρο­γονι­κές ε­στί­ες, ξε­κι­νού­σε μια νέ­α πε­ρί­ο­δο πο­λι­τι­κής και οι­κο­νο­μι­κής α­στά­θειας, σε συν­δυα­σμό με την προ­σπά­θεια εν­σω­μά­τω­σης του προ­σφυ­γι­κού στοι­χεί­ου. Τελι­κά, σύρ­θη­κε στην υ­πο­γρα­φή της Συν­θή­κης της Λο­ζάνης (24 Ιουλί­ου 1924), με την ο­ποί­α ε­πι­λύ­θη­κε ο­ρι­στι­κά το κα­θε­στώς κυ­ριαρ­χί­ας στα νη­σιά του ΒΑ. Αι­γαί­ου, με την α­να­γνώ­ρι­ση ντε γιού­ρε κα­τά­στα­σης που δια­μορ­φώ­θη­κε κα­τά το έν­δο­ξο φθι­νό­πω­ρο του 1912, α­κρι­βώς πριν ε­κα­τό χρό­νια.

ΒΙ­ΒΛΙΟ­ΓΡΑ­ΦΙΑ

  • Bostan, Ι., Midilli’nin işgali Günlü­ğü-1912 (Η­με­ρο­λό­γιο Κα­τά­λη­ψης της Μυ­τι­λή­νης -1912).
  • Arslan, A., «Σχέ­σεις Τουρ­κί­ας με Νη­σιά 1913-14», Τμή­μα Ι­στο­ρί­ας Πα­νε­πι­στη­μίου Κων­στα­ντι­νού­πο­λης.
  • Donbanoğlu, B., Με­τα­πτυ­χια­κή Ερ­γα­σί­α με τί­τλο «Α­πό τους Βαλ­κα­νι­κούς Πο­λέ­μους στην Α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κό Πό­λε­μο, η Τουρ­κι­κή Ναυ­τι­κή Στρα­τη­γι­κή», Gebze 2007.
  • Yeneroğlu, Elif, Δι­δα­κτο­ρι­κή δια­τρι­βή «Η Έ­ξο­δος των Νή­σων Αν. Αι­γαί­ου α­πό την Ο­θω­μα­νική κυ­ριαρ­χί­α και η επί­δρα­ση στην Πε­ρι­φέ­ρεια Α­ϊ­δι­νί­ο», Σμύρ­νη 2009.
  • ΓΕΣ/ΔΙΣ, Ο Ελ­λη­νι­κός Στρατός κα­τά τους Βαλ­κα­νι­κούς Πο­λέ­μους 1912-13, Τό­μος Α΄.
  • Özçelik, Fatih, Η­με­ρο­λό­γιο του 1903 της Πε­ρι­φέ­ρειας Αρ­χι­πε­λά­γους (Cezayir –i Bahr-i Sefid Vilayeti), Mπό­λου 2007.
  • Θε­ο­φα­νί­δη, Ι­στο­ρί­α του Ελλη­νι­κού Ναυ­τι­κού 1903-12, [χ.ό.], [χ.τ.],1923.
  • Ι­στο­ρί­α του Ναυ­τι­κού Πο­λέ­μου 1912-13, Εκ­δό­σεις ε­φημ. Σκρι­πτ, 1914, Α­θή­να.
  • Κα­ρα­γιάν­νη, Ι., Το Φως των Παί­δων, [χ.ό.], [χ.τ.].
  • Λε­σβια­κά Τό­μος Δ΄, 1962, [χ.ό.], [χ.τ.].
  • Λέ­σβος 1912-2012 Ε­κα­τό Χρό­νια Ε­λευ­θε­ρί­ας – Λέ­σχη Πλω­μα­ρί­ου «Βε­νια­μίν ο Λέ­σβιος», 2011.
  • Μπά­μπου­ρη, Ε., Το Ναυτι­κόν μας κα­τά τους Βαλ­κα­νι­κούς Πο­λέ­μους 1912-13, Α­θή­να 1939, [χ.ό.].
  • Φω­κά, Δ., Ο Στό­λος του Αι­γαί­ου, Α­θή­να 1972, [χ.ό.].
  • Πε­ριο­δι­κό Ι. Μη­τρό­πο­λης Μη­θύ­μνης, τεύ­χος 3, Μά­ιος-Ιού­νιος 1938, (Πρα­κτι­κά Μο­νής Λει­μώ­νος).

Η πηγή του κειμένου είναι το Περιοδικό “Στρατιωτική Επιθεώρηση” τεύχος Σεπτεμβρίου-Δεκεμβρίου 2013 και αναδημοσίευθηκε με την άδεια του “ΓΕΝΙΚΟΥ  ΕΠΙΤΕΛΕΙΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ”.


[1]εί­δος πο­λε­μι­κού πλοί­ου.
[2]σή­με­ρα Γραμ­μα­τεί­α Νη­σιω­τι­κής Πο­λιτι­κής και Ε­φε­τεί­ο Αι­γαί­ου.
[3]πε­ριο­χή κά­τω ρου Α­ξιού ποτα­μού.
[4]γιου­ρού­κοι ξυ­λο­κό­ποι.
[5]Midilli’nin işgal Günlü­ğü-1912, (Η­με­ρο­λό­γιο Κα­τά­λη­ψης της Μυ­τι­λή­νης-1912)
[6]Με­τα­ξύ των πρω­τερ­γα­τών ή­ταν και ο ποι­η­τής-συγ­γρα­φέ­ας και Διοι­κη­τής της Λέ­σβου α­πό το 1879-84 Να­μίκ Κε­μάλ-Namik Kemal.
[7]«Ι­στορί­α του Ναυ­τι­κού Πο­λέ­μου» Ε­φημ. Σκρι­πτ, Α­θή­να 1914. Δ., Φω­κά, Ο Στό­λος του Αι­γαί­ου 1972.
[8]Δ., Φω­κά, Ο Στό­λος του Αι­γαί­ου.
[9]Ε., Μπά­μπου­ρη, Το Ναυ­τι­κόν μας κα­τά τους Βαλ­κα­νι­κούς πο­λέ­μους 1912-1913, Α­θή­να 1939.
[10]Κα­ταγό­ταν α­πό το Diyarbakır, γό­νος πλού­σιας οι­κο­γέ­νειας, ποι­η­τής και α­δελ­φός του με­γά­λου Τούρ­κου ποι­η­τή Süleyman Nazıf. Το 1915, ως Βα­λής της Κιου­τά­χειας, μη υ­πα­κού­ο­ντας σε ε­ντο­λή του Τα­λάτ Πα­σά, έ­σω­σε Αρ­μέ­νιους α­πό τη σφα­γή. Ήταν μέ­λος του κο­μι­τά­του, αλ­λά με κρι­τι­κή διά­θε­ση.
[11]Λε­σβια­κά, Δ΄ τό­μος 1962.
[12]Λε­σβια­κά, 1962.
[13]«Λέ­σβος 100 χρό­νια ε­λευ­θε­ρί­ας -2011», Λέ­σχη Πλω­μα­ρί­ου, Βε­νια­μίν ο Λέ­σβιος.
[14]Σκριπ, 1914, Α­θή­να.
[15]Ε., Μπα­μπού­ρη, Το Ναυ­τι­κόν μας κα­τά τους Βαλ­κα­νι­κούς Πο­λέ­μους 1912-13.
[16]Ε., Μπα­μπού­ρη, ό.π.
[17]Λε­σβια­κά, ό.π.

About The Author

Παρατηρητής και ιστογράφος θεμάτων αμυντικής τεχνολογίας. Δεσμευμένος με τις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις και παθιασμένος με οτιδήποτε στρατιωτικό.

ΔΕΝ επιτρέπονται απαξιωτικοί και υβριστικοί χαρακτηρισμοί εναντίον στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας. Υποβάλλοντας το σχόλιο σου επιβεβαιώνεις ότι έχεις διαβάσει και αποδεχθεί τους όρους χρήσης και σχολιασμού του ιστοτόπου. Η ευθύνη των σχολίων (αστική και ποινική) βαρύνει τους σχολιαστές. Οι απόψεις που εκφράζονται δεν αντιπροσωπεύουν εκείνες της "Προέλασης" και δεν πρέπει να εκλαμβάνονται ως τέτοιες.

Σχολιάστε

Αρέσει σε %d bloggers: