Στην φωτογραφία, ο Πολωνός πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Donald Tusk και η Ιταλίδα νεοεπιλεγείσα Ύπατη Εκπρόσωπος της ΕΕ για Θέματα Εξωτερικής Πολιτικής, Federica Mogherini, στις Βρυξέλλες, στις 30 Αυγούστου 2014 (Yves Herman / Courtesy Reuters)

Γραφεί ο Lorinc Redei*

Αργά το βράδυ τού περασμένου Σαββάτου (30.08.2014), οι Ευρωπαίοι ηγέτες συλλογικά κατέστησαν την Ευρωπαϊκή Ένωση άσχετη με τις παγκόσμιες υποθέσεις. Μέσω της επιλογής των υποψηφίων σε δύο από τις κορυφαίες θέσεις τής ΕΕ, και με την απόφασή τους να αναβάλουν τις κυρώσεις για την Ρωσία, ακόμη και καθώς τα στρατεύματά της εισέβαλαν [1] στην Ουκρανία, κατέστησαν σαφές ότι προτιμούν μια Ευρώπη που είναι εσωτερικά ανομοιογενής και ανίκανη να υπερασπιστεί τα συμφέροντά της στο εξωτερικό. Είτε οι Ευρωπαίοι αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων ενήργησαν από άγνοια είτε από δειλία, οι επιπτώσεις θα γίνουν αισθητές στους απλούς πολίτες σε όλη την ήπειρο.

Αναμφισβήτητα, η πολιτική τής ΕΕ είναι πιο ασυνάρτητη από ποτέ. Η έκτακτη σύνοδος κορυφής τής ΕΕ [2] όρισε τον πρωθυπουργό τής Πολωνίας, Ντόναλντ Τουσκ, ως τον επόμενο πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, του οργάνου που συγκαλεί τους αρχηγούς των κρατών-μελών της ΕΕ για να δώσουν κατεύθυνση στις πολιτικές. Ο φαινομενικός σκοπός τού προέδρου είναι να αγκαλιάζει τα συμφέροντα ολόκληρης της ηπείρου (σε αντίθεση με εκείνα των μεμονωμένων κρατών-μελών) και να σφυρηλατεί την συναίνεση μεταξύ των διαφόρων εθνικών πρωτευουσών μέσα από εκτενή διμερή επικοινωνία. Ο Τουσκ μπορεί να είναι ένας ταλαντούχος πολιτικός: Είναι ο μόνος πρωθυπουργός που επανεξελέγη στην μετα-κομμουνιστική Πολωνία. Μπορεί επίσης να είναι πολύ αρεστός στις Βρυξέλλες – στο κάτω-κάτω, αναβίωσε όντως το κύρος τής Πολωνίας μέσα στους ευρωπαϊκούς κύκλους, μετά την ταραχώδη ηγεσία των Λεχ και Γιάροσλαβ Καζίνσκι – τους πρώην πρόεδρο και πρωθυπουργό τής Πολωνίας, αντίστοιχα – και είναι γνωστός ως ένας σκληρός διαπραγματευτής [3] στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο.

Αλλά ο Τουσκ παρ’ όλα αυτά είναι εξαιρετικά απίθανο να είναι ένας αρχιτέκτονας της συναίνεσης στην γηραιά ήπειρο. Σε αντίθεση με τον προκάτοχό του, τον απερχόμενο πρόεδρο του Συμβουλίου, Herman Van Rompuy, του οποίου το υπόβαθρο στην ομοσπονδιακή πολιτική τού Βελγίου τού έδωσε δεκαετίες εμπειρίας στην κατασκευή γεφυρών μεταξύ πολλών ανταγωνιστικών παρατάξεων, ο Tusk δεν είναι γνωστός ως ένας επιδέξιος δημιουργός συνασπισμών. Και οι δύο κυβερνήσεις του στην Πολωνία βασίζονταν σε συνασπισμό με έναν μόνο εταίρο στην Κάτω Βουλή (και κανέναν στην Γερουσία). Επιπλέον, ο Tusk δεν μιλάει καθόλου γαλλικά και έχει περιορισμένη γνώση τής αγγλικής γλώσσας [4]. Είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι θα μπορούσε να οικοδομήσει δημιουργικές ευκαιρίες μεταξύ των πρώην συναδέλφων του, δεδομένης όλης της ταλαιπωρίας που θα υφίσταται απλώς για να επικοινωνεί μαζί τους σε μια κοινή γλώσσα. Το μήνυμα της επιλογής του είναι σαφές: Οι εθνικοί ηγέτες στην Ευρώπη θα προτιμούσαν να μην προωθεί κανείς μια ξεχωριστή ευρωπαϊκή προοπτική που θα μπορούσε να μπει στον δρόμο της δικής τους προσέγγισης του «χαμηλότερου κοινού παρονομαστή».

Δεύτερον, και κάνοντας τα πράγματα πολύ χειρότερα, η υποψήφια της συνόδου κορυφής για να υπηρετήσει ως Ύπατος Εκπρόσωπος της ΕΕ για Θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας, είναι η Federica Mogherini, η σημερινή υπουργός Εξωτερικών τής Ιταλίας. Σε αντίθεση με τον Tusk, η Mogherini είναι πολύγλωσση [5]. Είναι, επίσης, μια ανάσα φρέσκου αέρα στο γηριατρικό περιβάλλον τής ιταλικής πολιτικής. Αλλά της λείπουν δύο από τα πιο βασικά χαρακτηριστικά για να είναι μια αποτελεσματική εκπρόσωπος της εξωτερικής πολιτικής τής ΕΕ: Η εκτελεστική εμπειρία και το διεθνές κύρος.

Η Mogherini [6] δεν έχει καμιά προϋπηρεσία σε πολύπλοκα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δεν έχει καμία εμπειρία από πρώτο χέρι στην δύσκολη γραφειοκρατία τής Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης (European External Action Service) της οποίας θα ηγείται, ούτε έχει ξοδέψει πολύ χρόνο συμμετοχής στο Συμβούλιο – στο κάτω-κάτω, ήταν η υπουργός Εξωτερικών τής Ιταλίας μόνο για έξι μήνες. Η Mogherini δεν μπορεί να ισχυριστεί οποιαδήποτε προηγούμενη υπουργική ή εκτελεστική υπηρεσία – οι προηγούμενες θέσεις της στο πλαίσιο του πολιτικού της κόμματος ήταν πολύ διαφορετικού διαμετρήματος. Υπήρξε απλώς μια εκλεγμένη πολιτικός για έξι χρόνια. Ούτε αυτή είναι γνωστή εκτός Ευρώπης, σε αντίθεση με κάποιες άλλες πιθανές υποψηφιότητες των οποίων τα ονόματα έκαναν τον γύρο των φημολογιών στις Βρυξέλλες (συμπεριλαμβανομένων του Γερμανού υπουργού Εξωτερικών Frank-Walter Steinmeier, του υπουργού Εξωτερικών τής Πολωνίας Radek Sikorski ή του Σουηδού υπουργού Εξωτερικών Carl Bildt).

Η επιρροή τής Mogherini όταν προσπαθήσει να μιλήσει στο όνομα της Ευρώπης, ως εκ τούτου, θα είναι ελάχιστη – οι ξένες κυβερνήσεις είναι απίθανο να την πάρουν στα σοβαρά. Για να γίνουν τα πράγματα χειρότερα, έχει την φήμη ότι είναι υπερβολικά πρόθυμη [7] να διευθετήσει τα ρωσικά συμφέροντα. Αν αυτό είναι αλήθεια ή όχι, μόνο ο χρόνος θα δείξει. Ωστόσο, αυτή η αντίληψη και μόνο καθιστά τον διορισμό της ένα επικίνδυνο μήνυμα προς την Ρωσία, ιδιαίτερα σε μια εποχή κατά την οποία η πιο σημαντική πρόκληση της εξωτερικής πολιτικής τής Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι η αντιμετώπιση της Μόσχας. Η υποτιθέμενη σκληρότερη γραμμή τού Τουσκ ενάντια στην Μόσχα δεν μπορεί να αντισταθμίσει αυτή την ανησυχία. Είναι η Ύπατη Εκπρόσωπος, μερικές φορές μαζί με τον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία θα πρέπει να εκπροσωπεί την ΕΕ σε οποιεσδήποτε συζητήσεις ή συναντήσεις με την Μόσχα.

Τρίτον, και επιδεινώνοντας τις αποφάσεις στελέχωσης, οι ηγέτες κατά την σύνοδο κορυφής αποφάσισαν να χρησιμοποιήσουν διγλωσσία για τις περαιτέρω κυρώσεις εναντίον τής Ρωσίας. Ακόμη και με τον πρόεδρο της Ουκρανίας Petro Poroshenko να παρακολουθεί – προειδοποιώντας για τα ρωσικά τανκς που περνούν τα σύνορα [8] και ισοπεδώνουν πόλεις – οι Ευρωπαίοι ηγέτες το μόνο που μπόρεσαν ήταν να συμφωνήσουν να ζητήσουν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να αναλάβει τις προπαρασκευαστικές εργασίες για την υποβολή προτάσεων [9] μέσα σε μια εβδομάδα. Κυκλοφορούσαν φήμες για σοβαρές οικονομικές κυρώσεις (συμπεριλαμβανομένης της απαγόρευσης των Ευρωπαίων από την αγορά κρατικών ομολόγων τής Ρωσίας) και ισχυρά συμβολικά βήματα (όπως ένα ευρωπαϊκό μποϊκοτάζ του Παγκόσμιου Κυπέλλου Ποδοσφαίρου του 2018, που θα διεξαχθεί στην Ρωσία). Ωστόσο, η γενική αίσθηση στο τέλος τής συνόδου κορυφής ήταν ότι η χρονική στιγμή των κυρώσεων ήταν αόριστη και τα κριτήρια για την επιβολή τους ασαφή [10]. Αυτά δύσκολα θα είναι αρκετά για να αποτρέψουν τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντιμίρ Πούτιν από περαιτέρω επιθετικότητα.

Οι αποφάσεις αυτές δεν καταδικάζουν την Ουκρανία στην λήθη. Ο Τουσκ ίσως να αποδειχθεί ένα έμπειρος διαχειριστής στον ρόλο του ως πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου – όπως ήταν ο απερχόμενος πρόεδρος Herman Van Rompuy. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θα μπορούσε επίσης να επιλέξει να χρησιμοποιήσει την δυνατότητά του να ασκήσει βέτο στο σύνολο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκτός εάν η θέση τού Ύπατου Εκπροσώπου καταληφθεί από κάποιον με το ανάστημα, την εμπειρία και την ικανότητα να σταθεί για τις ευρωπαϊκές αξίες και τα ευρωπαϊκά συμφέροντα σε όλο τον κόσμο. Και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ίσως τελικά να καταλήξει με κυρώσεις που πραγματικά να δαγκώνουν.

Το βαθύτερο δίδαγμα, όμως, εξακολουθεί να είναι σκοτεινό, γιατί λέει πολλά για τους σημερινούς ηγέτες των κρατών-μελών τής Ευρωπαϊκής Ένωσης. Είναι επιφυλακτικοί όσον αφορά την πλήρωση κορυφαίων θέσεων της ΕΕ με υψηλού προφίλ πολιτικές προσωπικότητες που θα μπορούσαν να αμφισβητήσουν τα εθνικά τους συμφέροντα στο όνομα ενός κοινού ευρωπαϊκού καλού. Και προσωπικά είναι αδύναμοι και ανίσχυροι – κανένα ευρωπαϊκό κράτος σήμερα δεν μπορεί να επηρεάσει τα σημαντικά παγκόσμια θέματα από μόνο του. Έτσι, με τον διορισμό απογοητευτικών προσωπικοτήτων σε σημαντικές θέσεις, οι Ευρωπαίοι ηγέτες υπονομεύουν την ικανότητά τους να αντιμετωπίζουν τις μεγάλες προκλήσεις τής εποχής μας, όπως είναι μια αναδυόμενη και επεκτατική Ρωσία.

Η σύνοδος κορυφής του Σαββατοκύριακου παρακολουθείτο στενά τόσο από την Μόσχα όσο και από την Ουάσιγκτον. Για τους Ρώσους, οι αποφάσεις ισοδυναμούσαν με «πράσινο φως» για την κλιμάκωση των επιθέσεων τους στην Ουκρανία – ο Πούτιν τώρα ξέρει ότι η ΕΕ είναι απίθανο να αποτελέσει σοβαρό εμπόδιο στα σχέδιά του. Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, η σύνοδος κορυφής απέδειξε, για άλλη μια φορά, ότι ακόμα και σε θέματα που θα πρέπει δικαιωματικά να αποτελούν πρόβλημα τής ΕΕ, οι Ευρωπαίοι θα ρίξουν την μπάλα έξω από το γήπεδο και θα αποφύγουν την ευθύνη. Μόνα τους, τα κράτη-μέλη τής ΕΕ δεν έχουν ισχύ. Μαζί, στερούνται φιλοδοξίας. Και σε κάθε περίπτωση, ο Πούτιν είναι στα πρόθυρα να τα «πάει μια βόλτα».

Πηγή: foreignaffairs.gr

[1] http://www.nato.int/cps/en/natohq/news_112193.htm
[2] http://euobserver.com/institutional/125412
[3] http://www.economist.com/news/europe/21565266-growing-unpopularity-polis…
[4] http://www.rferl.org/content/eu-tusk-council-interview/26558172.html
[5] http://euobserver.com/institutional/125418
[6] http://www.theguardian.com/global/2014/aug/30/portrait-federica-mogherin…
[7] http://www.brookings.edu/blogs/up-front/posts/2014/08/italian-foreign-mi…
[8] http://www.theglobeandmail.com/news/world/eu-to-slap-new-sanctions-on-ru…
[9] http://www.theguardian.com/world/2014/aug/31/eu-leaders-ukraine-sanction…
[10] http://www.newsweek.com/eu-threatens-sanctions-against-russia-over-ukrai…

*Ο LORINC REDEI είναι λέκτορας στην Σχολή Δημοσίων Υποθέσεων Lyndon B. Johnson (LBJ) στο Πανεπιστήμιο του Τέξας.

About The Author

Παρατηρητής και ιστογράφος θεμάτων αμυντικής τεχνολογίας. Δεσμευμένος με τις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις και παθιασμένος με οτιδήποτε στρατιωτικό.

ΔΕΝ επιτρέπονται απαξιωτικοί και υβριστικοί χαρακτηρισμοί εναντίον στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας. Υποβάλλοντας το σχόλιο σου επιβεβαιώνεις ότι έχεις διαβάσει και αποδεχθεί τους όρους χρήσης και σχολιασμού του ιστοτόπου. Η ευθύνη των σχολίων (αστική και ποινική) βαρύνει τους σχολιαστές. Οι απόψεις που εκφράζονται δεν αντιπροσωπεύουν εκείνες της "Προέλασης" και δεν πρέπει να εκλαμβάνονται ως τέτοιες.

Σχολιάστε

Αρέσει σε %d bloggers: