του Πλωτάρχη Εμμανουήλ. Χ. Μουρτζάκη ΠΝ*

Ο οικισμός Χανδρού (ή Χαντρού) βρίσκεται στο κέντρο του νομού Ηρακλείου κοντά στον ποταμό Κασσανιώτη. Το υψόμετρο του είναι 380 μέτρα και απέχει από την κωμόπολη του Αρκαλοχωρίου περίπου 3 χιλιόμετρα προς νότο. Ο οικισμός δεν προσφέρει τις συνηθισμένες σύγχρονες ανέσεις. Αντίθετα, προσφέρει εν αφθονία την ομορφιά της φύσης, ψηλά πλατάνια, δροσερό νερό και την παραδοσιακή φιλοξενία των ιδιαίτερα περήφανων κατοίκων του.

Εξωτερική άποψη του ναού του Αγίου Ιωάννη του Πρόδρομου μετά την ανακαίνιση του.

Μετά το 2003, όλοι οι καταγόμενοι από την Χανδρού, αποφάσισαν να αναστηλώσουν τον ιστορικό Ναό του Αγίου Ιωάννη του Πρόδρομου ο οποίος είχε κτιστεί κατά τον 10ο ή 11ο (1) αιώνα και βρισκόταν υπό κατάρρευση. Η ανταπόκριση ήταν συγκινητική ενώ η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων και η Αρχιεπισκοπή Κρήτης προσέφεραν άμεσα την συνδρομή τους. Οι εργασίες περιελάμβαναν εκτός της αναστήλωση του ναού και την αποκατάσταση των ιδιαίτερης ομορφιάς αγιογραφιών του.

Άποψη από το εσωτερικό του ναού του Αγίου Ιωάννη του Πρόδρομου όπου διακρίνονται οι πλούσιες αγιογραφίες του, σπάνιες για ναό τέτοιου μεγέθους.

Κατά την διάρκεια των εργασιών ανακαλύφθηκε δεύτερο κλίτος το οποίο ήταν αφιερωμένο στους Αγίους Δώδεκα Αποστόλους και το οποίο επίσης αποκαταστάθηκε υπό τις οδηγίες της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας. Μετά την αποκατάσταση του εσωτερικού διακόσμου και με βάση τις κατασκευαστικές λεπτομέρειες των ναών επιβεβαιώθηκε η ανέγερση τους τον 10ο αιώνα συμπεραίνοντας ότι αποτελούσε ναό ο οποίος κατασκευάσθηκε από μέλη των αρχοντικών Βυζαντινών οικογενειών που έφθασαν στο νησί μαζί με τον στρατηλάτη Αυτοκράτορα του Βυζαντίου (2) Νικηφόρο Φωκά.

Ο Αυτοκράτορας Νικηφόρος Φωκάς και η Κρήτη

Ένας από τους περισσότερο επισκέψιμους Ι. Ναούς στο ιστορικό κέντρο της πόλης του Ηρακλείου είναι ο Ιερός Ναός του Αποστόλου Τίτου. Στον πρόναο, υπάρχει μία μεγάλη εικόνα του Αυτοκράτορα Νικηφόρου Φωκά (περίοδος βασιλείας: 963-969) ο οποίος κατάφερε να απελευθερώσει την Κρήτη αποκαθιστώντας το γόητρο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Η σύνδεση του στρατηγού και Αυτοκράτορα με το νησί δεν είναι μόνο στρατιωτική αλλά πολιτική και θεολογική.

Η Κρήτη υπό Αραβική κατοχή

Η παλαιότερη εκτίμηση των ιστορικών ήταν ότι η Κρήτη κάτω από τον Αραβικό έλεγχο αποτελούσε ορμητήριο πειρατών και βάση ανεφοδιασμού. Όμως, η πιο λεπτομερής εξέταση των στοιχείων όπως η διάρκεια της αραβικής κατοχής (περισσότερο από 100 χρόνια), η συστηματική αλλοίωση του πληθυσμού με εξισλαμισμούς και η καταστροφή όλων των χριστιανικών μνημείων και ναών δίνουν μια διαφορετική εικόνα. Συνεπώς, η Κρήτη αποτελούσε κυρίαρχο στρατηγικό κόμβο στις επιχειρήσεις των Αράβων για επιδρομές στις ακτές των παραλίων της Μικράς Ασίας και στα νησιά από την εποχή της κατάκτησης της (823). Τηρουμένων των αναλογιών, η θέση του νησιού και ο ρόλος του ήταν αντίστοιχος με τον στρατηγικό ρόλο που είχε αιώνες αργότερα για τη Ναζιστική Γερμανία η ναυτική βάση της Lorient στη κατεχόμενη Γαλλία.

H εικόνα του Αυτοκράτορα Νικηφόρου Φωκά στην είσοδο του Ι. Ναού Αγίου Τίτου Ηρακλείου Κρήτης.

Από εκεί επιχειρούσαν τα υ/β που είχαν στόχο τον αποκλεισμό της Μεγάλης Βρετανίας. Αντίθετα όμως με τα U-boats τα αραβικά shawānī, είχαν τη δυνατότητα να προσβάλλουν περιοχές της ακτογραμμής με περιορισμένη άμυνα, όπως και έκαναν. Επομένως, η Κρήτη αποτελούσε αραβική ναυτική βάση για το σύνολο των ναυτικών επιχειρήσεων στην Ανατολική Μεσόγειο και όχι απλά ορμητήριο. Οι περιοχές αυτές ερημώνονταν και οι εναπομείναντες πληθυσμοί εξισλαμίζονταν και χρησιμοποιούνταν ως στρατιώτες για νέες κατακτήσεις. Σε μεγαλύτερο πλαίσιο, οι Άραβες του Abū Ḥafṣ ‘Umar bn Shu‘ayb al-Ballūtī στο εμιράτο της Κρήτης, αποτελούσαν επίσης ένα συνεχή θρησκευτικό κίνδυνο καθώς αντιπροσώπευαν μια επιθετική, νεοεμφανιζόμενη θρησκεία, το Ισλάμ, το οποίο είχε ήδη εξαπλωθεί μέσω της βίας στις ανατολικές επαρχίες της Αυτοκρατορίας (3).

Οι επιθέσεις των Αράβων στις Νότιες και Ανατολικές περιοχές της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Παράλληλα, η αντιμετώπιση του Αραβικού κινδύνου στη θάλασσα συνδέεται και με άλλες περιοχές της Αυτοκρατορίας. Συγκεκριμένα, στην αμυντική θωράκιση της Νότιας Ιταλίας, της Σικελίας, της Βαλκανικής αλλά και του κορμού της Μικράς Ασίας. Οι περιοχές αυτές ανήκαν για εκατοντάδες χρόνια στην πολιτική, οικονομική, στρατιωτική και εκκλησιαστική δικαιοδοσία της Κωνσταντινούπολης με ελληνόφωνους πληθυσμούς ενώ στρατιωτικά αποτελούσαν τα «μαλακό υπογάστριο» της Αυτοκρατορίας αφού κατάληψη τους μπορούσε κυριολεκτικά να την διασπάσει σε δύο μέρη. Επιπρόσθετα θα σήμαινε την ουσιαστική περικύκλωση των βυζαντινών εδαφών τόσο από δυτικά όσο και από ανατολικά με ολέθριες συνέπειες.

Η ανακατάληψη της Κρήτης και οι ναυτικές επιχειρήσεις στο Αιγαίο

Η επιχείρηση ανακατάληψης του νησιού δεν ήταν καθόλου απλή ακόμα και για τα δεδομένα της ισχυρής Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Πέραν της απόστασης από την πρωτεύουσα και τον κύριο όγκο των στρατιωτικών δυνάμεων της Μικράς Ασίας και των βαλκανικών περιοχών υπήρχε και το πολύ ισχυρό φρούριο – πόλη του Χάνδακα το οποίο δυσκόλευε κάθε πιθανή προσπάθεια. Η πόλη του Χάνδακα, το σημερινό Ηράκλειο, πήρε το όνομα του από την Αραβική λέξη al-Chandax που σημαίνει τάφρος, λόγω της τάφρου που περιέβαλε την πόλη και την προστάτευε από επιθέσεις. Συνολικά έγιναν τέσσερις προσπάθειες ανακατάληψης του νησιού, πριν από αυτή του Νικηφόρου Φωκά, οι οποίες κατέληξαν σε αποτυχία.

Η στρατηγική του τελευταίου στηρίχθηκε σε δύο βασικούς άξονες, την συντριπτική υπεροπλία σε ξηρά και θάλασσα και στον αποκλεισμό ώστε να είναι αδύνατη η υποστήριξη των Αράβων από άλλες μουσουλμανικές περιοχές. Η έναρξη της επιχείρησης έγινε το καλοκαίρι του 960 με την συμμετοχή περίπου 76000 ανδρών, και ολοκληρώθηκε τον Μάρτιο του 961. Η ναυτική αρμάδα ξεκίνησε από την νησίδα Προκόνησο στην Προποντίδα τμηματικά λόγω του μεγάλου αριθμού των συμμετεχουσών μονάδων. Το δρομολόγιο το οποίο ακολούθησε ήταν σε γενικές γραμμές Τένεδος, Λέσβος, Χίος, Σάμος, Φούρνοι Ικαρίας, Νάξος, Ίος, Σαντορίνη και εν συνεχεία νήσο Δίας βορείως της Κρήτης. Η κίνηση των πλοίων είχε πολλαπλούς στόχους, αφενός να εντοπίσει και να καταδιώξει τις εχθρικές ναυτικές δυνάμεις και αφετέρου να ανυψώσει το ηθικό των κατοίκων των νησιών του Αιγαίου. Μετά τον διάπλου του Αιγαίου έγινε απόβαση των δυνάμεων κοντά στον Αλμυρό ποταμό στα δυτικά του Χάνδακα. Άμεσα εκτελέσθηκε αποκλεισμός της πόλης από τα στρατεύματα και μοίρα του βυζαντινού στόλου περιπολούσε συνεχώς στις ακτές της Κρήτης για τον εντοπισμό και την καταστροφή των αραβικών ναυτικών δυνάμεων που πιθανόν θα προσπαθούσαν να βοηθήσουν τους Ανδαλουσιανούς Άραβες της Κρήτης.

Πριν όμως την έναρξη της επιχείρησης οι Βυζαντινοί είχαν στείλει κατασκόπους στο νησί για να αξιολογήσουν την κατάσταση στο νησί. Οι πληροφορίες που έλαβαν δεν ήταν καθόλου ενθαρρυντικές. Ο χριστιανικός πληθυσμός ήταν υπό εξαφάνιση, ενώ οι Άραβες δεν είχαν θορυβηθεί από την επικείμενη προσπάθεια των Βυζαντινών και δεν είχαν κλειστεί στις οχυρωμένες θέσεις και τα κάστρα. Αυτό είχε ως συνέπεια ο Νικηφόρος Φωκάς να εκτελέσει ένα έξυπνο τέχνασμα για να τρομάξει τους Σαρακηνούς. Αν και ο συνολικός αριθμός μονάδων ήταν 250 πλοία διέταξε τα 200 εξ αυτών να αγκυροβολήσουν στο νησάκι της Δίας βόρεια του Χάνδακα. Εν συνεχεία, διέταξε ανά 100 να έρχονται την νύχτα προς την πόλη για ναυτικό αποκλεισμό με αναμμένες δάδες και να επιστρέφουν το πρωί. Έτσι, ξεγέλασε τους Άραβες οι οποίοι εκτίμησαν τον αριθμό των βυζαντινών πλοίων πολλαπλάσιο, θορυβήθηκαν και κατέφυγαν στις οχυρές τους θέσεις εγκαταλείποντας την ύπαιθρο. Με τον τρόπο αυτό, περιόρισε την ελευθερία κινήσεων τους και απέκτησε υπεροχή στον χερσαίο αγώνα αφού τα βυζαντινά στρατεύματα ήταν εκπαιδευμένα και έμπειρα σε πολιορκίες εχθρικών πόλεων. Διαφορετικά, θα έπρεπε να αντιμετωπίσουν ένα εχθρό με καλύτερη γνώση του θεάτρου επιχειρήσεων και ο οποίος θα μπορούσε εύκολα και με ασφάλεια να εκτελέσει τακτικές ανταρτοπόλεμου (4). Όπως προαναφέρθηκε, η απόβαση της κύριας αποβατικής δύναμης έγινε στον κόλπο του Αλμυρού στα δυτικά της πόλης. Η μορφολογία της περιοχής ακόμα και σήμερα είναι κατάλληλη για τέτοιου είδους στρατιωτικές επιχειρήσεις. Οι πρώτοι που εξήλθαν από τα αποβατικά πλοία ήταν οι ψιλοί δηλαδή οι ελαφριά οπλισμένοι πεζοί, αντίστοιχο με τις Ειδικές Δυνάμεις σήμερα. Ακολούθησαν οι θωρακισμένοι κατάφρακτοι (5), οι βαριά οπλισμένοι ιππείς και οι οπλίτες ή σκουτάτοι, βαρύ πεζικό με πλήρη άρμοση, αντίστοιχα με τις τεθωρακισμένες και θωρακισμένες σύγχρονες αποβατικές δυνάμεις.

Το Βυζαντινό Ναυτικό ναυμαχεί, Ιωάννη Σκυλίτζη Βιβλιοθήκη της Μαδρίτης

Να σημειώσουμε εδώ ότι σε αντίθεση με την σημερινή πρακτική της προσγειάλωσης των αποβατικών και της χρήσης ακάτων ή ελαστικών λέμβων, στον Μεσαίωνα τα βυζαντινά πλοία (κωπήλατα και ιστιοφόρα 6) προσέγγιζαν την ακτή με την πρύμνη και όχι με την πλώρη. Φυσικά σε αυτό τους διευκόλυνε το χαμηλό βύθισμα και ύψος καταστρώματος, συγκριτικά με τα σημερινά πλοία. Εν συνεχεία χρησιμοποιούσαν κλίμακες για την αποβίβαση των στρατευμάτων, πεζών και ιππέων.

Οι δυνάμεις που αποβιβάσθηκαν στην ακτή επιτέθηκαν άμεσα, με πειθαρχία και με ορμή στις παραταγμένες Αραβικές δυνάμεις κατανικώντας τες. Οι τελευταίες κατέφυγαν στην ασφάλεια των τειχών του Χάνδακα για να σωθούν. Οι βυζαντινές δυνάμεις δεν επιτέθηκαν άμεσα στο κάστρο αλλά δημιούργησαν στρατόπεδο – βάση στην ακτή για να ξεκινήσουν από εκεί τις στρατιωτικές επιχειρήσεις. Αυτές περιελάμβαναν αποκλεισμό της πόλης από ξηρά και θάλασσα με επιθέσεις κατά καιρούς εναντίον της αλλά και εναντίον άλλων αραβικών δυνάμεων της ενδοχώρας προκειμένου να καλυφθούν τα νώτα του βυζαντινού στρατού και να αποκλεισθεί η πιθανότητα ενίσχυσης των Αράβων από την Συρία ή την Αίγυπτο. Παράλληλα, έγινε μεγάλη χρήση πολιορκητικών μηχανών στην χρήση των οποίων ήταν πολύ έμπειροι οι βυζαντινοί από τις επιχειρήσεις στην Συρία και την Αρμενία. Η κατάληψη του Χάνδακα έγινε τελικά στις 7 Μαρτίου του 961 προσθέτοντας μία ακόμα νίκη στον κατάλογο των επιτυχιών του Νικηφόρου Φωκά.

Βυζαντινός κατάφρακτος ιππότης κατά την επίθεση.

Η αποκατάσταση της Βυζαντινής κυριαρχίας

Μετά την κατάληψη του Χάνδακα ακολούθησε λεηλασία του μουσουλμανικού κάστρου, κάτι κοινό την εποχή εκείνη και καταστροφή των τειχών του. Επιπλέον, ο Αυτοκράτορας τοποθέτησε μια ετοιμοπόλεμη μοίρα στρατιωτών σε νέο κάστρο που κατασκεύασε σε ψηλό και απόκρημνο σημείο το οποίο ονόμασε Τέμενος (σημερινό Καστέλι). Μια σειρά από κάστρα κατασκευάστηκαν ενώ δημιουργήθηκαν και νέοι οικισμοί από πληθυσμούς της Μικράς Ασίας και της Αρμενίας για τον επανεποικισμό του νησιού και την τόνωση του χριστιανικού στοιχείου το οποίο είχε ατονήσει δραματικά. Μάλιστα μέχρι σήμερα σώζονται στην επαρχία Αποκορώνου και Ρεθύμνου χωριά με το όνομα Αρμένη. Επίσης, ορισμένες πηγές αναφέρουν ότι μέρος της Φρουράς των Βαράγγων οικειοθελώς ζήτησε μετά την αποκατάσταση της αυτοκρατορικής διοίκησης να μείνει στο νησί και να το κατοικήσει (7). Όλοι αυτοί οι στρατιώτες έλαβαν και ως ανταμοιβή μεγάλο αριθμό εκτάσεων για καλλιέργεια και εκμετάλλευση προκειμένου να αποτελέσουν την νέα στρατιωτική αριστοκρατία. Ουσιαστικά με τον τρόπο αυτό ο Νικηφόρος Φωκάς εγκατέστησε στο νησί μια νέα τάξη γαιοκτημόνων με το συνδυασμό του θεσμού του γεωργού/στρατιώτη. Παράλληλα, μεγάλος αριθμός αράβων αναγνωρίζοντας την βυζαντινή νίκη δήλωναν οικειοθελώς υποταγή στους νέους κυρίαρχους ζητώντας να βαπτισθούν ξανά.

Όλοι οι χριστιανοί αιχμάλωτοι απελευθερώθηκαν καθώς και το υπόλοιπο νησί με μικρές μόνο αψιμαχίες. Κάθε μουσουλμανικό στοιχείο έγινε προσπάθεια να ξεριζωθεί με πρωταρχικό τα τζαμιά που υπήρχαν στο νησί. Ο προσωπικός φίλος και πνευματικός του στρατηγού, Άγιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης (8) ανέλαβε να αποκαταστήσει την χριστιανική πίστη των κατοίκων του νησιού ενώ ξεκίνησε ένα μαζικό κίνημα αναβάπτισης όσων χριστιανών είχαν αλλαξοπιστήσει κατά την Αραβοκρατία. Ο Άγιος Νίκων ο Μετανοείτε, έμεινε για πέντε χρόνια στο νησί για να χτίσει εκκλησίες και μοναστήρια και να αποκαταστήσει τα ελληνορθόδοξα ήθη και έθιμα στο νησί. Τα αποτελέσματα της προσπάθειας αυτής ήταν θετικά αν σκεφθεί κάποιος ότι από την περίοδο της Αραβοκρατίας (9) τα μόνα υπολείμματα στο νησί είναι κάποια νομίσματα καθώς και τα θεμέλια ενός αγνώστου χρήσης κτιρίου στα περίχωρα της πόλης του Ηρακλείου.

Ο Άγιος Νίκων ο Μετανοείτε, σύμφωνα με το συναξάρι του , ο εξισλαμισμός των κατοίκων του νησιού ήταν σε τέτοιο βαθμό, που περπατούσε μέρες για να συναντήσει χριστιανό. Ίδρυσε εκκλησίες και μοναστήρια κυρίως στην Ανατολική Κρήτη όπως η Αγία Φωτεινή στο Βυζάρι Αμαρίου.

Χανδρού και Νικηφόρος Φωκάς

Είναι αδύνατον να πούμε με σιγουριά αν ο Αυτοκράτορας Νικηφόρος Φωκάς πέρασε ή έμεινε στον οικισμό παρά το φυσικό κάλος της περιοχής και την δυνατότητα για πλούσιο κυνήγι, κάτι σύνηθες την εποχή εκείνη. Ανεξάρτητα όμως με αυτό, τόσο οι δύο μεγάλες οικογένειες που ζούσαν στην περιοχή (Αποστολάκη και Μουρτζάκη) όσο και οι κάτοικοι της ευρύτερης περιοχής είχαν και έχουν στην οικογενειακή τους μνήμη τις δώδεκα οικογένειες επιφανών Βυζαντινών που έφθασαν από την Μικρά Ασία και τον Πόντο. Τα «δώδεκα αρχοντόπουλα» κατά την λαϊκή παράδοση κατοίκησαν σε διάφορες περιοχές του νησιού, κάτι που αποδεικνύεται και από τα σχετικά τοπωνύμια (10), δημιουργώντας την τοπική στρατιωτική αριστοκρατία η οποία είχε και την ευθύνη της άμυνας του νησιού.

Ένας τόσο πλούσιος σε διάκοσμο ναός μόνο από αυτή την κοινωνική τάξη θα μπορούσε να κατασκευασθεί και να διακοσμηθεί. Οι άρχοντες αυτοί συντρόφευαν τον Αυτοκράτορα στις εκστρατείες του εναντίον των Αράβων στα ανατολικά σύνορα, στο Αιγαίο Πέλαγος και στα τείχη του Χάνδακα. Ως ανταμοιβή για τις υπηρεσίες τους έλαβαν μεγάλες εκστάσεις στην Κρήτη μετά την απελευθέρωση της, αποκαθιστώντας μια για πάντα την οικονομική, θρησκευτική, πνευματική, πολιτική και στρατιωτική ενότητα με την Κωνσταντινούπολη. Μέσω αυτών των πιστών στρατιωτών/ακολούθων του Αυτοκράτορα ο οικισμός Χανδρού συνδέεται με ένα από τους ενδοξότερους Βυζαντινούς Αυτοκράτορες διατηρώντας μέχρι σήμερα ζωντανή την μνήμη στις καρδιές και την ψυχή των κατοίκων του.

 

1 Υπάρχει η προφορική παράδοση ότι ο ναός κτίσθηκε νωρίτερα χωρίς όμως να επιβεβαιώνεται από τις πηγές.
2 Ο όρος “Βυζάντιο” και “Βυζαντινός” είναι πολύ μεταγενέστερος με την χρήση του να ξεκινάει από τους δυτικούς ιστορικούς του 17ου και 18ου αιώνα. Οι κάτοικοι της Αυτοκρατορίας θεωρούσαν τους εαυτούς τους Ρωμαίους, μιλούσαν Ελληνικά και ακολουθούσαν το Ορθόδοξο δόγμα του Χριστιανισμού.
3 Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία είχε στους κόλπους της σημαντικούς σε αριθμό πληθυσμούς οι οποίοι ακολουθούσαν το δόγμα του Μονοφυσιτισμού (αποδεχόταν ως τέλεια την μία από τις δύο φύσεις του Ιησού Χριστού). Πέραν των θεολογικών διαφορών, η άρχουσα τάξη και η δημόσια διοίκηση τους αντιμετώπιζαν ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας ενώ οι ίδιοι πολλές φορές δρούσαν εχθρικά προς τα συμφέροντα της Αυτοκρατορίας, συνεργαζόμενοι με τους Πέρσες. Με την εμφάνιση του Ισλάμ, μεγάλες ομάδες αυτών των πληθυσμών εντάχθηκαν ομαδικά στη νέα θρησκεία αποτελώντας το πιο φανατικό και δραστήριο κομμάτι της.
4 Ενδεικτικό αυτών των κινδύνων είναι το ακόλουθο γεγονός που σημειώθηκε στην αρχή της εκστρατείας. Λόγω των ισχυρών τειχών της πόλης του Χάνδακα και των συνεχών αντεπιθέσεων των Αράβων τα μέτρα ασφαλείας και οι διαταγές προς τους στρατιώτες ήταν πολύ αυστηρές ώστε να μην παρασύρονται από τις ξαφνικές τους επιδρομές και τυχόν ευκαιρίες λεηλασίας. Παρά όμως τις διαταγές, ο βυζαντινός στρατηγός Καρτερός ή Κρατερός δεν υπάκουσε. Αποβιβάστηκε με επίλεκτη δύναμη ανδρών στον όρμο της Αρχαίας Αμνισού και επιτέθηκε με τρομερή ισχύ εναντίον των αραβικών δυνάμεων που περίμεναν στην ακτή κατανικώντας τους κατά κράτος. Όμως επέτρεψε στους στρατιώτες του να επιδοθούν σε οινοποσία με αποτέλεσμα τις βραδινές ώρες η πειθαρχία να χαλαρώσει αισθητά. Οι Άραβες που παρακολουθούσαν, επιτέθηκαν αιφνιδιαστικά σφάζοντας τις βυζαντινές δυνάμεις. Η ανάμνηση αυτής της πρώτης «ατυχίας» στην προσπάθεια των δυνάμεων του Νικηφόρου Φωκά είναι η ονομασία της ανωτέρω παραθαλάσσιας περιοχής μέχρι σήμερα με το όνομα Καρτερός από τον ομώνυμο απρόσεκτο βυζαντινό στρατηγό.
5 Οι κατάφρακτοι αποτελούσαν επίλεκτο σώμα του Βυζαντινού Στρατού. Αν και ήταν ήδη γνωστή η χρήση βαριά θωρακισμένων ιππέων από την Ύστερη Αρχαιότητα η χρήση τους σταδιακά ενισχύθηκε λόγω των Βυζαντινό περσικών πολέμων. Οι Βυζαντινοί ουσιαστικά αντέγραψαν τον οπλισμό και τις τακτικές των Σασσανιδών κλιβανάριων θέτοντας σε ισχύ όμως σημαντικές βελτιώσεις.
6 Tα βασικό πλοίο των βυζαντινών ήταν ο δρόμων και το χελάνδιο. Υπήρχαν επίσης πληθώρα διαφόρων κατηγοριών βοηθητικά πλοία.
7 Σύμφωνα με μια πολύ διαδεδομένη λαϊκή παράδοση στις ορεινές περιοχές της Κρήτης, τα ανοιχτόχρωμα χαρακτηριστικά των κατοίκων όπως ξανθά μαλλιά και γαλάζια μάτια , οφείλονται στο ότι είναι απόγονοι των επίλεκτων αυτών στρατιωτών του Νικηφόρου Φωκά. Οι περιοχές αυτές ήταν ουσιαστικά ανυπόταχτες τόσο από τους Βενετούς όσο και από τους Οθωμανούς. Ειδικά οι τελευταίοι δεν προσπάθησαν καν να εφαρμόσουν μέτρα όπως βίαιους εξισλαμισμούς και παιδομάζωμα. Η λαογραφία αυτή είναι δύσκολο να επιβεβαιωθεί ή να απορριφθεί αν και έχει κάποια ιστορική βάση.
8 Γεννήθηκε στην Τραπεζούντα του Πόντου από πλούσιους και ευσεβείς γονείς το 930μΧ. Υπήρξε υψηλής μόρφωσης κληρικός ενώ ήταν πνευματικός του Νικηφόρου Φωκά και του αδερφού του Λέοντα. Μάλιστα, ως ένδειξη πίστης, αφοσίωσης και τιμής ο Νικηφόρος Φωκάς δώρισε τις θύρες του ανακτόρου των εμίρηδων της Κρήτης οι οποίες κοσμούν σήμερα τη Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας του Αγίου Όρους. Η μονή ιδρύθηκε από τον Άγιο Αθανάσιο και αποτελεί μια από τις ιστορικότερες Βυζαντινές Μονές παγκοσμίως.
9 Πέρα από τις περιπτώσεις των απλών κατοίκων οι οποίοι επανήλθαν στην Ορθόδοξη χριστιανική πίστη υπήρξαν και πολλές περιπτώσεις σημαντικών στελεχών των Αράβων. Μία από αυτές ήταν και αυτή του al- u mān, γνωστός στις βυζαντινές πηγές ως Ανέμας ή Ανεμάς, γιου του εμίρη της Κρήτης, ο Αbd al- A ī b. Shu aīb, ο οποίος αφού βαπτίστηκε χριστιανός. Προσχώρησε στον βυζαντινό στρατό και τόσο ο ίδιος όσο και οι απόγονοι του υπήρξαν μέχρι τέλους πιστοί στρατιώτες της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.
10 Χαρακτηριστικό είναι το χωριό Αρμένοι το οποίο πήρε το όνομα του από Αρμενική οικογένεια στρατιωτικών που εγκαταστάθηκε στον νησί δημιουργώντας τον αντίστοιχο οικισμό.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ – ΠΗΓΕΣ

-Ein unbekannter Kunstgriff des Nikephoros Phokas bei der Landung auf Chandax (Kreta) (960), B.Z. 69 (1976), 4. 10 – 11.
-Yaḳūt Al-Ңamawī, Mujam al-Buldān, 8 τόμοι, έκδ. Dār Iḥīā̉ al-turāth al-̒arabī,Βηρυτός 2008, τ. 1, في اثنين وسبعين ألفا ” : 190 “. Βλ. και αγγλική μετάφραση Α. Τibi, Two sources on Arab Crete: Al Majālis wa’l Musāyarāt and Mu‛jam Al Buldān, Graeco-Arabica 11 (2011), 118-122, κυρίως 121. Βλ. Ν. Μ. Παναγιωτακης (έκδ.), Θεοδόσιος ὁ Διάκονος καὶ τὸ ποίημα αὐτοῦ «Άλωσις τῆς Κρήτης», Ηράκλειο 1960, 47 και σημ. 137.

ΕΠΙΜΕΤΡΟ

(1). Οι αφηγήσεις των Αράβων για το πρόσωπο του Νικηφόρου διακατέχονται από αισθήματα απέχθειας, αλλά και θαυμασμού. Ο Α Taghrī Birdī (1410-1470) παρατηρούσε, ότι άνδρας με τις ικανότητές του είχε να εμφανιστεί από την εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Τα δύο αυτά συναισθήματα, μίσος και θαυμασμός, συνοψίζονται τέλεια στο έργο του Ibn Kathīr (1301-1373), ο οποίος γράφει για τον Νικηφόρο: «Ήταν αυτός ο καταραμένος από τους πιο σκληρόκαρδους βασιλιάδες, ο πιο άπιστος από όλους … αυτός που σκότωσε τους περισσότερους μουσουλμάνους στον καιρό του. Και κατακτήθηκαν στις μέρες του, ο Θεός να τον καταραστεί, οι περισσότερες από τις παραθαλάσσιες περιοχές, τις οποίες απέσπασε από τα χέρια των μουσουλμάνων με τη βία και διατηρήθηκαν υποταγμένες στα χέρια του και προσαρτήθηκαν στο βασίλειο των Βυζαντινών και όλα αυτά λόγω της ραθυμίας του λαού την εποχή εκείνη». Ibn Kathīr, al- Bīdāya, τ. 15, 288.

(2). Το Ισλάμ ξεκίνησε ως τοπική Αραβική θρησκεία πριν εξαπλωθεί δια της βίας σε περιοχές πέραν της Αραβικής Χερσονήσου. Ως θρησκεία είναι μάλλον απλή συγκριτικά με τον Χριστιανισμό και τον Ιουδαϊσμό ενώ έχει τελείως διαφορετική αντίληψη από τις ανατολικές θρησκείες (Βουδισμό, Ινδουισμό, Ταοϊσμό). Τα βασικότερα θεολογικά της κηρύγματα προέρχονται από τους αιρετικούς μονοφυσίτες Χριστιανούς της Αραβίας αν και οι μωαμεθανοί νομομαθείς δεν το παραδέχονται δημόσια. Αυτός ίσως είναι και ο κυριότερος λόγος που οι Βυζαντινοί για πολλά χρόνια την θεώρησαν (όχι αδικαιολόγητα ) ως άλλη μια χριστιανική αίρεση όπως τόσες άλλες που υπήρχαν κυρίως στα ανατολικά σύνορα του Βυζαντίου χωρίς να σπουδαιολογούν τον κίνδυνο από την εξάπλωση της.

*Πλωτάρχης Εμμανουήλ. Χ. Μουρτζάκης ΠΝ: MSc ECE NPS Monterey California USA, Μεταπτυχιακό Δίπλωμα ΠΜΣ ΤΨΣ ΠΑ. ΠΕΙΡΑΙΑ, Μεταπτυχιακό Diploma CEDES Τμήματος Διεθνών και Γεωπολιτικών Σπουδών.

About The Author

Παρατηρητής και ιστογράφος θεμάτων αμυντικής τεχνολογίας. Δεσμευμένος με τις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις και παθιασμένος με οτιδήποτε στρατιωτικό.

Αρέσει σε %d bloggers: