Την Μ. Πέμπτη 25 Απριλίου 2019, ο Αρχηγός ΓΕΕΘΑ Πτέραρχος Χρήστος Χριστοδούλου, παρέστη στην καθιερωμένη ετήσια επιμνημόσυνη δέηση εις μνήμη των πεσόντων του σώματος των Αυστραλών και Νεοζηλανδών στρατιωτών του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου (Australian and New Zealand Army Corps – ANZAC), στο κοινοπολιτειακό στρατιωτικό νεκροταφείο στον Άλιμο, όπου και κατέθεσε στεφάνι προς τιμή των πεσόντων.

©ΓΕΕΘΑ

Η Ημέρα των ANZAC

(Πηγή: sansimera.gr)

Το πρωινό της 25ης Απριλίου του 1915, 15.000 άπειροι αυστραλοί και νεοζηλανοί στρατιώτες, κατόπιν διαταγής των άγγλων αξιωματικών τους, αποβιβάστηκαν στις ακτές της Καλλίπολης στα Δαρδανανέλια, κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Στόχος τους να καταλάβουν τα Στενά και να επιτρέψουν στους ρώσους συμμάχους τους στην «Αντάντ» να περάσουν με τα πλοία τους τον Ελλήσποντο και να ανοιχτούν στο Αιγαίο και τη Μεσόγειο.

Παρά το γεγονός ότι ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος δεν απειλούσε άμεσα την εδαφική ακεραιότητα της Αυστραλίας, η τότε κυβέρνηση της χώρας αποφάσισε, ως μέλος της βρετανικής κοινοπολιτείας και λόγω συνταγματικής της υποχρέωσης απέναντι στη Μεγάλη Βρετανία, να λάβει μέρος στον πόλεμο. Στην Καλλίπολη θα ήταν η πρώτη φορά που η νεοσύστατη Αυστραλιανή Αυτοκρατορική Δύναμη, όπως ονομάστηκε η στρατιωτική δύναμη των Αυστραλών που στάλθηκε στην Ευρώπη, θα έπαιρνε μέρος σε πολεμική αναμέτρηση.

Όλα ξεκίνησαν ένα πρωινό του Νοεμβρίου του 1914, όταν από το λιμάνι Όλμπανι της Δυτικής Αυστραλίας έφυγαν η 1η Μεραρχία Πεζικού και η 1η, η 2η και η 3η Ελαφρά Ταξιαρχία Ιππικού. Αρχικά ήταν προγραμματισμένο να ταξιδέψουν στη Βρετανία, όπου και θα εκπαιδεύονταν. Η έλλειψη υποδομής, όμως, είχε ως αποτέλεσμα να μεταφερθούν σε εκπαιδευτικά στρατόπεδα των συμμαχικών δυνάμεων στην Αίγυπτο. Παρέμειναν εκεί για περίπου τρεις μήνες. Εν τω μεταξύ, έφταναν στην Αίγυπτο και άλλοι αυστραλοί στρατιώτες.

Στις αρχές Μαρτίου του 1915 δόθηκε η ειδοποίηση από την κεντρική διοίκηση των συμμαχικών δυνάμεων για την εκστρατεία κατάληψης των Στενών των Δαρδανελίων και η στρατιωτική δύναμη των Αυστραλών και Νεοζηλανδών θα χρησιμοποιούνταν γι’ αυτή την επιχείρηση. Στην Ελλάδα, ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ελπίζοντας ότι η κατάληψη των Δαρδανελίων θα είχε ως αποτέλεσμα τη διεκδίκηση της Κωνσταντινούπολης έδωσε την άδεια στη Μεγάλη Βρετανία να χρησιμοποιήσει τη Λήμνο ως ναυτική βάση.

Έτσι, στις 4 Μαρτίου 1915 οι πρώτοι Αυστραλοί και Νεοζηλανδοί στρατιώτες από τις ANZAC (Australian and New Zealand Army Corps) πάτησαν για πρώτη φορά το πόδι τους σε ελληνική γη. Το λιμάνι του Μούδρου με τα απάνεμα νερά του, τους υποδέχτηκε. Η στεριά, όμως, δεν ήταν και τόσο φιλική γι’ αυτούς. Η ξερή γη, έντονο χαρακτηριστικό της Λημνιακής φύσης, οι γυμνοί λόφοι και η έλλειψη νερού δεν υπόσχονταν την καλύτερη διαμονή. Παρόλα αυτά, για πολλούς το ηφαιστειογενές τοπίο της Λήμνου ήταν ασυγκρίτως καλύτερο από την έρημο και τη ζέστη της Αιγύπτου. Οι πρώτες εντυπώσεις του στρατιώτη Τ. Α. Μάιλς για τους Έλληνες: «Οι κάτοικοι του νησιού ζουν σε πρωτόγονες συνθήκες. Έχουν μικρά σπίτια και αρκετοί από τους άνδρες φορούν προβιές αρνιών και περπατούν ξυπόλυτοι ή φορούν σκληρά παπούτσια».

Οι ξένοι στρατιώτες άρχισαν σιγά-σιγά να ξεθαρρεύουν και να συναναστρέφονται τους ντόπιους. Ο σηματωρός Ν.Κ. Χάρβεϊ γράφει στα απομνημονεύματά του: «Δεν είχαμε αρκετά ξύλα, σε αντίθεση με το αλκοόλ που ήταν μπόλικο, κάθε μαγαζί στη Λήμνο μέχρι το τέλος του Μαρτίου πουλούσε μπύρα και κονιάκ. Υπήρχε έλλειψη καύσιμων ξύλων. Οι κάτοικοι χρησιμοποιούσαν μικρά κομμάτια κάρβουνου για να μαγειρέψουν. Μετά ήρθε το Πάσχα τους και με μεγάλη περιέργεια παρακολουθούσαμε τον τρόπο με τον οποίο το γιόρταζαν. Οι καμπάνες των εκκλησιών τους χτυπούσαν συχνά και για δύο περίπου μέρες δεν σταματούσαν καθόλου. Την ημέρα του Πάσχα ήρθαν στο στρατόπεδο οι Έλληνες και μας πρόσφεραν κόκκινα αυγά και άλλα δώρα».

Στις 20 Απριλίου 1915 το λιμανάκι του Μούδρου πλημμύρισε από πολεμικά πλοία των συμμαχικών δυνάμεων. Ο Τ. Α. Μάιλς γράφει: «Κανένα άλλο λιμάνι του κόσμου εκείνες τις μέρες δεν είχε περισσότερα πλοία απ’ αυτό το λιμανάκι της Λήμνου». Είχε έλθει η ώρα της μάχης. Οι Αυστραλονεοζηλανδοί ξεκίνησαν από την ελληνική γη το απόγευμα της 24ης Απριλίου για να επιτεθούν στην Καλλίπολη και να πάρουν τον έλεγχο των Στενών από τους Τούρκους.

Οι επιχειρήσεις, που κράτησαν έως τον Ιανουαρίου του 1916, στέφθηκαν από παταγώδη αποτυχία. Κάπου 2.000 Αυστραλοί βρήκαν τραγικό θάνατο εκείνο το πρωινό της 25ης Απριλίου 1915, αφού οι Τούρκοι, που ανήκαν στο αντίπαλο στρατόπεδο των «Κεντρικών Δυνάμεων», τους περίμεναν κρυμμένοι στις ακτές της Καλλίπολης και τους αποδεκάτισαν. Τους επόμενους μήνες άλλοι 11.000 αυστραλοί και νεοζηλανδοί στρατιώτες άφηναν την τελευταία τους πνοή στα μέρη εκείνα. «Χρειάστηκαν 10 χρόνια για να παρθεί η Αρχαία Τροία που βρισκόταν στα ίδια Στενά. Τώρα καταλαβαίνω πόσο δύσκολο είναι να κατακτήσουμε τα Στενά αυτά» παραδέχτηκε ο στρατηγός της συμμαχικής δύναμης, σερ Ιαν Χάμιλτον, μετά την πρώτη μάχη στα Δαρδανέλια.

Η σφαγή στάθηκε αφορμή για να δημιουργηθεί κλίμα εθνικής ομοψυχίας στην Αυστραλία και να πάρει σάρκα και οστά το όνειρο της δημιουργίας του Αυστραλιανού έθνους. Το 1901 οι βρετανικές αποικίες της Αυστραλίας είχαν ενωθεί και είχαν δημιουργήσει το ομόσπονδο αυστραλιανό κράτος, που όμως δεν είχε ακόμα συνοχή, κάτι που του έδωσε η θυσία της Καλλίπολης.

Στην απόβαση της Καλλίπολης πήραν μέρος και 12 ελληνοαυστραλοί: ο δεκανέας Τζακ Μαρκ, ο υποδεκανέας Τζον Ζαβιτσάνος και οι στρατιώτες Πέρσυ Κουκουσάκης, Κώστας Αρώνης, Γιώργος Κρίτον, Ρόμπερτ Κρόκος, Άθα Χάλκας, Λεωνίδας Μανούσου, Γιώργος Πάπας, Πίτερ Ράντος, Ρόι Ραλφ και Αναστάσιος Ρεμπέα. Ο μόνος άτυχος υπήρξε ο 24χρονος μάγειρας Πίτερ Ράντος, που έπεσε στο πεδίο της μάχης.

Κάθε χρόνο στις 25 Απριλίου η Αυστραλία τιμά με εκδηλώσεις σε ολόκληρο τον κόσμο την επέτειο αυτή, με επίκεντρο την Καλλίπολη. Στη Λήμνο, όπου αποτέλεσε πέρασμα για την απόβαση της Καλλίπολης και πολλοί Αυστραλοί βρήκαν καταφύγιο μετά την καταστροφή, υπάρχουν δύο στρατιωτικά νεκροταφεία και ένα μνημείο για να θυμίζουν το πέρασμα των Αυστραλονεοζηλανδών από την ελληνική γη.

Γενικά Στοιχεία Α΄ΠΠ (1914-1918)

[Πηγή: ΓΕΣ/ΔΙΣ, Οι κυριότερες μάχες του Ελληνικού Στρατού (1897-1955), Αθήνα 2012]

Στην Ευρώπη του 1914 κυριαρχούσαν δύο αντίπαλοι συνασπισμοί, η Τριπλή Συμμαχία των Κεντρικών Δυνάμεων (Αυστροουγγαρία, Γερμανία και Ιταλία) και η Τριπλή Συνεννόηση (Γαλλία, Μεγάλη Βρετανία και Ρωσία), γνωστή ως Αντάντ (Entente). Στις 15/28 Ιουλίου 1914[1] η Αυστροουγγαρία με την έγκριση της Γερμανίας κήρυξε τον πόλεμο στη Σερβία, με αφορμή τη δολοφονία του Διαδόχου του Αυστροουγγρικού θρόνου Αρχιδούκα Φραγκίσκου Φερδινάνδου και της συζύγου του στο Σεράγεβο. Στις 19 Ιουλίου/1 Αυγούστου η Γερμανία κήρυξε τον πόλεμο στη Ρωσία και δύο ημέρες αργότερα στη Γαλλία, ενώ ταυτόχρονα γερμανικά στρατεύματα εισέβαλαν στο Βέλγιο. Συνέπεια των παραπάνω ήταν η κήρυξη του πολέμου στις 23 Ιουλίου/5 Αυγούστου της Μεγάλης Βρετανίας στη Γερμανία. Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν πλέον γεγονός.

Η ελληνική κυβέρνηση επέλεξε να τηρήσει στάση ουδετερότητας. Ταυτόχρονα όμως υποσχέθηκε στη Σερβία ότι, σε περίπτωση που η Βουλγαρία στρεφόταν εναντίον της, θα ενεργοποιούσε την ισχύουσα ελληνοσερβική συνθήκη συμμαχίας. Η ουδέτερη αυτή στάση, απότοκη της συμφωνίας της πολιτικής με την πολιτειακή ηγεσία της χώρας, προήλθε από την αποφυγή της ανάμειξης, στις αρχές του πολέμου, των Μεγάλων Δυνάμεων στο βαλκανικό σύστημα ισορροπίας που είχε προκύψει από τη συνθήκη του Βουκουρεστίου.[2]

Τον Σεπτέμβριο του 1915 αποβιβάστηκαν στη Θεσσαλονίκη αγγλογαλλικά στρατεύματα για την υποστήριξη του Σερβικού Στρατού. Η Αντάντ υποστήριξε ότι σύμφωνα με το ισχύον διεθνές δίκαιο είχε δικαίωμα να αποστείλει δυνάμεις στο «ουδέτερο» ελληνικό έδαφος. Με τον τρόπο αυτό δημιουργήθηκε το «Μακεδονικό Μέτωπο» του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η τήρηση πλέον ουδετερότητας εκ μέρους της Ελλάδας αποτέλεσε σημείο τριβής μεταξύ του Βασιλιά Κωνσταντίνου και του Ελευθέριου Βενιζέλου. Η παράταξη του Βενιζέλου υποστήριξε την έξοδο στον πόλεμο με την πλευρά της Αντάντ, καθώς πίστευε ότι η Βρετανία θα παρέμενε κυρίαρχη στην Εγγύς Ανατολή ανεξάρτητα από την έκβαση του πολέμου. Ο Βασιλιάς και οι υποστηρικτές του υποστήριζαν τη διαρκή ουδετερότητα της χώρας, ανεξάρτητα από την αλλαγή της στρατηγικής κατάστασης στα Βαλκάνια. Η διαφωνία αυτή κατέληξε σε εθνικό διχασμό, ο οποίος επέφερε πολλά δεινά στη χώρα.

Η Ελλάδα χωρίστηκε σε δύο στρατόπεδα, του Βενιζέλου και του Κωνσταντίνου, και απόκτησε πλέον και δύο κυβερνήσεις, την κυβέρνηση της Αθήνας και την κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης. Στις 26 Σεπτεμβρίου/9 Οκτωβρίου 1916 ο Βενιζέλος, μαζί με τον Παύλο Κουντουριώτη και τον Παναγιώτη Δαγκλή, εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου ανέλαβε την αρχηγία της Εθνικής Άμυνας και σχημάτισε προσωρινή κυβέρνηση, η οποία αναγνωρίστηκε από την Αντάντ. Η κυβέρνηση αυτή διέθεσε στο πλευρό της Αντάντ τις στρατιωτικές δυνάμεις που συγκρότησε στην περιοχή. Η Ελλάδα, έστω και διχασμένη, συμμετείχε πλέον στον πόλεμο, έχοντας επιτύχει τον μείζονα πολιτικό στόχο, τη δημιουργία των προϋποθέσεων για τη συμμετοχή της στο συνέδριο ειρήνης, με την πλευρά των νικητών.[3] Οι συνεχείς πιέσεις των Συμμάχων οδήγησαν στην εκθρόνιση του Βασιλιά Κωνσταντίνου τον Μάιο του 1917 και την πλήρη επικράτηση του Βενιζέλου. Η κυβέρνηση Βενιζέλου, τον Ιούνιο, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και προχώρησε στην άμεση κήρυξη του πολέμου στις Κεντρικές Αυτοκρατορίες, με αποτέλεσμα την είσοδο της Ελλάδας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στα τέλη του ίδιου μήνα.

Από τον Σεπτέμβριο του 1916 η προσωρινή κυβέρνηση του Βενιζέλου στη Θεσσαλονίκη είχε οργανώσει τρεις μεραρχίες, τη Μεραρχία Σερρών, τη Μεραρχία Αρχιπελάγους και τη Μεραρχία Κρήτης.[4] Μετά την κήρυξη του πολέμου στις Κεντρικές Αυτοκρατορίες, οι προσπάθειες για την ανασυγκρότηση του Στρατού επιταχύνθηκαν, με αποτέλεσμα το πρώτο εξάμηνο του 1918 η Ελλάδα να έχει παρατάξει στο πλευρό των Συμμάχων δέκα μεραρχίες. Οι συγκεκριμένες μονάδες επιστρατεύτηκαν και εκπαιδεύτηκαν σε μικρό χρονικό διάστημα και εντάχθηκαν στη συνέχεια στις υπόλοιπες συμμαχικές δυνάμεις του Μακεδονικού Μετώπου.

Ο Ελληνικός Στρατός, συμμετέχοντας με όλες του τις δυνάμεις κατά το τελευταίο επτάμηνο του πολέμου, διακρίθηκε ιδιαίτερα για τον ηρωισμό και το πνεύμα της αυτοθυσίας του και δικαιολογημένα απέσπασε τον θαυμασμό και τα συγχαρητήρια των συμμαχικών διοικήσεων. Οι ελληνικές δυνάμεις, τον Μάιο του 1918, είχαν καθοριστική συμμετοχή στη μάχη του Σκρα ντι Λέγκεν, μια μάχη ορόσημο για την έκβαση του πολέμου, που ανέδειξε το αξιόμαχο του αρτισύστατου Ελληνικού Στρατού και αποκατέστησε το γόητρο των ελληνικών όπλων. Οι προϋποθέσεις για τη συμμαχική αντεπίθεση, η οποία εξαπολύθηκε τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς, είχαν τεθεί. Η συνακόλουθη προέλαση των συμμαχικών στρατευμάτων επέφερε τη συνθηκολόγηση της Βουλγαρίας και της Τουρκίας, που σήμανε την παύση των εχθροπραξιών στα Βαλκάνια. Ακολούθησε η Συνδιάσκεψη των Παρισίων, κατά την οποία οι νικητές διαρρύθμισαν τις σχέσεις τους με τους ηττημένους με ξεχωριστές συνθήκες:

-Η συνθήκη των Βερσαλλιών, στις 15/28 Ιουνίου 1919, μεταξύ των Συμμάχων και της Γερμανίας.
-Η συνθήκη του Αγίου Γερμανού, στις 28 Αυγούστου/10 Σεπτεμβρίου 1919, μεταξύ των Συμμάχων και της Αυστρίας.
-Η συνθήκη του Νεϊγύ, στις 14/27 Νοεμβρίου 1919, μεταξύ των Συμμάχων και της Βουλγαρίας.
-Η συνθήκη των Σεβρών, στις 28 Ιουλίου/10 Αυγούστου, μεταξύ των Συμμάχων και της Τουρκίας.

Με τις συνθήκες Νεϊγύ και Σεβρών επιδικάστηκαν στην Ελλάδα ολόκληρη η Θράκη μέχρι των θυρών της Κωνσταντινούπολης και τα νησιά Ίμβρος και Τένεδος και παράλληλα της παραχωρήθηκαν κυριαρχικά δικαιώματα στην περιοχή της Σμύρνης, στα παράλια της Μικράς Ασίας. Έτσι, οι παραπάνω συνθήκες υλοποίησαν την πλειοψηφία των ελληνικών διεκδικήσεων, δημιουργώντας προσωρινά την Ελλάδα των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών.

Οι κυριότερες μάχες στις οποίες έλαβε μέρος ο Ελληνικός Στρατός κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν:

-Η μάχη του Σκρα (17/30 Μαΐου 1918).
-Η μάχη της Δοϊράνης (5/18 Σεπτεμβρίου 1918).


[1]     Η χρήση διπλής ημερομηνίας οφείλεται στο γεγονός ότι η Ελλάδα μέχρι το 1923 χρησιμοποιούσε το παλαιό (ιουλιανό) ενώ οι Σύμμαχοι το νέο (γρηγοριανό) ημερολόγιο. Η πρώτη ημερομηνία αναφέρεται στο παλαιό και η δεύτερη στο νέο ημερολόγιο. Επισημαίνεται ότι η απλή ημερομηνία αναφέρεται στο παλαιό ημερολόγιο.
[2]     ΓΕΣ/ΔΙΣ, Επίτομη Ιστορία της Συμμετοχής του Ελληνικού Στρατού στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο 1914-1918 (στο εξής: Επίτομη Ιστορία της Συμμετοχής του Ελληνικού Στρατού), Αθήνα 1993, 6, 17.
[3]     ΓΕΣ/ΔΙΣ, Ο Ελληνικός Στρατός κατά τον Πρώτον Παγκόσμιον Πόλεμον 1914-1918. Η Ελλάς και ο Πόλεμος εις τα Βαλκάνια 1914-1918, τόμος πρώτος, Αθήναι 1958, 178-181.
[4]     Υπήρχε πρόβλεψη για τη συγκρότηση και μιας τέταρτης μεραρχίας, της Θεσσαλονίκης, με στρατεύσιμους από τη Μακεδονία, βλ. στο ίδιο, 180.

Αρέσει σε %d bloggers: