Του Νίκου Ραπτόπουλου, Επίκουρου Καθηγητή στο Τμήμα ΔΕΣ του Πανεπιστημίου Πειραιά, πηγή: ΙΔΕΑΑ

Είναι κοινός τόπος ότι οι πολιτικές που ακολουθεί η νεοοθωμανική ηγεσία της γείτονος το τελευταίο διάστημα, διέπονται από έναν παροξυσμό που προκαλεί ανησυχία στη διεθνή κοινή γνώμη. Η αυταρχική νοοτροπία διακυβέρνησης που γίνεται αντιληπτή σε κάθε τομέα του τουρκικού κοινωνικού και πολιτικού βίου, στην εξωτερική πολιτική εμφανίζει μια επιθετική τάση, επηρεάζοντας τη σταθερότητα και ασφάλεια των περιφερειακών συστημάτων που περιβάλλουν τη χώρα. Οι πολιτικές αυτές, απαιτούν προσεκτική και αποτελεσματική αντιμετώπιση από το διεθνές σύστημα.

Η επικράτηση της ισλαμικής παράταξης στην εσωτερική πολιτική σκηνή της Τουρκίας πριν από περίπου δύο δεκαετίες, είχε θεωρηθεί ελπιδοφόρα εξέλιξη για την επικράτηση της δημοκρατίας στη γείτονα. Ο σταδιακός περιορισμός της επιρροής της κεμαλικής και εθνικιστικής παράταξης στο πολιτικό σύστημα, με σημαντικότερο τον έλεγχο της ηγεσίας του στρατού, ωστόσο, υπήρξε καθοριστικός για την επανεμφάνιση πολιτικών και πολιτισμικών στοιχείων που είχαν σχεδόν εκλείψει εξαιτίας των μεταρρυθμιστικών προσπαθειών που έλαβαν χώρα κατά τις πρώτες δεκαετίες ύπαρξης του σύγχρονου τουρκικού κράτους. Παρά την αρχική ευφορία που προκάλεσε η νομοθετική πρωτοβουλία για τον απαραίτητο εκσυγχρονισμό της τουρκικής νομοθεσίας ενόψει της ευρωπαϊκής προοπτικής της χώρας, έγινε τελικά αντιληπτό ότι ο πραγματικός στόχος ήταν η ενίσχυση και η προστασία της ισλαμικής παράταξης από τον στρατιωτικό παράγοντα προκειμένου να προσηλωθεί η κυβέρνηση του Κόμματος «Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης» (Κ.Δ.Α.) στην εφαρμογή νεοοθωμανικών πολιτικών τόσο στην εσωτερική όσο και στην εξωτερική πολιτική της χώρας.

Ορισμένα από τα πιο σημαντικά αποτελέσματα των νεοοθωμανικών πολιτικών στην εσωτερική πολιτική σκηνή στις μέρες μας, είναι η αύξηση στον αριθμό των μη συστημικών (ισλαμικών και υπερεθνικιστικών) κομμάτων. Ενώ ως το 1980 τα μη συστημικά κόμματα βρίσκονταν στο περιθώριο του τουρκικού πολιτικού συστήματος, εξαιτίας των νέων προσανατολισμών και της πνευματικής γαλούχησης της κοινωνίας βάσει συντηρητικών αρχών και αξιών, όπως εκείνες της «Τουρκοισλαμικής Σύνθεσης» που προέκριναν οι επικεφαλής του γ΄ πραξικοπήματος κατά την αποχώρησή τους από την εξουσία, αυτή τη στιγμή τα εν λόγω κόμματα έχουν υπερδιπλασιάσει την παρουσία τους. Στον αντίποδα, τα συστημικά κόμματα έχουν υποστεί καθίζηση. Μολονότι το Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα (Ρ.Λ.Κ.) εξακολουθεί να ασκεί το ρόλο της αξιωματικής αντιπολίτευσης, η πλειοψηφία των συστημικών κομμάτων που άκμαζαν τις δεκαετίες του 1980 και του 1990, δεν έφτασαν ως τις μέρες μας ή μετατράπηκαν σε κόμματα-σφραγίδες. Αξιοσημείωτη παρουσία και δράση εμφανίζει το φιλοκουρδικό Δημοκρατικό Κόμμα των Λαών (Δ.Κ.Λ.), το οποίο μολονότι επίσης μη συστημικό, μετά τις κρίσιμες εκλογικές επιτυχίες του το 2015, έγινε αποδέκτης διωγμών και απομονώθηκε. Αναγκάστηκε να συνεχίσει να επωμίζεται το βαρύ ρόλο της επιδίωξης του εκδημοκρατισμού του τουρκικού κράτους και κοινωνίας, προκειμένου να συμμετέχουν ισότιμα και δίχως διακρίσεις όλοι οι πολίτες της χώρας.

Ένα δεύτερο αποτέλεσμα είναι η υιοθέτηση του προεδρικού συστήματος. Πρόκειται για την εγκαθίδρυση ενός συγκεντρωτικού συστήματος διακυβέρνησης, στο οποίο ο Πρόεδρος διαθέτει αυξημένες εξουσίες. Μολονότι η πορεία προς το προεδρικό σύστημα είχε δρομολογηθεί αρκετά χρόνια πριν, η κρίσιμη μεταβατική περίοδος συνέπεσε με το καθεστώς «εκτάκτου ανάγκης» που ακολούθησε την απόπειρα πραξικοπήματος του 2016. Οι ιδιαίτερες συνθήκες της εν λόγω περιόδου επιτάχυναν τη συμμόρφωση στο νέο πολιτικό σύστημα και τις πολιτικές διαδικασίες και μεθόδους, οι οποίες αντλούν τα πρότυπά τους από το οθωμανικό και νεοτουρκικό παρελθόν.

Το τρίτο αποτέλεσμα είναι η επίτευξη του απαραίτητου ελέγχου του στρατού από την πολιτική ηγεσία, προκειμένου να διατηρηθεί η εξουσία και να συνεχίσει απρόσκοπτα η εφαρμογή του πολιτικού σχεδίου της ισλαμικής παράταξης. Ο φόβος ενός πραξικοπήματος, όπως εκείνο του 1997, οι τραγικές συνέπειες του οποίου χαράχτηκαν με ανεξίτηλα γράμματα στη συλλογική μνήμη των ισλαμιστών της Τουρκίας, επέβαλαν αρχικά την προσπάθεια περιορισμού εξουσιών και στη συνέχεια του ελέγχου της στρατιωτικής ηγεσίας, διαδικασία που ανατρέχει στα μέσα της πρώτης δεκαετίας διακυβέρνησης του Κ.Δ.Α.. Ο προσεκτικά σχεδιασμένος προσεταιρισμός της ηγεσίας του στρατεύματος επιβεβαιώθηκε το καλοκαίρι του 2018 με τον διορισμό του Αρχηγού του Επιτελείου στη θέση του υπουργού Εθνικής Αμύνης.

Στην εξωτερική πολιτική, η προσπάθεια της ισλαμικής ηγεσίας να πετύχει την ανέλιξη της χώρας σε δύναμη παγκόσμιου κύρους, σύμφωνα με τις επιταγές του νέου στρατηγικού δόγματος της Τουρκίας, όπως αυτό διατυπώθηκε από τον Α. Νταβούτογλου, είχε ακριβώς τα αντίθετα από τα επιθυμητά αποτελέσματα. Την πρώτη φάση της εσωτερικής ενδυνάμωσης και της ενίσχυσης των στρατηγικών δεσμών με το διεθνή περίγυρό της, ακολούθησε, με αφορμή τις καθεστωτικές αλλαγές της «Αραβικής Άνοιξης», η ολοένα και περισσότερη ανάμειξή της στα ζητήματα της περιφέρειας. Οι εν λόγω αλλαγές που επηρέασαν τους συσχετισμούς ισχύος στην περιοχή, ενίσχυσαν τις ηγεμονικές τάσεις της νεοοθωμανικής ηγεσίας, η οποία αντιλήφθηκε νωρίς την ιστορική ευκαιρία που της προσφερόταν για να προωθήσει τα εθνικά συμφέροντα της χώρας. Η έντονη παρεμβατικότητα της Άγκυρας στις εσωτερικές υποθέσεις των περιφερειακών κρατών, που ανέτρεπε την μέχρι τότε προσεκτική πορεία, σε συνδυασμό και με την επικράτηση του νεοοθωμανισμού στην εσωτερική πολιτική σκηνή, συνέβαλε στην επιβεβαίωση της διαχρονικότητας των βλέψεων της Τουρκίας.

Οι παραβατικές πολιτικές που ακολουθεί η νεοοθωμανική ηγεσία απέναντι στα γειτονικά κράτη, φέρουν έντονα τα στοιχεία μιας άλλης εποχής, με έντονα τα χαρακτηριστικά της απαξίωσης της ισοτιμίας μεταξύ των κρατών, της παραβίασης ή και εργαλειοποίησης των κανόνων του Διεθνούς Δικαίου και της υπονόμευσης της αρχής της καλής γειτονίας. Η προσπάθεια άσκησης επιρροής μέσω των παραδοσιακών μορφών διπλωματίας, όπως η ήπια ισχύς, παραχώρησε πια τη θέση της στην απειλή χρήσης βίας. Η συστηματική προσφυγή στην απειλή χρήσης βίας ή χρήση της, κυρίως απέναντι σε ανίσχυρα κράτη και πολιτικές οντότητες, όπως η Κυπριακή Δημοκρατία ή οι Κούρδοι της Συρίας και του Ιράκ, στοχεύει στον εκφοβισμό των μεσαίων δυνάμεων και τον προβληματισμό των μεγάλων. Η εικόνα του ασυμβίβαστου διεκδικητή που δε διστάζει να έρθει σε ανοιχτή αντιπαράθεση ακόμη και με τις μεγάλες δυνάμεις του διεθνούς συστήματος, επιχειρεί στην πραγματικότητα να αυξήσει την πίεση στις ηγεσίες των περιφερειακών κρατών, έτσι ώστε να επιτευχθεί η επιδιωκόμενη κάμψη της αντίστασης που μπορούν αυτές να προβάλουν.

Η νεοοθωμανική ηγεσία φαίνεται ότι αποτυγχάνει να εξασφαλίσει τη δικαιοσύνη και ανάπτυξη που υποσχέθηκε στον τουρκικό λαό. Η περιφερειακή της δράση, κρίνοντας από τις παρεμβάσεις της σε Συρία, Ιράκ και Λιβύη και από τις απειλές κατά της Ελλάδας και της Κύπρου, απέχει επίσης πολύ από την πολιτική των «μηδενικών προβλημάτων με τους γείτονες» που είχε αναγγείλει.

Η αντιμετώπιση των ηγεμονικών πολιτικών της Τουρκίας απαιτεί τόσο εσωτερική ενδυνάμωση όσο και εξωτερική εξισορρόπηση, προκειμένου η νεοοθωμανική ηγεσία να λάβει το μήνυμα ότι το κόστος των επιθετικών πολιτικών που ακολουθεί, θα είναι πάντα μεγαλύτερο γι’ αυτήν, απ’ ό,τι τα οφέλη. Αυτό απαιτεί προσήλωση στους στόχους, συστηματική δουλειά και καλή συνεννόηση ή συνεργασία με τον διεθνή παράγοντα, έτσι ώστε να διασφαλιστεί αποτελεσματικά η διεθνής ειρήνη και ασφάλεια. Μια πιθανή επικράτηση κατευναστικών τάσεων, όπως επιβεβαιώνεται από την πρόσφατη ιστορία μας, είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα οδηγήσει στη διατύπωση νέων διεκδικήσεων εκ μέρους της Τουρκίας.

 

Το κείμενο αποτελεί μέρος της σειράς αναλύσεων του ΙΔΕΑΑ για το 2020 με τίτλο: “Εμείς και ο Κόσμος το 2020” που θα ολοκληρωθούν μέσα στον Ιανουάριο του 2020. Για επικοινωνία με τον συγγραφέα του άρθρου: @nkrunipi

About The Author

Παρατηρητής και ιστογράφος θεμάτων αμυντικής τεχνολογίας. Δεσμευμένος με τις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις και παθιασμένος με οτιδήποτε στρατιωτικό.

Αρέσει σε %d bloggers: