Γερμανοί στρατιώτες υψώνουν τη σημαία με τον αγκυλωτό σταυρό στην Ακρόπολη (Φωτογραφία: Wikipedia)

Του Δρ. Ευάγγελου Ε. Τζάχου, Διδάκτωρ Μηχανικός ΕΜΠ

{Το παρόν άρθρο έχει δημοσιευτεί στο τεύχος Σεπ-Οκτ 2010 του περιοδικού «Στρατιωτική Επιθεώρηση»}

Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος ξέσπασε στην Ευρώπη μετά τη δολοφονία του Αρχιδούκα Φραγκίσκου Φερδινάνδου της Αυστροουγγαρίας, στις 28 Ιουνίου 1914 στο Σαράγιεβο και τερματίστηκε τυπικά το 1918. Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος που άρχισε το 1939, αποτέλεσε στην ουσία τη συνέχεια του πρώτου. Τα δε αίτια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου πρέπει να αναζητηθούν στις υπερβολικές απαιτήσεις των δυτικών δυνάμεων κατά την συζήτηση της Συνθήκης Ειρήνης των Βερσαλλιών. Με αυτή την συνθήκη αποδιοργανώθηκε η γερμανική δημοκρατία, που είχε ιδρυθεί το 1918 και διευκολύνθηκε η άνοδος του Αδόλφου Χίτλερ στην εξουσία. Η πολεμική αντιπαράθεση κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου πραγματοποιήθηκε με μάχες, που έλαβαν χώρα στην Ευρώπη, ενώ κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, οι μάχες επεκτάθηκαν στην Ασία, στην Βόρεια Αφρική και στα νησιά του Ειρηνικού.

Η συνδιάσκεψη των Βερσαλλιών

Μετά τη διάλυση των μεγάλων αυτοκρατοριών στο τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου (Αυστροουγγαρία, τσαρική Ρωσία, Γερμανικό Ράιχ, Οθωμανική αυτοκρατορία), τα νέα κράτη που δημιουργήθηκαν στα εδάφη τους, απετέλεσαν ασταθείς δημοκρατίες(1). Ενώ, το έργο της Συνδιάσκεψης των Βερσαλλιών για την Ειρήνη απεδείχθη ανεφάρμοστο. Η Συνθήκη Ειρήνης, που επιβλήθηκε από τις νικήτριες δυνάμεις στους ηττημένους, καταδίκασε την Γερμανία στην καταβολή δυσβάστακτων πολεμικών αποζημιώσεων, οι οποίες αποτέλεσαν και την «ταφόπλακα της Δημοκρατίας»(2). Μετά τη διάλυση των αυτοκρατοριών και την ίδρυση νέων κρατών, οι λαοί που ζούσαν σ’ αυτά, σύντομα διαπίστωσαν ότι οι νέες τους πατρίδες δεν ήταν βιώσιμες. Εξάλλου, η Κοινωνία των Εθνών (ΚτΕ), η οποία ανέλαβε την εφαρμογή της Συνθήκης των Βερσαλλιών, δεν διέθετε το απαιτούμενο προς τούτο κύρος, αφού οι ΗΠΑ είχαν αρνηθεί να συμμετάσχουν σ’ αυτήν. Ο δε αποκλεισμός της Ρωσίας και της Γερμανίας από την ΚτΕ είχε ως αποτέλεσμα την υπογραφή μιας μυστικής στρατιωτικής συμμαχίας ανάμεσα στις δύο χώρες. Τα οικονομικά βάρη που επιβλήθηκαν τότε στη Γερμανία, δημιούργησαν έναν απίστευτα υψηλό πληθωρισμό, μεγάλη ανεργία και εξαθλίωση της μεσαίας τάξης.

Ο Χίτλερ και το ναζιστικό κόμμα

Την απελπιστική και ζοφερή κατάσταση της μεταπολεμικής Γερμανίας, εκμεταλλεύτηκε στο έπακρον ο αυστριακής καταγωγής Αδόλφος Χίτλερ, ο οποίος, διαθέτοντας δημαγωγικό ταλέντο, κατόρθωσε να επωφεληθεί πολιτικά από τα οικονομικά προβλήματα της θετής του πατρίδας. Ο Χίτλερ γεννήθηκε στο Μπράουναου της Αυστρίας το 1889. Το 1919 προσχώρησε στο γερμανικό εργατικό κόμμα, το οποίον αργότερα μετονόμασε σε γερμανικό εθνοσοσιαλιστικό εργατικό κόμμα (NSDAP: Nationalsozialistische Deutsche Arbeiterpartei). Επειδή η απήχηση που είχε το κόμμα αυτό στο γερμανικό λαό δεν ήταν η αναμενόμενη, ο Χίτλερ αποφάσισε να καταλάβει την εξουσία με τη βία. Το πραξικόπημα που πραγματοποιήθηκε στο Μόναχο της Βαυαρίας απέτυχε, και ο Χίτλερ καταδικάστηκε σε φυλάκιση πέντε ετών.(3) Στη φυλακή, όπου παρέμεινε μόνον εννέα μήνες, ο Χίτλερ συνέγραψε ένα βιβλίο που φέρει τον τίτλο Mein Kampf (ο αγώνας μου). Αυτό περιέχει ακραίες κοινωνικές θεωρίες, οι οποίες αποτέλεσαν αργότερα το κομματικό πρόγραμμά του. Μετά την αποφυλάκισή του, ο Χίτλερ επιδίωξε να ανασυγκροτήσει το κόμμα των Ναζί, με στόχο την κατάληψη της εξουσίας με συνταγματικά μέσα. Αποτάθηκε λοιπόν στο γερμανικό λαό, έχοντας ως επιχείρημα τον εξευτελισμό των ενόπλων δυνάμεων κατά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, οι οποίες σύμφωνα με τους ισχυρισμούς ορισμένων κύκλων, είχαν κτυπηθεί πισώπλατα από τη δημοκρατική κυβέρνηση της Βαϊμάρης(4).

Ορκωμοσία του Χίτλερ από τον πρόεδρο Hindenburg, ως καγκελάριου της Γερμανίας. (Φωτογραφία: dipity)

Το οικονομικό κραχ του 1929 και ο Χίτλερ

Τη δεκαετία του 1920, λίγοι άνθρωποι στις ΗΠΑ απέδιδαν σημασία στις πράξεις του Χίτλερ και σε αυτά που συνέβαιναν έξω από τη χώρα τους. Η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ έγκειτο στην ενίσχυση του παγκόσμιου αφοπλισμού, με αποτέλεσμα το 1921-22 η κυβέρνηση των ΗΠΑ να περιορίσει τον αριθμό των ναυπηγούμενων πολεμικών πλοίων μεγάλου εκτοπίσματος, ενώ συγχρόνως μείωσε τις ένοπλες δυνάμεις της χώρας σε 100.000 άνδρες. Χαρακτηριστικό της νοοτροπίας που επικρατούσε στην κοινωνική ζωή αυτής της δεκαετίας ήταν η ευθυμία και η ξένοιαστη ζωή των διασκεδάσεων. Όμως έληξε άδοξα τον Οκτώβριο του 1929, μετά το κραχ της Wall Street. Μέσα σε λίγες ημέρες οι επενδυτές έχασαν 30 δις $, που ισοδυναμούσαν με το ποσόν που οι Αμερικανοί είχαν ξοδέψει κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου(5). Ως επακόλουθο της οικονομικής ύφεσης, ήταν ότι το 1933 οι άνεργοι έφθασαν τα δώδεκα εκατομμύρια, ενώ πολλές τράπεζες κήρυξαν πτώχευση και πολλοί Αμερικανοί αναζήτησαν εργασία ακόμη και στην κομμουνιστική σοβιετική Ένωση. Το κραχ της Wall Street εκτός από τις ΗΠΑ έπληξε και την Ευρώπη. Στην Βιέννη, η τράπεζα Credit- Anstalt κατέρρευσε ενώ η Βρετανία εγκατέλειψε τον κανόνα του χρυσού. Τα μεροκάματα εκμηδενίστηκαν και οι άνεργοι ενώθηκαν με τη μπουρζουαζία που είχε βρει καταφύγιο στο ιταλικό φασιστικό κόμμα, στο κόμμα των Ναζί και στους Κομουνιστές.

Το κόμμα του Χίτλερ γνώρισε τη μεγαλύτερή του άνοδο μετά το οικονομικό κραχ. Όταν το κόμμα αυτό αύξησε υπέρμετρα την δύναμή του, κατόρθωσε να προσεταιριστεί την τάξη των βιομηχάνων, τους εθνικιστές πολιτικούς και τους στρατηγούς. Τον Ιανουάριο του 1933, ο Χίτλερ ανέλαβε το αξίωμα του Καγκελαρίου, όταν η καμαρίλα του γηραιού προέδρου φον Χίντενμπουργκ, έπεισε τον πρόεδρο ότι ο Χίτλερ αποτελούσε την μοναδική λύση για την έξοδο της Γερμανίας από την πολιτική και οικονομική κρίση που τη μάστιζε(6).

Στημένη συγκέντρωση των παραστρατιωτικών ομάδων SA και Stahlhelm στο Βερολίνο μετά την ανάληψη της Καγκελαρίας απο τον Χίτλερ στις 30 Ιανουαρίου 1933. (Φωτογραφία: welt)

Αμέσως μετά την εγκατάσταση του Χίτλερ στην Καγκελαρία, επακολούθησε η πυρπόληση του Ράιχσταγκ, η οποία έδωσε στον Χίτλερ την ευκαιρία που αναζητούσε για άμεση σύλληψη των Εβραίων και των κομμουνιστών καθώς και την εξόντωση των εσωκομματικών αντιπάλων του(7).

O Χίτλερ έλαβε το χρίσμα του Καγκελάριου στις 30.1.1933. Η πυρκαγιά του Reichstag στις 23.2.1933 σήμαινε το τέλος της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας στη Γερμανία. Μετά από τον νόμο εξουσιοδότησης, ο Χίτλερ κατάργησε βασικές διατάξεις του Συντάγματος και άδραξε την ευκαιρία για να καθιερώσει το μονοκομματικό κράτος της NSDAP. (Φωτογραφία: Wikipedia)

Τα μέλη της NSDAP απεδείχθησαν πολύ ικανοί οργανωτές λαϊκών συγκεντρώσεων, επιδείκνυαν δε τις δημαγωγικές ικανότητές τους στα ετήσια κομματικά συνέδρια. Το πρώτο ναζιστικό συνέδριο πραγματοποιήθηκε το 1933 στην Νυρεμβέργη, αμέσως μετά την ανάρρηση του Χίτλερ στην εξουσία. Στο τέλος κάθε συνεδρίου, ο Χίτλερ έβγαζε ένα λόγο, ο οποίος κατέληγε στο παραλήρημα του ίδιου και των ακροατών του(8). Μετά το θάνατο του προέδρου φον Χίντενμπουργκ, ο Χίτλερ έχρισε τον εαυτό του δικτάτορα, κατάργησε τη δημοκρατία και εκτόπισε τους Εβραίους της Γερμανίας.

To κτίριο του Reichstag υπέστη μεγάλες ζημίες το 1933 αλλά και το 1945 όταν το Βερολίνο κατελήφθη από το Ερυθρό στρατό. Μετά την ένωση των δύο Γερμανίων, στις 4.10.1990, στο κτίριο αυτό πραγματοποιήθηκε η πρώτη συνεδρίαση του Κοινοβουλίου που εκπροσωπούσε ολόκληρη τη Γερμανία. Το κτίριο πέρασε στη δικαιοδοσία του κοινοβουλίου την Ομόσπονδης Γερμανίας. Έτσι, το Reichstag μετονομάστηκε σε Bundestag. (Φωτογραφία: libcom)

Επίσης, έθεσε τέρμα στην αποστρατικοποίηση της χώρας, που είχε επιβληθεί με τη συνθήκη των Βερσαλλιών και καθιέρωσε την υποχρεωτική στρατιωτική θητεία, ενώ πρόσθεσε στις τάξεις του στρατού, όλους τους ανέργους και τους δυσαρεστημένους. Έτσι, η Γερμανία σταδιακά απέβη η μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη της Ευρώπης. Η αντίδραση της Βρετανίας στις πολεμικές προσπάθειες της Γερμανίας περιορίστηκε στην υπογραφή συμφώνου με την Γερμανία για τους ναυτικούς εξοπλισμούς, με το οποίον περιοριζόταν το τονάζ των στόλων των δύο κρατών. Μολονότι η συνθήκη των Βερσαλλιών απαγόρευε την είσοδο των γερμανικών ενόπλων δυνάμεων στην Ρηνανία, ο Χίτλερ με τη σύμφωνη γνώμη του Μουσολίνι, στις 7.3.1936, απέστειλε στρατιωτικές μονάδες για την κατάληψη της, την οποία στη συνέχεια και οχύρωσε(9). Η Γαλλία και η Βρετανία δήλωναν ότι θα εφάρμοζαν τη συνθήκη των Βερσαλλιών, εάν συμμετείχαν και οι ΗΠΑ, ωστόσο ο πρόεδρος Ρούσβελτ αρνήθηκε να συνεργασθεί. Σύμφωνα με την θεωρία του Χίτλερ δεν έπρεπε να υπάρξει ακόμη μια φορά η 9η Νοέμβρη 1918, ημέρα κατά την οποία ο Philipp Scheidemann(10) είχε ανακηρύξει τη δημοκρατία ως καθεστώς στην Γερμανία, όταν βγήκε από ένα παράθυρο του Ράιχσταγκ. Ο Χίτλερ ήταν πεπεισμένος ότι, εάν δεν είχε ανακηρυχθεί η δημοκρατία στην Γερμανία, ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος θα συνεχιζόταν και στο τέλος η Γερμανία θα νικούσε. Αυτό ήταν ένα μεγάλο λάθος του Χίτλερ, το οποίο προκάλεσε αμέτρητους πειραματισμούς, για να αποδειχτεί τελικά ότι η θεωρία του και ακολούθως το εγχείρημα του ήταν άτυχο. Ποτέ στην ιστορία μια τέτοια εσφαλμένη αντίληψη ενός ηγέτη δεν είχε τόσο οδυνηρά αποτελέσματα για ολόκληρη την ανθρωπότητα. Ο Χίτλερ δεν είχε λόγους να φοβάται τους Γάλλους και τους Βρετανούς, πολύ δε περισσότερο τους Αμερικανούς, οι οποίοι αδιαφορούσαν για τα τεκταινόμενα στον υπόλοιπο κόσμο και είχαν αφοσιωθεί στα εθνικά τους προβλήματα. Εξάλλου, οι Αμερικανοί πίστευαν ότι είχαν αναμιχθεί στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο λόγω της έξυπνης προπαγάνδας των δυτικών και επειδή οι τραπεζίτες τους επιθυμούσαν να εξασφαλίσουν τα δάνεια που είχαν δώσει στους δυτικοευρωπαίους. Χαρακτηριστικό της πολιτικής της ουδετερότητας που επικρατούσε στις ΗΠΑ ήταν και η μείωση των κρατικών πιστώσεων για τους εξοπλισμούς.

Η προσέλευση του Χίτλερ και των υπουργών του στο ναό Garnisonskirche του Πότσνταμ στις 21.3.1933, μετά τον εμπρησμό του Reichstag. (Φωτογραφία: Στρατιωτική Επιθεώρηση)

Η εξάπλωση του φασισμού

Μετά το θάνατο του Λένιν, ο Στάλιν προκειμένου να ισχυροποιήσει τη θέση του στη Σοβιετική Ένωση, προέβη σε εκκαθαρίσεις χωρικών, αξιωματικών του στρατού και ανθρώπων της ελίτ του πνεύματος. Ο Στάλιν ήταν ένας αμόρφωτος Γεωργιανός, που έγραφε απαίσια ρωσικά και τα μιλούσε με βαριά προφορά και επομένως οι απόψεις του δεν πρέπει να μας ξενίζουν. Ο δικτάτωρ αυτός αφού εξαφάνισε εκατομμύρια αθώων ανθρώπων, εξορίζοντας τους στην Σιβηρία, ακολούθως θέλησε να διαμορφώσει ένα μηχανισμό για να αντιμετωπίσει ένα νέο πόλεμο. Το 1936, προσπάθησε να έλθει σε επαφή με τον Χίτλερ για το διαμελισμό της Πολωνίας, όμως απέτυχε, λόγω της αμοιβαίας καχυποψίας των δύο δικτατόρων(11). Η Ρωσία των Μπολσεβίκων είχε περισσότερες ομοιότητες με το Τρίτο Ράιχ, από ότι η Ιταλία. Το Ανώτατο Σοβιέτ ήταν τόσο ασήμαντο ως ανώτατο όργανο, όσο και το Ράιχσταγκ. Σε αμφότερες τις χώρες δεν υπήρχαν ανεξάρτητες εφημερίδες, ούτε ελεύθερες εκλογές, ή ανεξάρτητα συνδικάτα. Η προπαγάνδα, οι εκτοπίσεις και οι εκτελέσεις χαρακτήριζαν την απόλυτη εξουσία των δύο αυτών καθεστώτων. Ωστόσο, τα μέλη του κομμουνιστικού κόμματος ανέρχονταν σε 1.8 εκατομμύρια και επομένως ήταν λιγότερα από τα οκτώ εκατομμύρια μελών του ναζιστικού κόμματος(12). Όταν ο Στάλιν τοποθέτησε επικεφαλής του κομισαριάτου για τις εσωτερικές υποθέσεις (NKWD) τον Λαβρέντι Μπέρια, αυτός έσπευσε να εκτελέσει όλους τους συνεργάτες του προκάτοχου του και τους αντικατέστησε με κατοίκους του Καυκάσου.

Μετά τον πόλεμο Ρωσίας-Ιαπωνίας το 1905, το γόητρο των Ιαπώνων αυξήθηκε και οι Ρώσοι αναγκάστηκαν να παραχωρήσουν δικαιώματα στους Ιάπωνες για την εκμετάλλευση των ρωσικών σιδηροδρόμων και του λιμανιού Port Arthur (σήμερα ονομάζεται Lushun). Στη φωτογραφία φαίνεται ο κόλπος, το λιμάνι και το ναυπηγείο του Lushun, από τον λόφο που βρίσκεται ο πύργος Pal Yu Shan. (Φωτογραφία: itourbeijing)

Η οργάνωση του NKWD ήταν σχεδόν όμοια με τη γενική διεύθυνση ασφαλείας του Ράιχ που έδρευε στο Βερολίνο. Κάτω από το πολιτικό γραφείο βρίσκονταν δύο επιτροπές: το ανώτατο πολεμικό συμβούλιο και το ανώτατο συμβούλιο του στόλου. Στο πρώτο ηγείτο ο στρατάρχης Κλήμης Βοροσίλοφ και στο δεύτερο ο γραμματέας του κόμματος στο Λένινγκράντ, Αντρέι Ζντάνοφ(13). Εκείνη την χρονική περίοδο η μεταπολεμική Ευρώπη δεν προσφερόταν για την εδραίωση της δημοκρατίας, έτσι η τυραννία του ολοκληρωτισμού απλώθηκε σε ολόκληρη την ήπειρο.

Μετά την ήττα των Ρώσων, οι Ιάπωνες εφάρμοσαν ένα κατακτητικό σχέδιο που άρχισε με την κατάληψη της Μαντζουρίας και την ίδρυση ενός κράτους ανδρείκελων. Σύντομα οι Ιάπωνες άρχισαν ενα πόλεμο για την κατάκτηση της Κίνας και βομβάρδισαν την Χαβάη. Στη φωτογραφία ο ρωσο-ιαπωνικός σιδηροδρομικός σταθμός του Port Arthur (Lushun) όπου τερμάτισε ο σιδηρόδρομος Μαντζουρίας (Φωτογραφία: Wikipedia)

Ο Χίτλερ, ο Μουσολίνι και ο Στάλιν ήταν πλέον οι νέοι δυναμικοί ηγέτες της Ευρώπης. Μολονότι οι πατρίδες των τριών δικτατόρων είχαν μεταμορφωθεί σε αστυνομικά κράτη, τα οποία λογοδοτούσαν μόνο στους ίδιους, αυτοί ήταν δημοφιλείς, επειδή είχαν υποσχεθεί τη νομιμότητα, την τάξη και την απασχόληση. Αλλά και η Ιαπωνία απέκτησε ολοκληρωτικό καθεστώς, όταν οι στρατιωτικοί κατέλαβαν την αρχή. Στη δεκαετία του 1920, τα πολιτικά κόμματα και οι οικονομικές δυνάμεις της Ιαπωνίας δήλωναν ότι υποστήριζαν μια ειρηνική εξωτερική πολιτική. Όμως, μετά το 1929, οι στρατιωτικοί προσέφεραν στο λαό την πανάκεια της κατάκτησης ξένων εδαφών. Το Σεπτέμβριο του 1931, ο στρατός της Ιαπωνίας με αφορμή ένα ασήμαντο επεισόδιο προχώρησε στην κατάκτηση της Μαντζουρίας.

Μετά την ήττα της Ιαπωνίας, η περιοχή της Μαντζουρίας περιήλθε στην Κίνα. Σήμερα στο πρώην φρούριο Port Arthur λειτουργεί ναυπηγείο και ναυτική επισκευαστική μονάδα. Στη φωτογραφία η φυλακή που λειτουργούσε την περίοδο των Ρώσων και των Ιαπώνων. Σήμερα η περιοχή ονομάζεται Lushun. (Πηγη: The Chinese Boys)

Μετά δε από λίγους μήνες, στην επαρχία αυτή δημιουργήθηκε ένα κράτος ανδρεικέλων. To 1933, οι Ιάπωνες κατέλαβαν και άλλα εδάφη της βόρειας Κίνας, και στην Ιαπωνία εγκαθιδρύθηκε η στρατιωτική δικτατορία. Το 1937 η Ιαπωνία εισέβαλε στην κυρίως Κίνα και κατέλαβε τις σημαντικότερες πόλεις της (14).

Η Κίνα με 450 εκατομμύρια κατοίκους το 1939, ήταν το πολυπληθέστερο κράτος του κόσμου. Διέθετε άφθονους εθνικούς πόρους, όμως της έλειπε η πολιτική και στρατιωτική σταθερότητα. Ενώ τα 72 εκατομμύρια Ιαπώνων ακολουθούσαν τον αυτοκράτορα τους, η Κίνα σπαρασσόταν από έναν εμφύλιο πόλεμο, ο οποίος είχε ήδη αρχίσει από το 1927. Αντίπαλοι ήταν ο Τσαν Κάϊ Σεκ και ο Μάο Τσε Τουνγκ. Το 1936, ο πρώτος υποχρεώθηκε να υποκύψει στους όρους του Μάο και οι δύο παρατάξεις συνέπραξαν για να πολεμήσουν κατά του κοινού εχθρού και εισβολέα(15). Στην Ιταλία, ο Μουσολίνι επιθυμώντας να εντυπωσιάσει τον Χίτλερ με τις νέες του στρατιωτικές δυνάμεις, το 1935, αποφάσισε να επιτεθεί κατά της Αιθιοπίας προκειμένου να ιδρύσει τη νέα Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Μολονότι, ο αυτοκράτορας της Αιθιοπίας Χαϊλέ Σελασιέ ζήτησε βοήθεια από την ΚτΕ, η Αγγλία και η Γαλλία αρνήθηκαν να κινηθούν εναντίον των Ιταλών. Όταν δε η Βρετανία επέτρεψε τη διέλευση ιταλικών μεταγωγικών δια μέσου της διώρυγας του Σουέζ, οι Ιταλοί κατόρθωσαν να καταλάβουν την πρωτεύουσα της Αιθιοπίας, Αντισαμπέμπα και να εδραιωθούν στην περιοχή(16). Ωστόσο η αιματηρότερη, σκληρότερη και πιο απάνθρωπη σύγκρουση του μεσοπολέμου ήταν ο ισπανικός εμφύλιος πόλεμος, κατά τον οποίο, Γερμανία, Ιταλία και Σοβιετική Ένωση δοκίμασαν τα νέα όπλα, εφήρμοσαν ιδιαίτερες τακτικές αλλά και διόρισαν νέους διοικητές. Στις 18 Ιουλίου 1936, μια χούφτα οικονομικά ενισχυμένων δεξιών στρατηγών, υπό τη διοίκηση του Φραγκίσκου Φράνκο επαναστάτησαν κατά της νόμιμης δημοκρατικής κυβέρνησης. Οι κομμουνιστές και οι φιλελεύθερες ομάδες από όλο τον κόσμο έσπευσαν να ενισχύσουν την εθνοφρουρά των ρεπουμπλικάνων, ενώ οι φασίστες, η καθολική εκκλησία και οι συντηρητικοί έτρεξαν στο πλευρό του Φράνκο. Οι Γερμανοί απέστειλαν στην Ισπανία για λογαριασμό του Φράνκο άρματα μάχης, αεροπλάνα και 20.000 άνδρες, οι δε Ιταλοί ενίσχυσαν τον Φράνκο με άλλους 40.000 έως 60.000 άνδρες. Το 40% των δυνάμεων του Φράνκο αποτελείτο από Ιταλούς και Γερμανούς. Στο μεταξύ, και η Σοβιετική Ένωση είχε σπεύσει να αποστείλει βοήθεια προς τους ρεπουμπλικάνους , η οποία περιλάμβανε αεροπλάνα, άρματα μάχης και πολεμοφόδια. Το σύνολο των εθελοντών που τάχθηκαν στο πλευρό του δημοκρατικού στρατού ανήλθε στους 50.000 άνδρες(17).

Ο Χίτλερ σε μία παρέλαση, το 1934. (Φωτογραφία: annefrank)

Οι γερμανικοί εξοπλισμοί

Στο τέλος της δεκαετίας του 1930, ενώ η στρατιωτική ηγεσία της Γερμανίας δεν ήταν ακόμη έτοιμη να διεξάγει ένα νέο πόλεμο, ο οποίος κατά την άποψή της θα ήρε τις αδικίες της Συνθήκης των Βερσαλλιών, ο Χίτλερ είχε ήδη αποφασίσει για την εγκαθίδρυση της ηγεμονίας της Γερμανίας στην Ευρώπη. Η εκ νέου χάραξη των συνόρων της Γερμανίας, στην κατάσταση προ του 1914, αποτελούσε επιδίωξη του Χίτλερ, όπως αυτή αναφέρεται στο βιβλίο του «Mein Kampf». Ωστόσο, η εξωτερική πολιτική που χάραξε ο Χίτλερ δεν ήταν για την εκ νέου χάραξη των συνόρων, αλλά για την εξασφάλιση ενός «ζωτικού χώρου» (Lebensraum) που θα εξασφάλιζε στους Γερμανούς πρώτες ύλες και αγροτικά προϊόντα για τα επόμενα εκατό χρόνια(18). Η προπαγάνδα του ναζιστικού καθεστώτος σχετικά με τον επικείμενο πόλεμο στόχευε στην υποστήριξη του γερμανικού λαού, ο οποίος έπρεπε ψυχολογικά, τεχνικά και υλικά να αντιμετωπίσει με υπομονή τα δεινά ενός νέου πολέμου, με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα από αυτήν των γειτονικών λαών της Γερμανίας. Ωστόσο, ο γερμανικός λαός παρά την υποστήριξη που παρείχε στον καγκελάριο Αδόλφο Χίτλερ και τον ενθουσιασμό του μετά τις πρώτες επεκτατικές επιχειρήσεις, αντιμετώπιζε με σκεπτικισμό τις συνέπειες ενός νέου πολέμου, δεδομένου ότι οι απώλειες της Γερμανίας κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο είχαν ανέλθει σε δύο εκατομμύρια νεκρούς και πολύ περισσότερους τραυματίες.

To ναζιστικό κόμμα έδωσε μεγάλη σημασία στην καθοδήγηση των νέων. Στη φωτογραφία, παιδιά του νηπιαγωγείου στο Coburg ασκούνται στο ναζιστικό χαιρετισμό. Η πλύση εγκεφάλου της Γερμανίας είναι χαρακτηριστική της Χιτλερικής περιόδου. Τα παιδιά υποχρεώνονταν να χαιρετιούνται μεταξύ τους φωνάζοντας Χαιλ Χίτλερ. (Φωτογραφία: histclo)

Οι Ναζί δεν είχαν οικονομικό πρόγραμμα. Ο Χίτλερ ήθελε βέβαια να μειώσει την ανεργία και να εξοπλίσει τις γερμανικές ένοπλες δυνάμεις, όμως δεν είχε σκεφθεί καν, πως θα πραγματοποιούσε τους στόχους αυτούς. Επίσης, δεν είχε υπολογίσει ότι η οικονομική ευμάρεια της Γερμανίας θα μπορούσε να επιτευχθεί με την αύξηση της παραγωγικότητας και τις ειρηνικές εμπορικές συναλλαγές με τα άλλα κράτη. Ο στόχος που επέλεξε ήταν η κατάληψη και εκμετάλλευση ξένων χωρών, προς όφελος των Γερμανών. Για τον Χίτλερ η οικονομία ήταν ένα μέσο για την επίτευξη του κατακτητικού προγράμματος του. Έτσι, ανέχθηκε διάφορες οικονομικές θεωρίες, αρκεί αυτές να του παρείχαν όπλα για το ολέθριο πρόγραμμα του έργο(19).

Όταν ο Χίτλερ έγινε καγκελάριος το 1933, ονόμασε τον Hjalmar Schacht υπουργό οικονομικών του Ράιχ. Ο Schacht, που ήταν παλαιότερα πρόεδρος της κεντρικής τράπεζας, είχε παραιτηθεί από την θέση του το 1930, σε ένδειξη δε διαμαρτυρίας για την αποπληρωμή των πολεμικών αποζημιώσεων είχε προσχωρήσει στο κόμμα των Ναζί. Ο Schacht, ως υπουργός του Χίτλερ, εφάρμοσε μια αντιπληθωριστική πολιτική, εισήγαγε προγράμματα εργασίας για τους ανέργους και εξάγγειλε την κατασκευή σειράς δημοσίων έργων. Μετά το 1936, ο Schacht και ο Goering είχαν διαφορετικές απόψεις για την οικονομία. Ο Schacht ήταν μεν υπέρ των εξοπλισμών, όμως γνώριζε ότι ο πολεμικός εξοπλισμός δεν συνέβαλε στην άνοδο του βιοτικού επιπέδου των Γερμανών. Ενώ ο Goering πίστευε ότι οι στρατιωτικοί εξοπλισμοί και η άνοδος του βιοτικού επιπέδου ήταν δυνατόν να πραγματοποιηθούν ταυτόχρονα(20) .

Η οικονομική πολιτική του Χίτλερ είχε κάποιες ομοιότητες με την πολιτική που εφάρμοσε ο F.D. Roosevelt στις ΗΠΑ. Το πιο κτυπητό παράδειγμα για την νέα οικονομική άνθηση της Γερμανίας αποτελεί το πρόγραμμα κατασκευής αυτοκινητόδρομων (Autobahn), των οποίων τα σχέδια είχαν εκπονηθεί κατά τη διάρκεια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Ο Χίτλερ αναγνωρίζοντας ότι η υπόθεση των αυτοκινητοδρόμων του έδινε την ευκαιρία για άκρατη δημαγωγία, ανέθεσε την κατασκευή των αυτοκινητόδρομων στον Υπουργό Εξοπλισμού και Πολεμοφοδίων Fritz Todt, ο οποίος προέβη στην εκτέλεση οδικού δικτύου μήκους 3000 χιλιομέτρων σε διάστημα μόλις πέντε ετών. Την ίδια περίοδο εμφανίστηκε στην αγορά το νέο αυτοκίνητο Volkswagen, του οποίου η αγορά ήταν προσιτή από όλες σχεδόν τις οικογένειες της Γερμανίας. Έτσι, οι Γερμανοί μπορούσαν άνετα να αγοράσουν τα λαϊκά αυτοκίνητα Volkswagen και να τα δοκιμάσουν στη συνέχεια στις Autobahn(21).

Όταν το 1935 η στρατιωτική θητεία έγινε υποχρεωτική, η Γερμανία απέκτησε έναν υπερσύγχρονο στρατό. Ανάμεσα στα όπλα που χρησιμοποιήθηκαν κατά τον Β’Π.Π. ήταν και ο πύραυλος V2 που χρησιμοποιήθηκε για τον βομβαρδισμό του Λονδίνου. (Φωτογραφία: airbum)

Όταν οι Ναζί διέλυσαν όλα τα εργατικά συνδικάτα, οι βιομήχανοι ανακουφίστηκαν και έσπευσαν να ενισχύσουν οικονομικά το ναζιστικό κόμμα NSDAP. Τότε ο Χίτλερ ισχυρίστηκε ότι οι ιδιωτικές επιχειρήσεις δεν θα ήταν δυνατό να επιβιώσουν σε μια δημοκρατία αλλά μόνο σε ένα αυταρχικό κράτος. Οι επιδιώξεις του Χίτλερ αναφορικά με την επέκταση των συνόρων της Γερμανίας μπορούσαν να επιτευχθούν μόνο με την αύξηση των εξοπλισμών, οι οποίοι μετά το 1936, αποτέλεσαν τη ραχοκοκαλιά της γερμανικής οικονομικής πολιτικής. Σκοπός του Χίτλερ ήταν η επέκταση των συνόρων προς ανατολάς. Ωστόσο, η Γερμανία το 1939, δεν ήταν αυτάρκης ως προς τις πρώτες ύλες που απαιτούνταν για τον πόλεμο. Συγκεκριμένα, το ποσοστό των πρώτων υλών, που απαιτούνταν για ένα μακροχρόνιο πόλεμο και έπρεπε να εισαχθούν από το εξωτερικό είχε ως εξής: Πετρέλαιο 65%, Σίδηρο 66%, Καουτσούκ 85%, Βωξίτης 99%, Νικέλιο 95%, Χαλκό 70%, Μόλυβδο 50%(22). Η ποσότητα των απαιτουμένων πρώτων υλών επαρκούσε για ένα χρόνο, όμως η διαθέσιμη ποσότητα σε καουτσούκ, Χαλκό, Μαγνήσιο, Αλουμίνιο και Κοβάλτιο ήταν μικρότερη . Έτσι, ο Χίτλερ ανέθεσε στον Wilhelm Kepler την έρευνα για την παραγωγή συνθετικών υλών, που θα αντικαθιστούσαν τις φυσικές πρώτες ύλες. Μέσα στα πλαίσια αυτά, άρχισε η παραγωγή της Βενζόλης από τα κάρβουνα. Ο Χίτλερ ανέθεσε επιπλέον στον Herman Goering την υλοποίηση ενός τετραετούς προγράμματος το οποίο θα καθιστούσε την Γερμανία ικανή να διεξάγει πόλεμο. Υπό την καθοδήγηση του τελευταίου η γερμανική βιομηχανία άρχισε να επεκτείνεται στην παραγωγή συνθετικών υλών. Τα μέτρα αυτά έτυχαν υποστήριξης των Γερμανών πολιτών, όμως ώθησαν τη χώρα σε χρεοκοπία. Επειδή τα δημόσια έσοδα δεν επαρκούσαν για τον εξοπλισμό της Γερμανίας, ο Schacht ανέπτυξε ένα σύστημα κάλυψης των ελλειμμάτων, με την έκδοση κρατικών ομολόγων μιας ανύπαρκτης εταιρίας. Αλλά και τα πολεμοφόδια των γερμανικών ενόπλων δυνάμεων δεν επαρκούσαν για έναν πόλεμο διαρκείας μεγαλύτερης των τεσσάρων μηνών. Η αεροπορία είχε στη διάθεσή της βόμβες μόνο για τρεις μήνες, ενώ το ναυτικό είχε επαρκή ποσότητα πολεμοφοδίων.

O Rommel βασίστηκε στη χρήση των αρμάτων μάχης για να επικρατήσει στη Βόρεια Αφρική. Ωστόσο, απέτυχε λόγω έλλειψης καυσίμων και ανταλλακτικών. Στη φωτογραφία γερμανικό διοικητικό άρμα μάχης Panzer III στην Ελλάδα (Φωτογραφία: Wikipedia)

Μολονότι, η γερμανική βιομηχανία είχε αναπτυχθεί στον τομέα των συνθετικών πρώτων υλών, το 1939 δεν είχε φθάσει ακόμη στο ανώτατο εφικτό όριο παραγωγής. Βέβαια, η συμφωνία με την Ρωσία έδιδε την δυνατότητα στην Γερμανία να εισάγει από την ΕΣΣΔ τρόφιμα και πρώτες ύλες, όμως έτσι εξαρτιόταν έως ένα βαθμό από την Σοβιετική Ένωση. Η αύξηση της παραγωγής που απαιτούσε περισσότερα εργατικά χέρια μπορούσε να πραγματοποιηθεί μόνο με τη συμμετοχή εργατών από τις χώρες που θα καταλαμβάνονταν από την Γερμανία. Ενώ η αυξημένη ποσότητα πρώτων υλών θα απαιτούσε την κατάληψη εδαφών της ανατολικής Ευρώπης. Επομένως, η επικράτηση της Γερμανίας εξαρτιόταν άμεσα από την υποδούλωση των λαών της Ευρώπης, οι οποίοι θα έπρεπε να εργάζονται εντατικά για να εξυπηρετήσουν τις μιλιταριστικές και ρατσιστικές επιδιώξεις της Γερμανίας, ενώ οι πρώτες ύλες των χωρών που θα καταλαμβάνονταν θα χρησιμοποιούνταν προς όφελος της πολεμικής μηχανής της Γερμανίας και όχι προς όφελος των υπόδουλων λαών. Για τον Χίτλερ ήταν αδιάφορο εάν οι υπόδουλοι λαοί θα εξαφανίζονταν αμέσως μετά την υποδούλωση τους. Όταν ο Χίτλερ έφθασε στο σημείο του πλήρους εξοπλισμού της Γερμανίας και απέκτησε τις ισχυρότερες στρατιωτικές δυνάμεις της Ευρώπης, οι Γερμανοί ένιωσαν πολύ ικανοποιημένοι, αφού και οι δείκτες της ανεργίας και του πληθωρισμού βρίσκονταν σε πολύ χαμηλό επίπεδο. Ωστόσο, ο αρχηγός του επιτελείου του γερμανικού στρατού, στρατηγός Ludwig Beck, είχε την πεποίθηση ότι η Γερμανία δεν θα μπορούσε να διεξάγει ένα παγκόσμιο πόλεμο εναντίον των οικονομικά ισχυρών δυνάμεων της υφηλίου και είχε διαφωνήσει με τον Χίτλερ, ήδη πριν την έναρξη του πολέμου.

Παραμονές του πολέμου η γερμανική αεροπορία υπερείχε της συμμαχικής. Στη φωτογραφία καταδιωκτικό Me 110 (Messerschmitt) στη Λιβύη (Φωτογραφία: damopabe)

Οι ένοπλες δυνάμεις της Γερμανίας

Εδώ υπενθυμίζουμε ότι η συνθήκη των Βερσαλλιών του 1919, είχε περιορίσει το γερμανικό στρατό στους 100.000 άνδρες. Με την ίδια δε συνθήκη, απαγορευόταν ο εξοπλισμός των γερμανικών ενόπλων δυνάμεων σε άρματα μάχης, βαρύ πυροβολικό, αεροπλάνα και υποβρύχια. Μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, επί κεφαλής του γερμανικού Γενικού Επιτελείου τοποθετήθηκε ο στρατηγός Hans von Seeckt, ο οποίος είχε γεννηθεί το 1886 στη Σιλεσία. Κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου είχε υπηρετήσει στο ανατολικό μέτωπο, στη στρατιά του στρατηγού Μάκενσεν. Ο Seeckt(23), το χρονικό διάστημα 1920-26, προσπάθησε να αναδιοργανώσει την Reichswehr, όπως αποκαλείτο τότε ο γερμανικός στρατός, και να τον εξοπλίσει με σύγχρονα μέσα. H κυβέρνηση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, που είχε σχηματιστεί μετά την αποπομπή του Κάιζερ Γουλιέλμου Β΄, στηριζόταν στη βοήθεια του Seeckt για την επιβίωση της. Ο στρατηγός, μολονότι ήταν μοναρχικός, είχε δηλώσει ότι θα στήριζε τη δημοκρατία, εάν αυτή θα κινδύνευε από την άκρα αριστερά ή την άκρα δεξιά. Ο Seeckt είχε ήδη χρησιμοποιήσει το στρατό για να καταστείλει το πραξικόπημα του Μονάχου το 1923, μετά το οποίον είχε φυλακιστεί και ο Χίτλερ(24). Όταν η ενίσχυση του γερμανικού στρατού κατέστη εφικτή, ο ίδιος θεώρησε ότι μια δύναμη 200.000 έως 300.000 ανδρών θα ήταν ικανοποιητική. Όταν όμως ο Χίτλερ ανεδείχθη καγκελάριος, ο γερμανικός στρατός άρχισε να ενισχύεται με ταχύτερους ρυθμούς. Τον Οκτώβριο του 1934, ο Χίτλερ αύξησε τις ένοπλες δυνάμεις σε 300.000 άνδρες και το 1935 όρισε την δύναμη αυτή σε 600.000, ενώ το 1939 η δύναμη του στρατού ειρήνης είχε φθάσει τους 730.000 άνδρες και οι εφεδρείες τους 1.100. 000 άνδρες. Για την εξεύρεση του απαραίτητου αριθμού αξιωματικών, το ναζιστικό καθεστώς εκτός από τον στρατό είχε προστρέξει στην αστυνομία, στο κόμμα, στους απόστρατους αξιωματικούς και κατέφυγε ακόμη στον μαζικό προσηλυτισμό των νέων. Αλλά ο Seeckt δεν είχε εκτιμήσει σωστά τις δυνατότητες των αρμάτων μάχης, επειδή είχε εμπιστοσύνη στην πατροπαράδοτη πρωσική στρατηγική της δυναμικής ευκινησίας. Ωστόσο, ο Heinz Guderian ο οποίος το 1922 είχε τοποθετηθεί στο επιτελείο των μηχανοκίνητων μεταφορών, έγινε ο κυριότερος υποστηρικτής του πολέμου με τη χρήση τεθωρακισμένων. Μολονότι το 1931, ο Guderian ασκούσε πιέσεις για τη συγκρότηση τεθωρακισμένων μεραρχιών, η νέα φιλοσοφία για τον τρόπο διεξαγωγής μαχών συναντούσε μεγάλες αντιδράσεις. Ο Χίτλερ όμως όταν ανέλαβε την εξουσία, αντιλήφθηκε πλήρως τα πλεονεκτήματα των αρμάτων μάχης και προώθησε το πρόγραμμα αύξησης του αριθμού των τεθωρακισμένων. Ήδη τον Μάρτιο του 1937, η κατάληψη της Βιέννης πραγματοποιήθηκε από μια τεθωρακισμένη και μια μηχανοκίνητη μεραρχία υπό τον Guderian, που κάλυψαν μια απόσταση 670 χλμ. μέσα σε 48 ώρες. Η απαγόρευση εξοπλισμού του γερμανικού στρατού σε βαρύ πυροβολικό, έστρεψε τους Γερμανούς και στην έρευνα κατασκευής πυραύλων, αφού αυτοί δεν περιλαμβάνονταν στην απαγόρευση της Συνθήκης των Βερσαλλιών. Κατά την επιστράτευση τον Σεπτέμβριο του 1939, ο γερμανικός στρατός είχε στη διάθεσή του 5 τεθωρακισμένες μεραρχίες, 4 ελαφρές, 4 μηχανοκίνητες, 4 ορεινές και 35 μεραρχίες πεζικού. Επιπλέον, διέθετε 51 εφεδρικές μεραρχίες.

H μεταφορά του στρατηγού Φ. Φράνκο και των δυνάμεων του από τις Καναρίους νήσους έγινε εφικτή με την καθοριστική συμμετοχή της γερμανικής αεροπορίας. (Φωτογραφία: Wikipedia)

Όμως, η Γερμανία με πληθυσμό 80 εκατομμυρίων είχε κατορθώσει να επιστρατεύσει μόλις 2.5 εκατομμύρια άνδρες. Ενώ η εκπαίδευση νέων αξιωματικών ήταν προβληματική, η ηγεσία του γερμανικού στρατού είχε σωστά εκτιμήσει τη σημασία που θα είχαν στον πόλεμο οι μηχανοκίνητες μονάδες και οι ανεξάρτητοι σχηματισμοί των αρμάτων μάχης. Οι καινοτομίες αυτές και η ανάπτυξη της πολεμικής αεροπορίας, ήταν αρκετές για να ανατρέψουν την έως τότε υφισταμένη υπεροχή των δυτικών συμμάχων σε στρατό ξηράς.

Επικεφαλής του γερμανικού στρατού ήταν οι στρατηγοί W. von Brauchitsch, F.Halder, G. von Rundstedt και F.von Bock. Ωστόσο, δραστηριότητα είχαν επιδείξει και ορισμένοι νεότεροι αξιωματικοί, όπως οι H. Guderian, Manstein και Εrwin Rommel(25).

Επειδή με την συνθήκη των Βερσαλλιών είχε περιοριστεί το τονάζ των πολεμικών πλοίων, η Γερμανία αποφάσισε να ναυπηγήσει τρία θωρηκτά τσέπης, ενώ ο ναύαρχος Doenitz διατάχτηκε να συγκροτήσει μια δύναμη υποβρυχίων. Ωστόσο, ο γερμανικός στόλος ήταν πολύ κατώτερος του συμμαχικού, και υστερούσε ακόμη και του γαλλικού. Το 1939, η Γερμανία διέθετε δύο θωρηκτά μάχης: το Gneisenau (31.850 τόνων) και το Scharnhorst (38.900 τόνων). Τα πλοία αυτά διέθεταν από 9 πυροβόλα των 28 εκατοστών. Από τα 3 θωρηκτά τσέπης, το Deutschland και το Admiral Scheer ήταν των 15.900 τόνων και το Admiral Graf Spee των 16.200 τόνων. Τα πλοία αυτά διέθεταν 6 κανόνια των 28 εκατοστών. Επίσης υπήρχαν δύο βαριά καταδρομικά, τα Admiral Hipper και Bluecher, των 18.200 τόνων με 8 κανόνια των 20.3 εκ. Διαθέσιμα ήταν και τα δύο παλιά πλοία γραμμής (Schlesien και Schleswig- Holstein) που είχαν ναυπηγηθεί το 1904 και 1905. Το ναυτικό διέθετε και 6 ελαφρά καταδρομικά, 34 αντιτορπιλικά και ένα μεγάλο αριθμό βοηθητικών πλοίων. Το γερμανικό ναυτικό είχε στη διάθεση του και 51 υποβρύχια, από τα οποία τα 23 ήταν κατάλληλα για επιχειρήσεις στον Ατλαντικό(26). To 1939, επικεφαλής του γερμανικού Ναυτικού τοποθετήθηκε ο Ναύαρχος Erich Raeder.

Σύμφωνα με την Συνθήκη των Βερσαλλιών η Γερμανία δεν είχε το δικαίωμα παρασκευής πολεμικών αεροσκαφών, γι’ αυτό η αεροπορική βιομηχανία είχε διαλυθεί. Ωστόσο, ο von Seeckt φρόντισε για την παραμονή 120 πιλότων στο γερμανικό στρατό με την ελπίδα ότι θα χρησιμοποιούντο αργότερα. Μετά την υπογραφή της Συνθήκης στο Rapallo το 1922 ανάμεσα στην Ρωσία και την Γερμανία(27), οι Γερμανοί το 1925 απέκτησαν μια αεροπορική βάση στο Lipetsk, νότια της Μόσχας. Παράλληλα δε, ο κατασκευαστής αεροπλάνων Junkers ανήγειρε εργοστάσιο κατασκευής αεροπλάνων στο Fili της Ρωσίας. Η αεροπορική βάση του Lipetsk λειτούργησε έως το 1933.

Μετά την ανάληψη της καγκελαρίας από τον Χίτλερ, ο Η. Goering έγινε κομισάριος της αεροπορίας. Όμως, αυτός που μόχθησε για την ανάπτυξη της γερμανικής αεροπορίας ήταν ο Erhard Milch, υπουργός της αεροπορίας του Ράιχ. Ο Milch προώθησε την κατασκευή νέου τύπου αεροπλάνων και 36 αεροδρομίων. Τότε η βιομηχανία αεροπλάνων γνώρισε μεγάλη άνθιση και οι απασχολούμενοι σε αυτήν ανήλθαν στους 125.000. Η νέα γενιά αεροπλάνων περιλάμβανε καταδιωκτικά Messerschmitt Bf 109 και το βομβαρδιστικό καθέτου εφορμήσεως Junkers Ju 87 To 1936, η Γερμανία διέθετε 2.680 αεροπλάνα. Τον Σεπτέμβριο του 1939, η Γερμανία είχε συγκεντρώσει 4.000 έως 4.700 αεροπλάνα. Από αυτά τα 700 ήταν καταδιωκτικά τύπου Bf 109, 110 βομβαρδιστικά ημέρας τύπου JU 88 και Ηe 111, 350 βομβαρδιστικά καθέτου εφορμήσεως τύπου JU 87, 400 διθέσια καταδιωκτικά τύπου Μe 110 και 550 μεταγωγικά(28).

Όταν εκδηλώθηκε ο ισπανικός εμφύλιος πόλεμος, ο στρατηγός Φράνκο ζήτησε τη βοήθεια του Χίτλερ, ο οποίος ανταποκρίθηκε αμέσως και συνέβαλε στη μεταφορά 13.900 οπλιτών και αξιωματικών των εθνικιστών από το Μαρόκο στην Ισπανία. Επίσης το φθινόπωρο του 1936 ο Χίτλερ απέστειλε στην Ισπανία 146 αεροπλάνα. Η λεγεώνα Condor, όπως ονομάστηκαν οι γερμανικές αεροπορικές δυνάμεις στην Ισπανία, διέθετε καταδιωκτικά και βομβαρδιστικά αεροπλάνα, ανάμεσα στα οποία υπήρχαν Bf 109 B και καταδιωκτικά Ju 87. Ο βομβαρδισμός της πόλεως Guernica από τους Γερμανούς είχε πολλά θύματα αμάχων που υπερέβησαν τα 1.000 άτομα. Η λεγεώνα επέστρεψε ατμοπλοϊκώς στην Γερμανία το 1939, μετά τη λήξη του εμφυλίου στην Ισπανία(29).

Η Κατάληψη της Αυστρίας και της Τσεχοσλοβακίας

Μολονότι, η Συνθήκη Ειρήνης των Βερσαλλιών απαγόρευε την ένωση της Γερμανίας με την Αυστρία, ο Χίτλερ αποφάσισε να την πραγματοποιήσει, και στις 12 Μαρτίου 1938, ο γερμανικός στρατός εισήλθε αναίμακτα στην Βιέννη(30). Η κίνηση αυτή επέτρεψε στον Χίτλερ να περικυκλώσει την Τσεχοσλοβακία και να εξουδετερώσει τις οχυρώσεις της. Η χώρα αυτή εκτός από Τσέχους και Σλοβάκους είχε και μια μειονότητα Γερμανόφωνων (οι Σουδήτες). Η ομιλία του Χίτλερ στις 20.2.1938 έδωσε το σύνθημα για να λυθεί το πρόβλημα αυτό προς όφελος των γερμανόφωνων κατοίκων. Ο Χίτλερ είπε συγκεκριμένα ότι, ήταν απαράδεκτο για μια παγκόσμια δύναμη να βλέπει τους ομοεθνείς της στο εξωτερικό να ταπεινώνονται, επειδή αυτοί εκτιμούσαν την Γερμανία. Εκμεταλλευόμενος δε την πολιτική κατάσταση που επικρατούσε στο εσωτερικό της Τσεχοσλοβακίας, αποφάσισε να χρησιμοποιήσει το χαρτί των Σουδητών. Τότε, η γερμανική προπαγάνδα άρχισε να κατηγορεί την Πράγα ότι αποτελούσε προπύργιο του κομμουνισμού και ότι δυνάστευε τη γερμανόφωνη μειονότητα. Η στάση αυτή του Χίτλερ, ενθάρρυνε τους Σουδήτες, των οποίων οι απαιτήσεις για αυτονομία και αποζημιώσεις άρχισαν να δημιουργούν τριγμούς στα θεμέλια του νέου κράτους. Όταν δε ο Χίτλερ συναντήθηκε με τον ηγέτη του κόμματος των Σουδητών Χενλάιν, τον συμβούλευσε να αυξήσει τις αξιώσεις του σε τέτοιο βαθμό, ώστε η επέμβαση της Γερμανίας να καταστεί αναπόφευκτη. Συγχρόνως, πίεσε την Τσεχοσλοβακία να συγκατατεθεί στην ενσωμάτωση της γερμανόφωνης επαρχίας των Σουδητών στην Γερμανία.Τότε, ο πρόεδρος της χώρας Eduard Benes ζήτησε τη βοήθεια των Γάλλων και των Άγγλων, οι οποίοι όμως τον αγνόησαν με κυνισμό. Ενώ ο Μπένες ετοιμαζόταν να αντισταθεί, οι Άγγλοι και οι Γάλλοι αποφάσισαν να τον πουλήσουν, προκειμένου να κερδίσουν χρόνο. Οι συνομιλίες Γάλλων και Βρετανών που πραγματοποιήθηκαν στις 16-17 Σεπτεμβρίου 1938, κατέληξαν σε μια συμφωνία, η οποία προέβλεπε την υποταγή της Τσεχοσλοβακίας στις αξιώσεις του Χίτλερ. Αμέσως μετά, με μια κοινή νότα προς την Πράγα όχι μόνο ζήτησαν την παραχώρηση των παραμεθορίων περιοχών της Τσεχοσλοβακίας, αλλά απαγόρευσαν και την κήρυξη επιστράτευσης. Στη συνέχεια, απαίτησαν από την Πράγα να ανταποκριθεί θετικά στις αξιώσεις τους μέσα σε 24 ώρες. Όταν έγινε γνωστό ότι η Πράγα θα απέρριπτε το περιεχόμενο της κοινής νότας, ο Βρετανός πρωθυπουργός Τσάμπερλαιν συνέστησε στους Τσεχοσλοβάκους να μη δημοσιεύσουν ακόμη την απορριπτική απάντησή τους, συγχρόνως δε ενημέρωσε τον Χίτλερ για τις προθέσεις των Τσεχοσλοβάκων(31)! Η βρετανική διπλοπροσωπία έδρασε και πάλιν!

Μετά τρία χρόνια εμφυλίου πολέμου, οι οπαδοί του Φράνκο επικράτησαν των δημοκρατικών. Στη φωτογραφία στρατιώτης του Φράνκο με ενα αιχμάλωτο ρωσικό όχημα (Φωτογραφία: historyimages)

Η στρατιωτική κατάσταση στην Γαλλία

Στη Γαλλία του μεσοπολέμου, είχε διατηρηθεί ο κύριος όγκος του στρατού, αυτός που είχε υποληφθεί από τις απώλειες του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου, οι οποίες ανέρχονταν σε 1.385.000 άνδρες. Ωστόσο, υπήρχαν αμφιβολίες για την επάρκεια και την καταλληλότητα του. Οι επαρχίες της Αλσατίας και της Λορένης, που απωλέσθησαν το 1870, ανακτήθηκαν μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Όμως υπήρχε ο φόβος ότι θα ήταν ευπρόσβλητες σε ένα νέο πόλεμο από την πλευρά της Γερμανίας. Η παλαιότερη θεωρία της επιθέσεως μέχρις εσχάτων είχε εγκαταλειφθεί για χάρη μιας αργής και καλά προετοιμασμένης προέλασης του πεζικού. Για την αποτελεσματικότερη άμυνα των συνόρων κατασκευάστηκαν τα οχυρωματικά έργα Maginot. Η γραμμή αυτή προέβλεπε τη διαφύλαξη των συνόρων της Λορένης με μια προέκταση κατά μήκος του Ρήνου. Στην επίκριση ότι η γραμμή αυτή δεν θα εμπόδιζε τους Γερμανούς να επιτεθούν δια μέσου του Βελγίου, το γαλλικό επιτελείο είχε απαντήσει αόριστα. Μολονότι, οι Γάλλοι στρατηγοί πρόθυμα εξυμνούσαν τις αρετές των τεθωρακισμένων, δεν αποδέχτηκαν την χρησιμοποίηση των τεθωρακισμένων μεραρχιών, οι οποίες ήταν αποτελεσματικότερες αφού είχαν τη δυνατότητα να ενεργήσουν εις βάθος επιθέσεις. Το Σεπτέμβριο του 1939, μετά τη γενική επιστράτευση, 60 περίπου μεραρχίες πεζικού, 2 μεραρχίες ιππικού, 2 ελαφρές μηχανοκίνητες μεραρχίες και δύο βαρύτερα τεθωρακισμένες μεραρχίες βρέθηκαν αντιμέτωποι με τους Γερμανούς, στην ΒΑ Γαλλία. Εκείνη την περίοδο, οι Γάλλοι είχαν στη διάθεση τους 2.250 σύγχρονα και 450 παλιά άρματα μάχης. Επί κεφαλής των γαλλικών δυνάμεων ήταν ο στρατηγός Gamelin. Σε μια επιστολή του προς τον βιομήχανο Ρενό, ο Γάλλος στρατηγός είχε διατυπώσει μια αμφιλεγόμενη άποψη.

Μετά την κατάληψη της Αυστρίας τον Μάρτιο του 1938, ο Χίτλερ μετέβη στη Βιέννη. Για λόγους ασφαλείας, την προηγούμενη ημέρα ο Χίμλερ φρόντισε για τη σύλληψη 67000 ατόμων. (Φωτογραφία: deutschlandostmark)

Συγκεκριμένα έγραφε τα παρακάτω: «φυσικά χρειαζόμαστε άρματα μάχης, όμως δεν μπορείτε να ελπίζετε ότι πραγματικά θα διασπάσετε τις γραμμές του εχθρού με αυτά. Όσο για την αεροπορία δεν θα διαδραματίσει το ρόλο που περιμένετε, θα είναι μια τρύπα στο νερό»(32). Το γαλλικό ναυτικό διέθετε 5 παλιά θωρηκτά, 7 σύγχρονα καταδρομικά των 10.000 τόνων και 10 λίγο μικρότερα. Επίσης διέθετε 60 στολίσκους μικρών σκαφών και αντιτορπιλικών, 70 υποβρύχια, 1 αεροπλανοφόρο και δύο εύδρομα των 26.500 τόνων. Η γαλλική αεροπορία ήταν ξεπερασμένη και παραμελημένη. Το Σεπτέμβριο του 1939 διέθετε 600 καταδιωκτικά, 170 βομβαρδιστικά και 360 αναγνωριστικά. Στη Γαλλία, το ανώτατο συμβούλιο της εθνικής άμυνας διαλύθηκε , την περίοδο που θεωρήθηκε ότι η Γαλλία ήταν ετοιμοπόλεμη. Το υπεύθυνο όργανο μετά την διάλυσή του ήταν η Επιτροπή Πολέμου (Comite de Guerre), που συνήλθε μόνο δύο φορές. Ο επικεφαλής της Επιτροπής στρατηγός Maurice Gamelin, κινείτο ανάμεσα στο μέτωπο και τις πολιτικές συζητήσεις. Ο πρωθυπουργός E. Daladier επιθυμούσε να τον κρατήσει στη θέση του, όμως ο επόμενος πρωθυπουργός P. Reynaud έσπευσε να τον απολύσει(33).

Η στρατιωτική κατάσταση στην Βρετανία

Οι Βρετανοί αντιμετώπισαν τον πόλεμο με το σύστημα της διεξαγωγής πολέμων με επιτροπές. (Waging War with Committees). Στο πολεμικό συμβούλιο, το οποίο ελάμβανε όλες τις στρατηγικές αποφάσεις, συμμετείχε ο πρωθυπουργός Chamberlain, o Λόρδος Halifax, o Sir John Simon, o Sir John Anderson και οι πολεμικοί υπουργοί W. Churchill, o Sir Howard Kingsley Wood και ο Leslie Hore-Belisha. Οι αρχηγοί των βρετανικών ενόπλων δυνάμεων είχαν σχηματίσει μια επιτροπή εμπειρογνωμόνων, την Chiefs of Staff Committee (CSC). Στις συσκέψεις συμμετείχαν για το βασιλικό ναυτικό o ναύαρχος Sir Dudley P.A. Pound (αργότερα ο ναύαρχος Sir A.B. Cunningham), για την αεροπορία ο στρατάρχης αεροπορίας Sir Cyril Newall (αργότερα ο Sir C. Portal) και για τον βρετανικό στρατό, ο Αρχηγός του αυτοκρατορικού γενικού επιτελείου Sir William Ironside.

Η Βρετανία θεωρούσε ότι ο πόλεμος για αυτήν θα περιοριζόταν στη θάλασσα και στον αέρα και ότι δεν θα ήταν υποχρεωμένη να στείλει στρατό ξηράς στο εξωτερικό. Εδώ υπενθυμίζεται ότι η Βρετανία ήταν πρωτοπόρος στην εξέλιξη των τεθωρακισμένων κατά τον πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι Βρετανοί Χαρτ και Φούλλερ είχαν αναπτύξει τη θεωρία της διάσπασης των γραμμών του εχθρού με τεθωρακισμένα, η οποία είχε μεγάλη απήχηση στην Γερμανία και στην Σοβιετική Ένωση(34). Όταν στη Βρετανία δημιουργήθηκε πειραματικά μια μηχανοκίνητη δύναμη, το 1927, αυτή συνάντησε μεγάλες αντιδράσεις. Μολονότι ο βρετανικός στρατός, ο οποίος ήταν ολιγάριθμος προσφερόταν για τη χρήση τεθωρακισμένων, οι ιθύνοντες είχαν καταλήξει στο συμπέρασμα της περιορισμένης δράσης των τεθωρακισμένων και στην ενίσχυση του ιππικού. Όταν δε την άνοιξη του 1939 οι Βρετανοί αντελήφθησαν, ότι η Γαλλία δεν θα μπορούσε να αντιμετωπίσει τους Γερμανούς μόνη της, αποφασίστηκε ο διπλασιασμός της εθνοφρουράς και η επιστράτευση. Ήταν όμως αργά. Το φθινόπωρο του 1939, η Βρετανία ήταν σε θέση να στείλει στη Γαλλία μόνο 4 μεραρχίες τακτικού πεζικού και 50 ελαφρά τεθωρακισμένα. Την Άνοιξη του 1940 έφθασαν στη Γαλλία ακόμη μια τακτική μεραρχία και 5 μεραρχίες της εθνοφρουράς. Αυξήθηκε και η δύναμη των τεθωρακισμένων, η οποία αποτελείτο από μια ταξιαρχία τεθωρακισμένων πεζικού, δυνάμεως δύο ταγμάτων (100 άρματα μάχης) και από δύο ελαφρά τεθωρακισμένες ταξιαρχίες (200 άρματα μάχης).

Το βρετανικό ναυτικό ήταν μια παγκόσμια δύναμη. Με βάση τη Συμφωνία της Ουάσιγκτον η αναλογία των θωρηκτών και τον αεροπλανοφόρων των ΗΠΑ, της Βρετανίας και Ιαπωνίας είχε καθοριστεί με τη σχέση 5:5:3. Όμως η συμφωνία αυτή το 1935 είχε καταγγελθεί από την Ιαπωνία. Το 1939, ο βρετανικός στόλος περιλάμβανε 12 θωρηκτά, 3 καταδρομικά μάχης, 7 αεροπλανοφόρα, 64 καταδρομικά, 184 αντιτορπιλικά και 58 υποβρύχια. Η βρετανική ναυτική αεροπορία υστερούσε κυρίως λόγω της μικρής απόδοσης των αεροσκαφών των αεροπλανοφόρων. Γενικά επικρατούσε η άποψη ότι η Βρετανία έπρεπε να βασίζεται στα πλοία επιφανείας, ενώ τα αεροπλάνα και τα υποβρύχια θα αποτελούσαν επικουρικό μέσο. Το Σεπτέμβριο του 1939 η Βρετανία διέθετε 2.075 αεροσκάφη από τα οποία τα 415 στάθμευαν εκτός Βρετανίας. Από τα υπόλοιπα 1.660 αεροσκάφη, τα 530 ήταν βομβαρδιστικά, 608 καταδιωκτικά και 516 αναγνωριστικά(35).

Το Συνέδριο του Μονάχου

Το Συνέδριο του Μονάχου το 1938 συμβολίζει την προπολεμική τακτική κατευνασμού, που ακολουθούσαν τα δημοκρατικά κράτη της Ευρώπης, η οποία ωστόσο, ήταν συνώνυμη με την έννοια της ταπεινωτικής παράδοσης. Το συνέδριο αυτό με θέμα την Τσεχοσλοβακία συνεκλήθη από τον Μουσολίνι, ο οποίος φοβόταν ότι θα ξεσπάσει πόλεμος στην Ευρώπη. Η αποδοχή της πρόσκλησης του Χίτλερ από τον Τσάμπερλαιν στις 28 Σεπτεμβρίου 1938, ήταν καθοριστικής σημασίας. Την επομένη ημέρα συναντήθηκαν στο Μόναχο ο Χίτλερ, ο Μουσολίνι, ο Νταλαντιέ και ο Τσάμπερλαιν. Δεν έγιναν διαπραγματεύσεις επί της ουσίας του θέματος, παρά μόνον ανεπίσημες συζητήσεις ανάμεσα σε άτομα που είχαν εκ των προτέρων συμφωνήσει με τις εισηγήσεις, τις οποίες είχαν εμπρός τους. Η Τσεχοσλοβακία δεν αντιπροσωπεύτηκε στο Μόναχο, αλλά ούτε ζητήθηκε η συναίνεση της κυβερνήσεώς της. Η απόφαση των τεσσάρων δυνάμεων σήμαινε το τέλος της Τσεχοσλοβακίας, που είχε δημιουργηθεί το 1918. Την απόφαση αυτήν για την επίτευξη της ειρήνης, ζητωκραύγασε ολόκληρος ο κόσμος , ο δε Τσάμπερλαιν κόμπαζε ότι είχε σώσει την Ευρώπη από τον πόλεμο1. Μετά τη συμφωνία του Μονάχου και την παραχώρηση της Σουδητίας, της οποίας η πλειονότητα των κατοίκων ήταν Γερμανόφωνοι, ο Χίτλερ είχε δηλώσει ότι δεν θα είχε άλλες εδαφικές απαιτήσεις. Αυτό όμως ήταν ένα μεγάλο ψέμα, αφού ήταν γνωστό ότι ήταν αντίθετος με την ύπαρξη της Πολωνίας και κατά συνέπειαν του πολωνικού διαδρόμου που χώριζε την ανατολική Πρωσία από την υπόλοιπη Γερμανία. Ο Χίτλερ, το 1939, αθετώντας την υπόσχεσή του ότι δεν θα είχε άλλες απαιτήσεις, επέτρεψε στην Πολωνία να καταλάβει το ανατολικό άκρο της Τσεχοσλοβακίας, δηλαδή την περιοχή Olsa ή Teschen, βοήθησε την Ουγγαρία να καταλάβει τις νότιες περιοχές της Σλοβακίας και ενθάρρυνε την ανεξαρτησία της υπόλοιπης Σλοβακίας. Υπό τον έλεγχο της Πράγας παρέμειναν μόνον οι περιοχές της Βοημίας και της Μοραβίας. Γι’ αυτό ο πρόεδρος της Τσεχίας και ο υπουργός των εξωτερικών έσπευσαν στο Βερολίνο ώστε να εξασφαλίσουν τουλάχιστον την ανεξαρτησία του εναπομείναντος τμήματος της Τσεχίας. Όταν έφθασαν στο Βερολίνο στις 15 Μαρτίου 1939, πληροφορήθηκαν ότι οι Γερμανοί είχαν αποφασίσει να εισβάλλουν στην Τσεχία την επόμενη ημέρα και θα καταλάμβαναν την Πράγα. Ενώ αυτοί επέστρεφαν άπρακτοι σιδηροδρομικώς, ο Χίτλερ έσπευσε αεροπορικώς στο Χράντσανι της Πράγας, πριν την επιστροφή των Τσέχων στην πατρίδα τους. Ο στρατός της Τσεχίας δεν έφερε καμία αντίσταση στην κατάληψη της χώρας από τους Γερμανούς και ένα διάταγμα του Χίτλερ ενσωμάτωσε την Βοημία και την Μοραβία στο γερμανικό Ράιχ. Μετά λίγες ημέρες, ο υπουργός εξωτερικών του Ράιχ Joachim von. Ribbentrop με ένα τελεσίγραφο απαίτησε από την Λιθουανία την επιστροφή της περιοχής Μέμελ στην Γερμανία, η οποία είχε παραχωρηθεί στη Λιθουανία το 1919(37). Ο Τσάμπερλαιν όχι μόνο δεν αντέδρασε στις αυθαιρεσίες του Χίτλερ σχετικά με τη διάλυση της Τσεχοσλοβακίας, αλλά αρνήθηκε αρχικά να τις σχολιάσει ακόμη και στη Βουλή των Αντιπροσώπων. Όμως, η κατακραυγή των Βρετανών ήταν τόσο μεγάλη, που σύντομα υποχρεώθηκε να αλλάξει στάση. Αφού προηγουμένως υποχώρησαν σε ζητήματα, που ήταν δυνατό να αναχαιτίσουν τον Χίτλερ, εάν έφερναν εγκαίρως αντιρρήσεις, o Τσάμπερλαιν και ο Νταλαντιέ δήλωσαν ότι θα αγωνίζονταν για την ακεραιότητα της Πολωνίας. Στην πράξη όμως αυτό ήταν αδύνατο να τηρηθεί επειδή οι δύο χώρες για να βοηθήσουν ουσιαστικά την Πολωνία, θα έπρεπε να ενεργήσουν επίθεση κατά των δυτικών συνόρων της Γερμανίας. Επιπλέον, ο Χίτλερ είχε θεωρήσει ότι, η δήλωση υπέρ της ακεραιότητας της Πολωνίας ήταν μια μπλόφα των Βρετανών και των Γάλλων, οι οποίοι, μετά την κατάληψη της Αλβανίας από τους Ιταλούς, είχαν δώσει παρόμοιες διαβεβαιώσεις στην Ελλάδα και στην Ρουμανία, τις οποίες όμως αδυνατούσαν να τηρήσουν(38).

Το Σύμφωνο της Μόσχας το 1939

Για την ενίσχυση της Δύσης κατά των Ναζί η συμμετοχή της Σοβιετικής Ένωσης σε μια συμμαχία κρίθηκε απαραίτητη(39). Πράγματι, οι Άγγλοι και οι Γάλλοι ζήτησαν από τους Σοβιετικούς να μη βοηθούν πλέον τους Γερμανούς. Όμως, ο Στάλιν ήταν ακόμη δυσαρεστημένος, επειδή δεν είχε ενημερωθεί για τη διάσκεψη του Μονάχου. Πίστευε δε ότι, η συμμετοχή της Ρωσίας στη διάσκεψη θα μπορούσε ενδεχομένως να αναχαιτίσει τον Χίτλερ στο θέμα της Σουδητίας.

Η συνθήκη μεταξύ Σοβιετική Ένωσης και Γερμανίας υπογράφτηκε στη Μόσχα στις 23 Αυγούστου 1939. Η υπογραφή ανάμεσα στο Γερμανό Υπουργό Εξωτερικών Ribbentrop και τον Σοβιετικό Molotov, σύντομα θα είχε ως πρώτο θύμα την Πολωνία. Στη φωτογραφία ο υπουργός εξωτερικών της Γερμανίας von Ribbentrop με τον Στάλιν. (Φωτογραφία: pbs)

Επιπλέον, ο Στάλιν δεν έδιδε και πολύ βάση στα λόγια των δυτικών, επειδή οι ηγέτες τους στο Μόναχο είχαν ακολουθήσει μια πολιτική κατευνασμού. Από την πλευρά τους οι Βρετανοί και οι Γάλλοι πίστευαν ότι η ΕΣΣΔ και η Γερμανία δεν θα μπορούσαν ποτέ να συμφιλιωθούν και να συμμαχήσουν. Ωστόσο, τον Δεκέμβριο του 1938 ο von Ribbentrop υπέγραψε στο Παρίσι σύμφωνο φιλίας με τους Γάλλους. Τότε, οι Βρετανοί αιφνιδιάστηκαν, τον δε Ιανουάριο του 1939, ο Τσάμπερλαιν μετέβη στην Ρώμη για να ζητήσει τη μεσολάβηση του Μουσολίνι προς τον Χίτλερ. H επόμενη κίνηση της Βρετανίας θα μπορούσε να είναι μια συμμαχία με τους Ρώσους, αλλά στη γηραιά Αλβιόνα επικρατούσε η άποψη ότι η Σοβιετική Ένωση ήταν αδύναμη, λόγω των εκκαθαρίσεων που είχε εφαρμόσει ο Στάλιν στο σώμα των αξιωματικών και ότι η σοβιετική αεροπορία δεν ήταν σε θέση να αναμετρηθεί με τη γερμανική. Ωστόσο, η βρετανική κοινή γνώμη πίεζε για μια συμμαχία με τους σοβιετικούς, επειδή πίστευε ότι, στην περίπτωση υλοποίησής της ο Χίτλερ δεν θα τολμούσε να κηρύξει πόλεμο. Έτσι η βρετανική κυβέρνηση άρχισε να αναζητά τον τρόπο για τη σύναψη μιας συμμαχίας με τους Ρώσους, η οποία όμως να μην την έθετε σε κίνδυνο. Κεντρική ιδέα της βρετανικής διπλωματίας ήταν η παροχή βοήθειας από τους σοβιετικούς, μόνον εάν αυτή απαιτείτο, ή όταν θα ήταν επιθυμητή. Η πρόταση αυτή δεν θεωρήθηκε ελκυστική από τους σοβιετικούς. Επιπλέον, ο Στάλιν υποπτευόταν ότι η πολιτική των Γάλλων και των Άγγλων αποσκοπούσε στην ενθάρρυνση του Χίτλερ για μια επίθεση κατά της Σοβιετικής Ένωσης. Επειδή όμως, ο Στάλιν επιθυμούσε την καταστροφή των καπιταλιστικών χωρών της Δύσης από τον Χίτλερ, αποφάσισε να έλθει σε επαφή με την Γερμανία. Από την πλευρά του ο Χίτλερ, ο οποίος ήθελε ένα σύμφωνο συνεργασίας με την ΕΣΣΔ, όπως αυτό είχε πραγματοποιηθεί στο Rapallo της Ιταλίας το 1922, επιθυμούσε να συμμαχήσει με τον Στάλιν, αφενός για να εξουδετερώσει τις απειλές από την πλευρά της ανατολικής Ευρώπης και αφετέρου για να διαμελίσει την Πολωνία. Ωστόσο, ο Στάλιν έκρινε ότι η συμμαχία Γερμανίας- Ιαπωνίας θα απέβαινε εις βάρος της ΕΣΣΔ. Γι’ αυτό αποφάσισε να ενισχύσει τις σχέσεις της Μόσχας με το Βερολίνο. Έτσι, απέλυσε τον Λιτβίνωφ και τοποθέτησε τον Βιατσεσλάβ Μολότοφ στη θέση του, ως κομισάριο των εξωτερικών. Ο Λιτβίνωφ ήταν για μεγάλο διάστημα ο κυριότερος συνήγορος της συνεργασίας με τις δυτικές δυνάμεις, για αντίσταση κατά της ναζιστικής Γερμανίας. Αντίθετα, ο Μολότοφ είχε τη φήμη ότι προτιμούσε να διαπραγματεύεται με δικτάτορες αντί με ελεύθερα δημοκρατικά κράτη. Τον Απρίλιο του 1939, είχαν αρχίσει ήδη οι πρώτες επαφές για μια προσέγγιση των Σοβιετικών με τους Ναζί, αλλά αυτές έγιναν με εξαιρετική προφύλαξη λόγω της αμοιβαίας καχυποψίας που επικρατούσε. Όταν όμως διαπιστώθηκε ότι, οι διαπραγματεύσεις Σοβιετικών και Βρετανών δεν προχωρούσαν γρήγορα, οι Γερμανοί επιτάχυναν τις προσπάθειές τους για προσέγγιση. Ο δε Χίτλερ αποδέχθηκε τις σοβιετικές απαιτήσεις για τα βαλτικά κράτη και ο Ribbentrop πέταξε στις 23 Αυγούστου για Μόσχα. Την ίδια μέρα, ο σοβιετικός κομισάριος εξωτερικών Μολότοφ και ο Γερμανός υπουργός εξωτερικών Ribbentrop, παρουσία του Στάλιν, υπέγραψαν στο Κρεμλίνο σύμφωνο μη επιθέσεως, με το οποίο, οι συμβαλλόμενοι αναλάμβαναν την υποχρέωση της αποχής από επιθετικές ενέργειες για μια περίοδο δέκα ετών. Με μυστικό δε πρωτόκολλο αναγνωριζόταν ότι οι βαλτικές χώρες και η Φινλανδία ανήκαν στη σοβιετική σφαίρα επιρροής. Σε περίπτωση διαμελισμού της Πολωνίας ανάμεσα στις δύο χώρες, τα σύνορα τους θα ακολουθούσαν τις κοίτες των ποταμών Βιστούλα, Νάρεβ και Σαν. Οι Ρώσοι αποκτούσαν ακόμη την δυνατότητα της κατάληψης της ρουμανικής επαρχίας της Βεσσαραβίας (σήμερα Μολδαβία), εάν το επιθυμούσαν. Με το μυστικό πρωτόκολλο η Σ. Ένωση αναλάμβανε την προμήθεια πρώτων υλών και τροφίμων στην Γερμανία, με αντάλλαγμα την εισαγωγή γερμανικών βιομηχανικών προϊόντων (40).

Ο Μουσολίνι και Χίτλερ με τη μεσολάβηση του κόμη Galeazzo Ciano είχαν υπογράψει μία συμμαχία στις 25.5.1939, γνωστή ως Ατσάλινη Συμμαχία (Stahlpakt ή Patto di Acciao), όμως δεν είχε καθοριστεί η ημερομηνία συμμετοχής στον πόλεμο. (Πηγή: Wikipedia)

Το σύμφωνο που υπεγράφη στη Μόσχα ανάμεσα στην Γερμανία και τους Σοβιετικούς άφησε άφωνο ολόκληρο τον κόσμο. Ξαφνικά, οι κομμουνιστές και οι ναζί, ενώ ήταν άσπονδοι εχθροί, είχαν γίνει σύμμαχοι. Ο Χίτλερ με το σύμφωνο αυτό είχε απαλλαγεί από το σοβιετικό κίνδυνο, είχε δε αυξήσει τις απαιτήσεις του σχετικά με τον πολωνικό διάδρομο. Η εξέλιξη αυτή υποχρέωσε τους Γάλλους να κηρύξουν επιστράτευση και να ενισχύσουν με νέες δυνάμεις τη γραμμή Maginot. Ενώ οι Βρετανοί κινητοποιήθηκαν και άρχισαν να εξοπλίζονται. Απογοητεύτηκαν όμως, όταν διαπίστωσαν ότι, δίχως τη βοήθεια των ΗΠΑ ή της Σοβιετικής Ένωσης ήταν αδύνατον να αντιμετωπίσουν τις γερμανικές ένοπλες δυνάμεις. Οι ΗΠΑ το 1939 ήταν απασχολημένες με την παγκόσμια έκθεση της Νέας Υόρκης. Τα νέα από την Ευρώπη ήταν δυσοίωνα, όμως η πλειονότητα των Αμερικανών πίστευε ότι, η Ευρώπη ήταν πολύ μακριά για να επηρεάσει τη ζωή τους. Η απρόσμενη υπογραφή του συμφώνου της Μόσχας κατέστησε τον πόλεμο αναπόφευκτο. Ο Χίτλερ δεν μπορούσε να κάμει πίσω στο θέμα της Πολωνίας, διότι θα τραυματιζόταν το γόητρό του ενώ το κύρος του θα μειωνόταν ανεπανόρθωτα. Εξάλλου, πίστευε ότι η Βρετανία δεν θα διακινδύνευε ένα πόλεμο για χάρη της Πολωνίας. Αντίθετα, ο Στάλιν ήταν πεπεισμένος ότι το σύμφωνο της Μόσχας θα έστρεφε τον Χίτλερ κατά της Δύσεως. Ο διαμελισμός της Πολωνίας ανάμεσα στις δύο υπερδυνάμεις θα προσέφερε στην Ρωσία μια εύκολη λύση, για την ανάκτηση των χαμένων εδαφών κατά τον πρώτο Παγκόσμιο και τον Ρώσο- πολωνικό πόλεμο και μια ουδέτερη ζώνη, ανάμεσα στην ίδια και την Γερμανία. Η ζώνη αυτή θα διευρυνόταν με την κατάληψη των βαλτικών κρατών και της Βεσσαραβίας από την Σοβιετική Ένωση.

Μετά την κατάληψη εκ μέρους των Γερμανών του τμήματος της Πολωνίας που είχε συμφωνηθεί, επακολούθησε η χάραξη νέων συνόρων ανάμεσα στη Ρωσία και τη Γερμανία. Η διευθέτηση αυτή θα επέτρεπε στον Χίτλερ να επιτεθεί απερίσπαστος κατά της Δύσης με τη βοήθεια των σοβιετικών, αφού δεν υπήρχε πλέον θέμα πολέμου σε δύο μέτωπα. Βεβαίως ο Χίτλερ έσφαλε, όταν πίστεψε ότι, η πληροφορία της υπογραφής του συμφώνου μη επιθέσεως ανάμεσα στην Γερμανία και τη Σοβιετική Ένωση στη Μόσχα θα εκφόβιζε την Βρετανία, την Γαλλία και την Πολωνία. Όταν η βρετανική κυβέρνηση πληροφορήθηκε ότι ο J. von Ribbentrop θα επισκεπτόταν την Μόσχα, είχε ήδη φροντίσει για την κήρυξη της χώρας σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, είχε λάβει ορισμένα μέτρα στρατιωτικής φύσεως και είχε συντάξει ένα σύμφωνο βοηθείας, το οποίον υπεγράφη στις 24.8.1939 από τη Βρετανία και την Πολωνία. Ωστόσο, η συνεργασία Βερολίνου, Ρώμης, Τόκιο διαταράχτηκε, μετά την υπογραφή του συμφώνου της Μόσχας, επειδή η Ιαπωνία, η οποία πολεμούσε κατά των Κινέζων και των Ρώσων, θεώρησε ότι το σύμφωνο αυτό θα την έθετε σε κίνδυνο. Έτσι, οι σχέσεις Βερολίνου και Τόκιο πέρασαν μια προσωρινή κρίση(41). Από την πλευρά του, ο υπουργός εξωτερικών της Ιταλίας και γαμπρός του Μουσολίνι, Galeazzo Ciano, πίστευε ότι με το σύμφωνο της Μόσχας ο Χίτλερ είχε παραβιάσει το σύμφωνο που είχε υπογραφεί με τον Μουσολίνι, σύμφωνα με το οποίο, η Γερμανία έπρεπε να συμβουλεύεται την Ιταλία σε κάθε της πρωτοβουλία(42).

Πολωνία, ο αδύναμος αντίπαλος των Γερμανών

Η Πολωνία, η οποία βρίσκεται ανατολικά της Γερμανίας, μετά την επιστράτευση είχε στη διάθεση της 39 μεραρχίες πεζικού και 11 ταξιαρχίες ιππικού. Επίσης, είχε μια τεθωρακισμένη και δύο μηχανοκίνητες μεραρχίες. Διέθετε συνολικά 225 σύγχρονα και 80 παλιά τεθωρακισμένα άρματα μάχης. Η αεροπορία της αποτελείτο από 150 παλαιού τύπου καταδιωκτικά, 120 βομβαρδιστικά αναγνώρισης, 36 μεσαίου μεγέθους βομβαρδιστικά και 84 αεροσκάφη συνεργασίας με το στρατό. Το ναυτικό είχε 4 αντιτορπιλικά και 4 υποβρύχια. Ο στρατός της Πολωνίας εν καιρώ ειρήνης διέθετε 370.000 άνδρες και οι εφεδρείες ανέρχονταν σε 2.800. 000 άνδρες. Στην Πολωνία υπήρχε η δυαρχία του προέδρου Ignac Moscicki και του αρχιστράτηγου του λαού στρατάρχη Edward Rydz- Smigly, ενώ ο υπουργός πολέμου στρατηγός Tadeuz Kasprzycki δεν ήταν ενημερωμένος για το τελικό σχέδιο δράσης στην περίπτωση κήρυξης πολέμου. Μολονότι, οι Πολωνοί διέθεταν μεγάλες δυνάμεις και θεωρητικά τουλάχιστον θα μπορούσαν να συγκρατήσουν τους Γερμανούς, στην πραγματικότητα ήταν ασυντόνιστοι και η βασική στρατιωτική τους φιλοσοφία και αντίληψη ήταν ξεπερασμένες. Οι ελάχιστες μηχανοκίνητες μεραρχίες τους ήταν παλιού τύπου και δεν διέθεταν αντιαρματικά και αντιαεροπορικά πυροβόλα. Οι ηγέτες της Πολωνίας είχαν βασιστεί στο πολυάριθμο ιππικό της πατρίδας τους και πίστευαν στη δυνατότητα της επελάσεως του ιππικού. Η φιλοσοφία τους ήταν από αυτήν την άποψη καθυστερημένη κατά 80 χρόνια, αφού το μάταιο των επελάσεων ιππικού είχε αποδειχθεί ήδη κατά τον εμφύλιο πόλεμο των ΗΠΑ. Η διατήρηση μεγάλων δυνάμεων ιππικού από όλες τις δυνάμεις κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου με την προσδοκία παραβίασης του εχθρικού μετώπου, η οποία ποτέ δεν συνέβη, ήταν η μεγαλύτερη ψευδαίσθηση του στατικού εκείνου πολέμου. Η αδυναμία των Γάλλων και περισσότερο των Πολωνών αυξήθηκε από την έλλειψη αεροπορίας, η οποία θα ήταν δυνατόν να καλύπτει και να υποστηρίζει το πεζικό τους. Η κατάσταση αυτή οφείλεται στο γεγονός ότι οι στρατηγοί αμφοτέρων των δυνάμεων πίεζαν για την παροχή των κονδυλίων του προϋπολογισμού για να χρησιμοποιηθούν στις ανάγκες του στρατού. Η κατάρρευση του γαλλικού και του πολωνικού στρατού κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου οφείλεται εν μέρει και στην πεποίθηση τους ότι ήταν ανώτεροι των Γερμανών. Οι Γάλλοι ως νικητές του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου θεωρούσαν ότι διέθεταν ανώτερες στρατιωτικές γνώσεις. Οι Πολωνοί θεωρούσαν ότι είχαν μια ανωτερότητα λόγω της νίκης τους κατά των Ρώσων το 1920. Οι στρατιωτικοί αρχηγοί και των δύο κρατών είχαν επιδείξει αλαζονική αυταρέσκεια για τους στρατούς τους και την στρατιωτική τεχνική τους. Ωστόσο, μερικοί νεώτεροι Γάλλοι αξιωματικοί, όπως ο Charles de Gaulle, είχαν επιδείξει ζωηρό ενδιαφέρον για τις νέες εξελίξεις της τεχνικής του πολέμου με τη χρήση αρμάτων μάχης(43).

Η ιεραρχία στη Γερμανία του Χίτλερ

Η απόφαση για την επίθεση της Γερμανίας κατά της Πολωνίας είχε ληφθεί προσωπικά από τον Χίτλερ, ο οποίος ως δικτάτωρ του Τρίτου Ράιχ, δεν συμβουλευόταν το υπουργικό συμβούλιο ή τη λαϊκή αντιπροσωπεία. Τις παραμονές του πολέμου, η εξουσία του Χίτλερ ήταν απόλυτη και οι επιθυμίες του καθοριστικές. Δεν εκφραζόταν πλέον στις λαϊκές συγκεντρώσεις, αλλά αντί αυτών απηύθυνε δηλώσεις, χρησιμοποιούσε μυστικά διατάγματα, και έδινε απευθείας διαταγές και εντολές προς τους στρατιωτικούς. Σύμφωνα με το υφιστάμενο πρωτόκολλο, ο Χίτλερ, μετά το 1934, έφερε τον τίτλο του Fuehrer und Reichskanzler (Φύρερ και Καγκελάριος του Ράιχ). Η λέξη Φύρερ σημαίνει στα γερμανικά τον καθοδηγητή, τον ηγέτη(44). Ενώ, ο Χίτλερ απαιτούσε να αποκαλείται Φύρερ, σε διάφορα επίσημα κείμενα αναφέρεται και ως ανώτατος διοικητής της Βέρμαχτ (Oberster Befehlshaber der Wehrmacht, OBdW). Το δε γκρίζο χιτώνιο με το οποίο ενδύθηκε την 1η Σεπτεμβρίου 1939, στόχευε στην είσοδο του στον κόσμο των στρατιωτικών. Εάν οι Γερμανοί στρατηγοί είχαν την ανάγκη, ή όχι από την καθοδήγηση του Χίτλερ, που είχε υπηρετήσει στον στρατό της Βαυαρίας με τον βαθμό του δεκανέα, είναι θέμα ερμηνείας όμως έχει άμεση σχέση με τον όρκο που έδωσαν οι στρατηγοί στον Χίτλερ, με τον οποίο θα τον υπάκουαν έως το θάνατο τους. Ο Χίτλερ είχε συγκεντρώσει στα χέρια του την πολιτική και στρατιωτική εξουσία. Εκτός από την ObdW έλεγχε και την Ανωτάτη διοίκηση των ενόπλων δυνάμεων OKW (Oberkommando der Wehrmacht), που ήταν το στρατηγικό και συμβουλευτικό όργανο. Επικεφαλής της υπηρεσίας αυτής ήταν ο στρατηγός W. Keitel, ο οποίος όμως δεν είχε δικαίωμα να εκδίδει διαταγές.

Τις εσωτερικές υποθέσεις, και όλα όσα ο Χίτλερ δεν επιθυμούσε να αποφασίσει ανατέθηκαν σε άλλους τιτλούχους όπως οι Reichsfuerer (ο καθοδηγητής του Ράιχ) , Reichs kommissar (κομισάριος του Ράιχ), Reichsleiter (διευθυντής του Ράιχ), Generalbevollmaechtigter (γενικός πληρεξούσιος) και Generalinspektor (γενικός επιθεωρητής). Ως εκτελεστικό όργανο του Ράιχ, ορίστηκε στις 30.8.1939, ένα υπουργικό συμβούλιο, το οποίο καθόρισε το Συμβούλιο Άμυνας του Ράιχ (Reichsverteitigungsrat). Στο συμβούλιο αυτό συμμετείχαν εκτός από τον H. Goering, τον οποίο ο Χίτλερ είχε καθορίσει ως διάδοχο του, άλλα πέντε άτομα: ο W. Pick, o R. Hess, o W. Keitel, o W. Funk και ο H.H. Lammers. Οι διαφορές αντιλήψεων ανάμεσα στα άτομα αυτά, αποτέλεσαν εμπόδιο στην λήψη και στην χάραξη ξεκάθαρων μέτρων. Ένας λόγος για την αποτυχία του Συμβουλίου Άμυνας ήταν η επιθυμία του Goering να προβάλλεται συνεχώς από τις θέσεις που κατείχε όπως του Υπουργού Αεροπορίας του Ράιχ και Αρχηγού της Αεροπορίας, του πληρεξούσιου για το τεταρτοετές πρόγραμμα, του προέδρου του Ράιχσταγκ, του πρωθυπουργού και υπουργού Εσωτερικών της Πρωσίας, του προέδρου των Κυνηγών και των Δασοπόνων του Ράιχ, του προέδρου του συμβουλίου έρευνας του Ράιχ και του περιστασιακού μεσολαβητή!

Ο Rudolf Hess διέθετε μικρή επιρροή, ενώ ο γραμματέας του, Martin Bormann, ήταν δολοπλόκος και έπλεκε πολλά νήματα, που είχαν σχέση με τις αποφάσεις για τους ηγέτες του NSDAP. Αυτός επιδίωξε να τεθεί το κόμμα στην ίδια μοίρα με το κράτος. Αποφασιστική στις υποθέσεις του Ράιχ ήταν και η επίδραση του υπουργού προπαγάνδας Joseph Goebbels. Χάρη στις οδηγίες του συχνά αναμειγνυόταν η αλήθεια με το ψεύδος και το πραγματικό με το φανταστικό. Η διαστρεβλωμένη πραγματικότητα διοχετευόταν με πομπώδη τρόπο, στον τύπο, στο ραδιόφωνο και στα κινηματογραφικά έργα. Επίσης και ο Reichsfuehrer SS (φύρερ των SS στο Ράιχ) και αρχηγός της γερμανικής αστυνομίας Heinrich Himmler ήταν απρόβλεπτος. Κάτω από τις διαταγές του βρίσκονταν τα ανώτατα στελέχη των SS και οι αστυνομικοί διοικητές (Polizeifuehrer), καθώς και έξη στρατόπεδα, στα οποία, ήδη το 1939 υπήρχαν 25.000 κρατούμενοι. Η διοίκηση του ναζιστικού κράτους ήταν υπό την εποπτεία του Χίμλερ και άλλων δώδεκα διευθύνσεων. Η σπουδαιότερη διεύθυνση ανάμεσα στις δώδεκα ήταν αυτή του Reinhard Heidrich. To ναζιστικό κόμμα NSDAP ήταν πανταχού παρών. Τα διάφορα τμήματα του διοικούνταν από άνδρες με καφέ στολή, που ήταν γνωστοί ως χρυσοί φασιανοί (Goldfasanen) (45).

Φαινομενικά, η φασιστική Ιταλία, είχε κοινά χαρακτηριστικά με το Τρίτο Ράιχ. Μετά την «πορεία κατά της Ρώμης» ο Μουσολίνι είχε στη διάθεσή του εκτός από τους Μελανοχιτώνες και τα παλαιότερα ιδρύματα που δεν είχαν καθαιρεθεί. Τότε, η Ιταλία ήταν μοναρχία, και ο βασιλιάς της ήταν αρχηγός του κράτους. Επίσης υπήρχε και ο κλήρος που διέθετε μεγάλη επιρροή.

Έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου

Στην Ευρώπη ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος δεν είχε ως σκοπό την εξασφάλιση των συνόρων της Πολωνίας και την πολιτική αυτοτέλειά της, αλλά την εξασφάλιση της θεμελιώδους αρχής, η οποία ίσχυε έως τότε στην Ευρώπη, δηλαδή της ισορροπίας των δυνάμεων σύμφωνα με το ισχύον status quo. Η επίθεση του Χίτλερ κατά της Πολωνίας δεν ήταν για το Danzig και τον πολωνικό διάδρομο, αλλά για την ηγεμονία της Γερμανίας στην Ευρώπη. Αυτή όμως η επιδίωξη του Χίτλερ ήταν αντίθετη προς την βρετανική αρχή, που είναι γνωστή ως «Balance of Power»(46), χάριν της οποίας οι Βρετανοί ήταν αποφασισμένοι να εμποδίσουν κάθε προσπάθεια του Χίτλερ για ηγεμονισμό και επικράτηση στην Ευρώπη. Ωστόσο, οι προσπάθειες των δυτικών δυνάμεων να υπερισχύσουν της Γερμανίας δεν καρποφόρησαν άμεσα, επειδή απέτυχαν να προσεταιριστούν εγκαίρως την Σοβιετική Ένωση κατά της Γερμανίας. Αντίθετα η Γερμανία και η ΕΣΣΔ, το 1938, έσπευσαν να υπογράψουν ένα σύμφωνο μη επιθέσεως. Ενώ, ο Χίτλερ σωστά είχε προβλέψει ότι οι δυτικές δυνάμεις δεν επρόκειτο να εκπληρώσουν τις συμβατικές υποχρεώσεις τους προς την Πολωνία, δεν αντελήφθη ότι οι δυτικές δυνάμεις δεν θα επέτρεπαν την επέκταση της Γερμανίας στην ανατολική Ευρώπη και ότι θα επιδίωκαν την ανατροπή του ναζιστικού καθεστώτος στην Γερμανία, το οποίο εφάρμοζε επεκτατική και σοβινιστική εξωτερική πολιτική. Ο Αδόλφος Χίτλερ πίστευε ότι, ο γερμανικός στρατός έπρεπε να επιτεθεί κατά της Πολωνίας, το αργότερο έως την 1η Σεπτεμβρίου, προκειμένου να την αποκόψει από τους δυτικούς συμμάχους της.

Ο πόλεμος άρχισε στην Πολωνία με την παραβίαση των συνόρων από τη Γερμανία.
Στη φωτογραφία Γερμανοί στρατιώτες παρελαύνουν στη Βαρσοβία μετά την εισβολή στη Πολωνία. (Φωτογραφία: library.thinkquest)

Έτσι, απαίτησε την αποστολή ενός Πολωνού εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου στο Βερολίνο για συζητήσεις. Ο υπουργός εξωτερικών της Πολωνίας Beck, ο οποίος είχε υπόψη του τα γεγονότα που είχαν προηγηθεί της κατάληψης της Τσεχοσλοβακίας, αρνήθηκε. Μετά από πιέσεις εκ μέρους του Λονδίνου και των Παρισίων, οι Πολωνοί δέχθηκαν να ανανεώσουν τις επαφές με τους Γερμανούς δια του πρέσβη τους στο Βερολίνο, ενώ στο μεταξύ ο Πολωνός πρωθυπουργός Rytz- Smigly διέταξε γενική επιστράτευση. Επειδή όμως ο πολωνός πρέσβης στο Βερολίνο δεν είχε πλήρη εξουσιοδότηση, ο Γερμανός υπουργός εξωτερικών von Ribbentrop θεώρησε ότι δεν υπήρχε λόγος για την διεξαγωγή διαπραγματεύσεων.

Η αστραπιαία είσοδος (Blitzkrieg) γερμανικών αρμάτων στην Πολωνία είχε ως αποτέλεσμα την κύκλωση μεγάλων πολωνικών μονάδων. Στην φωτογραφία Πολωνοί αιχμάλωτοι περιφρουρούμενοι απο Γερμανούς. (Φωτογραφία: historyimages)

Συγχρόνως δε ο Χίτλερ δια του Στρατηγού Keitel διέταξε τον γερμανικό στρατό να ενεργήσει επίθεση κατά της Πολωνίας για την πραγματοποίηση του σχεδίου Weiss. Εκμεταλλευόμενος δε κάποιες διαδώσεις για πολωνικές επιθέσεις στα σύνορα, οι οποίες όμως ήταν ανύπαρκτες, την 1 Σεπτεμβρίου 1939,ο Χίτλερ δήλωσε στο Ράιχσταγκ ότι οι Γερμανοί θα ανταπέδιδαν αμέσως τα πυρά. Ενώ οι μονάδες της Βέρμαχτ είχαν αρχίσει να διέρχονται τα σύνορα Γερμανίας και Πολωνίας από το πρωί (04.45 ώρα) της 1ης Σεπτεμβρίου, ο Χίτλερ στην ομιλία του δεν ανέφερε τίποτε για τον αρχόμενο πόλεμο(47). Η παρασιώπηση του πολεμικού αυτού γεγονότος έγινε, για να εξαπατηθεί η παγκόσμια κοινή γνώμη, η οποία έπρεπε να πιστεύει ότι επρόκειτο για μια απλή αστυνομική επιχείρηση. Η αντίδραση της Δύσης κατά της γερμανικής επίθεσης στην Πολωνία εκδηλώθηκε στις 3 Σεπτεμβρίου. Οι πρέσβεις της Βρετανίας και της Γαλλίας απαίτησαν από τον Ribbentrop την απόσυρση των γερμανικών δυνάμεων από το πολωνικό έδαφος, εντός τριών ωρών. Αλλά το τελεσίγραφό τους παρέμεινε αναπάντητο, έτσι τέθηκε σε ισχύ η κήρυξη πολέμου των Βρετανών και των Γάλλων κατά της Γερμανίας (48). Όταν οι ένοπλες δυνάμεις της Γερμανίας ενεργούσαν επίθεση κατά της Πολωνίας την 1η Σεπτεμβρίου του 1939, είχε ήδη ξεκινήσει μια επιχείρηση, η οποία σε 30 μήνες εξελίχθηκε σε παγκόσμια σύρραξη(49). Δύο μέρες μετά την γερμανική επίθεση κατά των Πολωνών, η απόφαση της Βρετανίας και της Γαλλίας για κήρυξη πολέμου κατά της Γερμανίας, είχε προσδώσει στη σύρραξη αυτή μια πανευρωπαϊκή διάσταση, η οποία επεκτάθηκε περισσότερο ακόμη με την επίθεση της Ιταλίας κατά της Ελλάδος τον Οκτώβριο του 1940 και την επίθεση της Γερμανίας κατά της Σοβιετικής Ένωσης το 1941. Οι επιχειρήσεις των Ιαπώνων κατά των κτήσεων των ΗΠΑ στην Χαβάη, στην ΝΑ Ασία και στον Ειρηνικό Ωκεανό, καθώς και η κήρυξη πολέμου των δυνάμεων του Άξονα κατά των ΗΠΑ το 1941, εξάπλωσαν τον πόλεμο σε ολόκληρο τον κόσμο(50). Ο Χίτλερ που δεν μπορούσε να βάλει φραγμούς στις παράλογες απαιτήσεις του, εφαρμόζοντας διαδοχικούς εκβιασμούς, έφθασε στο χείλος της αβύσσου. Παρά τη θεωρητική ισχύ της Βέρμαχτ, το σύμφωνο κατά της Κομμιντέρν, τη συμμαχία με την Ιταλία, το σύμφωνο με την Μόσχα και την πίεση κατά της δημοκρατικής δύσης, η Βρετανία και η Γαλλία όπως προαναφέραμε αποφάσισαν τότε να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους έναντι της Πολωνίας, κηρύσσοντας τον πόλεμο κατά της Γερμανίας (51). Η αλαζονεία και η ακατάσχετη δημαγωγία του Χίτλερ είχαν δράσει καταλυτικά στο γερμανικό λαό. Ενδεικτικό της ατμόσφαιρας που επικρατούσε εκείνη την περίοδο στην Γερμανία είναι η απαράδεκτη στάση των Γερμανών βουλευτών σε μια έκκληση των ΗΠΑ για αυτοσυγκράτηση.

Επίλογος

Μετά την συμφωνία της Μόσχας το 1939, ανάμεσα στην Γερμανία και την ΕΣΣΔ, στην Ευρώπη διαμορφώθηκε μια νέα πολιτική και στρατιωτική κατάσταση, η οποία για ένα διάστημα, υπήρξε πολύ δυσμενής για τη Γαλλία και την Βρετανία. Μετά την γερμανική κατάληψη των πολεμικών εργοστασίων της Τσεχοσλοβακίας, η εγγύηση των δύο συμμάχων για την εδαφική ακεραιότητα της Πολωνίας, δεν είχε περιεχόμενο, και απέδειξε την ανικανότητα και των δύο να αντιληφθούν ότι δίχως μια μεγάλη συμμαχία με την ΕΣΣΔ, θα υποχρεώνονταν να αντιμετωπίσουν τον Χίτλερ κάτω από αντίξοες συνθήκες(52). Αλλά και από στρατηγική άποψη ήταν φανερό ότι τίποτε άλλο εκτός από την υποστήριξη της Σοβιετικής Ένωσης δεν θα ήταν δυνατό να συμβάλει στην αποκατάσταση της ισορροπίας ανάμεσα στην δυτική Ευρώπη και την Γερμανία, όταν μάλιστα οι επικρατούσες συνθήκες καθιστούσαν εφικτή τη δημιουργία μιας συμμαχίας με την Σοβιετική Ένωση. Σκοπός του Χίτλερ ήταν η επέκταση των συνόρων της Γερμανίας προκειμένου να συμπεριληφθούν όλα τα εδάφη, στα οποία ζούσαν ομοεθνείς των Γερμανών. Κατά δε την διάρκεια της διεργασίας ο Γερμανός δικτάτωρ σκόπευε να εξοντώσει τους βασικούς εχθρούς της Γερμανίας, οι οποίοι κατά την άποψή του ήταν οι Εβραίοι και οι σοβιετικοί κομμουνιστές. Ο Χίτλερ δεν επιθυμούσε να δημιουργήσει απλά μια μεγάλη Γερμανία αλλά την μέγιστη Γερμανία, η οποία θα συμπεριλάμβανε όλους τους Γερμανούς που ζούσαν στην Ευρώπη από το Ρήνο έως τον Βόλγα(53). Ωστόσο, ο Χίτλερ δεν πολέμησε τον κομμουνισμό όπως ισχυριζόταν. Αντίθετα, βοήθησε στην εξάπλωσή του προς τη Δύση, αφού τελικά παραδόθηκαν στους κομμουνιστές η ανατολική Γερμανία, η Πολωνία, η Ουγγαρία, η Τσεχοσλοβακία, η Βουλγαρία , η Ρουμανία και οι βαλτικές χώρες. Όταν ο Χίτλερ εισέβαλε στη Ρωσία το 1941, δεν το επιχείρησε επειδή πίστευε ότι η Ευρώπη κινδύνευε από τον κομμουνισμό. Απλά θεώρησε ότι η Ρωσία των μπολσεβίκων ήταν αδύναμη και ότι προσφερόταν ως θύμα. Μολονότι καμιά παράταξη δεν υπερτερούσε αισθητά των αντιπάλων της, αυτό που έκρινε την έναρξη του πολέμου δεν ήταν οι αποφάσεις των Γερμανών στρατηγών αλλά ο ίδιος ο Χίτλερ. Παλιοί συνεργάτες του Χίτλερ, όπως ο Schacht(54) και o von Papen(55) αναφέρουν στα απομνημονεύματά τους, ότι αυτός ήταν ο αποκλειστικός υπεύθυνος για την έναρξη του πολέμου. Από την αρχή, ο Χίτλερ είχε αποφασίσει να επαναλάβει τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και σύμφωνα με την άποψη του με ορθότερο τρόπο!

Το σχέδιο του Χίτλερ για την κατάκτηση και τη λεηλασία της Ευρώπης, κατά τα πρότυπα του Ναπολέοντα, και την ανάδειξη της Γερμανίας σε παγκόσμια δύναμη ήταν ανέφικτο. Δεν διέφερε δε από ένα παιδικό όνειρο, που το συνέλαβε ο Χίτλερ μαζί με τους συνεργάτες του. Η ελπίδα του Χίτλερ ότι οι δυτικές δυνάμεις δεν θα είχαν διάθεση να πολεμήσουν αρχικά μόνον επαληθεύτηκε. Όμως ο πόλεμος που ξέσπασε και εξελίχτηκε αργότερα σε μια παγκόσμια σύρραξη έγινε άσκοπα. Στην αρχή για μια διάρκεια έξη χρόνων (1933-39) η Δύση προσπάθησε να ικανοποιήσει τις παράλογες απαιτήσεις του Χίτλερ, ενώ στα επόμενα έξη χρόνια (1939-45) πολέμησε για να τον εξοντώσει.

Κατά τη διάρκεια του βομβαρδισμού της Δρέσδης από Άγγλους και Αμερικάνους, υπολογίζεται οτι σκοτώθηκαν πάνω από 70000 άτομα. Στη φωτογραφία βομβαρδιστικά ρίχνουν βόμβες κατά της πόλεως. (Φωτογραφία: uncommonprayers)

Το αποτέλεσμα του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου δεν ήταν η κυριαρχία της Βρετανίας και της Γαλλίας αλλά η ανάδειξη των ΗΠΑ σε παγκόσμια κυρίαρχη δύναμη. Ο Τσόρτσιλ είχε δίκιο όταν υποστήριζε ότι οι Γερμανοί είχαν απλά αποκτήσει μεγαλύτερο αριθμό αεροσκαφών από την Βρετανία, ενώ οι Βρετανοί αναλυτές είχαν λανθασμένα υπερεκτιμήσει τη δυνατότητα της Luftwaffe να επιφέρει μεγάλες απώλειες στον πληθυσμό του Λονδίνου. Αυτό ήταν ένα μεγάλο σφάλμα, διότι η βρετανική κυβέρνηση για ένα διάστημα υπερεκτίμησε τον κίνδυνο που αντιπροσώπευε ο Χίτλερ και η Γερμανία το 1938. Η Βρετανία, αντί της πολιτικής του συμβιβασμού, θα έπρεπε να κηρύξει τον πόλεμο κατά της Γερμανίας, πριν την κατάληψη της Πολωνίας. Από αυτή την άποψη είναι αξιοκατάκριτη η βραδυπορία του βρετανικού Επιτελείου της Αεροπορίας, το οποίο αντί να χρησιμοποιήσει τα βομβαρδιστικά κατά των γερμανικών στρατηγικών στόχων τον Σεπτέμβριο του 1939, τα χρησιμοποίησε για την ρίψη προπαγανδιστικών φυλλαδίων, με το δικαιολογητικό ότι ο βομβαρδισμός της Γερμανίας θα ήταν δαπανηρός! Μόλις όμως ο Τσόρτσιλ έγινε πρωθυπουργός διέταξε την RAF να ετοιμαστεί για επιδρομές κατά της Γερμανίας. Οι στόχοι που επελέγησαν τότε δεν ήταν τα εργοστάσια αλλά οι εργάτες που κατοικούσαν γύρω από αυτά. Σε μια ομιλία του στις 30 Οκτωβρίου 1940 ο Τσόρτσιλ είχε πει ότι ο πληθυσμός γύρω από τους στόχους έπρεπε νοιώσει το βάρος του πολέμου. Οι στρατηγικοί βομβαρδισμοί των Αμερικανών είχαν και αυτοί ως στόχο τις εχθρικές πόλεις. Έτσι τον Ιούλιο του 1943 η πόλη του Αμβούργου καταστράφηκε κατά τα 3/4 και 45.000 πολίτες βρήκαν το θάνατο από τις βρετανικές βόμβες. Τον Φεβρουάριο του 1945 η πόλη της Δρέσδης καταστράφηκε από τα βρετανικά και αμερικάνικα βομβαρδιστικά, ενώ οι Αμερικανοί χρησιμοποιώντας την ατομική βόμβα κατέστρεψαν το 1945 το Ναγκασάκι και την Χιροσίμα (56).

Στην αρχή του πολέμου η Βρετανική Αεροπορία επέδειξε ολιγωρία και δεν αποφάσιζε να βομβαρδίσει γερμανικούς στόχους, όταν όμως έγινε πρωθυπουργός ο W. Churchill, διέταξε την RAF να ετοιμαστεί. Στη φωτογραφία το λιμάνι του Κίελου (Kiel). (Φωτογραφία: iwm.org.uk)

Μολονότι συνηθίζεται οι ιστορικοί να διατυπώνουν συμπεράσματα μετά το τέλος κάθε πολέμου, στην περίπτωση του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου θεωρείται ότι ο πόλεμος αυτός δεν τελείωσε το 1945 αλλά πολύ αργότερα, όταν δηλαδή κατέρρευσε η Σοβιετική Ένωση, λόγω της ανικανότητας της να αντιμετωπίσει τις οικονομικές δυσκολίες που προκάλεσε η σοβιετική πολιτική για τους ξέφρενους εξοπλισμούς. Επίσης, υπάρχει και ο ισχυρισμός ότι πόλεμος ανάμεσα στην Ανατολή και τη Δύση ούτε έληξε ούτε και θα λήξει αφου΄μεν Ρωσία προσπαθεί να ανακτήσει την τσαρική της δόξα, χρησιμοποιώντας ακόμη και τα σύμβολα της, ενώ η Κίνα εκ των πραγμάτων στοχεύει στην οικονομική της εξάπλωση και υποβάθμιση των δυνατοτήτων της Δύσης.

1.Ε.Ε. Τζάχος: Η κεντρική Ευρώπη την περίοδο του Μεσοπολέμου, Ιστορικές Σελίδες, Τεύχος 6, Αύγουστος 2006.

2.Η.Heiber, die Republik von Weimar, Muenchen 1996.

3.Τζάχος Ε.Ε. : Αδόλφος Χίτλερ, η άνοδος στην εξουσία, Πόλεμος και Ιστορία, Τεύχος 62, Απρίλιος 2003.

4.W.Hofer, Der Nationalsozialismus, Documente 1933-45, σελ. 10-18.

5.Ferguson, σελ. 193, 225.

6.Dahms, σελ. 15.

7.Purnell, σελ. 1331-35.

8.Benz, σελ. 95-106.

9.Dahms, σελ. 16.

10. Heiber H.: Die Republik von Weimar, Muenchen 1996, σελ .7.

11. Purnell,σελ  . 1438-42.

12. Purnell,  σελ. 025.

13. Ferguson, σελ . 192.

14. Ferguson, σελ . 466-75.

15. Ambrose,σελ  . 28.

16. Ambrose,  σελ. 29-31.

17. Mitchener, J.A.: Iberia, New York 1968,σελ  . 138-42, 694-706.

18. Hitler: Mein Kampf.

19. Benz, σελ. 95-99.

20. Benz,  σελ. 106.

21. Rurnell, σελ . 1404-1409.

22. Hart,  σελ. 27-29. Purnell,  .1687-1694.

23. Γεδεών Δ.: Απόψεις του Αρχηγού του Γερμανικού Επιτελείου Χανς φον Σέεκτ, Στρατιωτική Επιθεώρηση, ΓΕΣ, Τεύχος 3/1998.

24. Purnell,  σελ. 1107-1121.

25. Benz,σελ . 151-167.

26. Bekker C.,Die Kriegsmarine, Klagenfurt 2005,σελ . 8-25.

27. Τζάχος Ε.Ε.: Οι ολέθριες σχέσεις Γερμανίας-Ρωσίας 1914-45,Πόλεμος και Ιστορία, Τεύχος 34, 2000.

28. Pimlott J., Die Luftwaffe, Klagenfurt 1998, σελ . 7-20.

29. Purnell,σελ. 1612-25.

30. G.Mann, Deutsche Geschichte des 19. und 20. Jahrhunderts, 1998,σελ. 877-78.

31. Benz,σελ. 160-3.

32. Purnell,σελ . 1687-95.

33. Dahms,σελ. 33.

34. Hart L. : Τα άρματα, Τόμος ΙΙ, Παράρτημα V.

35. Purnell,σελ . 1687-95.

36.  Purnell,σελ . 1641-60.

37. Benz,σελ. 163.

38. Hart,σελ.11-15.

39. Purnell,σελ. 1672-78.

40. Dahms,σελ. 22-24.

41. Αmbrose,σελ. 39.

42. Ciano G.: Diario, Roma 1946.

43. Dahms,σελ .28.

44. Hofer W.: Der Nationalsozialismus Documente 1933-45,σελ. 35.

45. Dahms,σελ. 28-29.

46. Gruchmann,σελ . 8.

47. Hart,σελ. 19-20.

48. Gruchmann,σελ. 7-24.

49. Gruchmann,σελ. 7.

50. mbrose,σελ. 41.

51. Dahms,σελ. 26.

52 Ferguson,σελ . 313.

53 Ferguson,σελ. 314-15.

54 Schacht H.σελ, 76 Jahre meines Lebens, Bad Woerishofen 1953.

55 von Papen F.,σελ, Muenchen 1952.

56 Ferguson  ,σελ. 558-71.

Συντομογραφίες

Benz : Benz W., Geschichte des Dritten Reiches (Muenchen 2000)

Ferguson: Ferguson N. , The War of the World (London 2006)

Gruchmann : Gruchmann L. , Der Zweite Weltkrieg (Muenchen 2005)

Hart : Hart L. , Ιστορία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, Τόμος Α. (Αθήνα 1988)

Purnell : Purnell , Ιστορία του 20ου αιώνα (Ελληνική μετάφραση), (1968)

Ambrose: Ambrose S.E., World War II, (New York 1997)

Βιβλιογραφία

Ferguson N. : The War of the World, London 2006

Gilbert M. : Churchill in America, London 2005

Gruchmann L.: Der Zweite Weltkrieg, Kriegfuehrung und Politik, Muenchen 2005

Hughes M., Mann Ch. : Hitlers Deutschland, Klagenfurt 2005

Benz W.: Geschichte des Dritten Reiches, Muenchen 2000

Hart L. Ιστορία του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, Τόμος Α΄, Έκδοση 7ο ΕΓ/ΓΕΣ Αθήνα 1988

Mann G. : Deutsche Geschichte des 19. und 20. Jahrhunderts, Frankfurt am Main, 1992

Dahms H.G.: Der zweite Weltkrieg, Muenchen 1999

Ambrose S.E, Sulzberger C.L.: World War II, New York 1997

Gilbert M. : Churchill and America, London 2005

Damerof I, Jahn P. : Museum Berlin- Karlshorst, Erinnerung an einen Krieg, Berlin 1997

Hofer W. : Der Nationalsozialismus , Documente 1933-45, Frankfurt am Main, 1962

Purnell : Ιστορία του 20ου αιώνα, (Ελληνική μετάφραση) Αθήνα 1968

Fingleton E. : In the Jaws of the Dragon, St. Martins’ Press, New York 2008

2 Σχόλια

  1. freedom iron

    Είναι πολύ καλό το άρθρο σας. ας ελπίσουμε πως δε θα ζήσουμε τέτοιες δυσάρεστες στιγμές!

    Απάντηση
    • Δούκας Γαϊτατζής

      Ευχαριστώ, αλλά είναι αναδημοσίευση από το περιοδικό «Στρατιωτική Επιθεώρηση» και αναδημοσιεύεται αυτούσιο μετά από άδεια του Διευθυντή της Διευθύνσεως Ενημερώσεως και Δημοσίων Σχέσεων/5º του Γενικού Επιτελείου Στρατού.

      Απάντηση

ΔΕΝ επιτρέπονται απαξιωτικοί και υβριστικοί χαρακτηρισμοί εναντίον στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας. Υποβάλλοντας το σχόλιο σου επιβεβαιώνεις ότι έχεις διαβάσει και αποδεχθεί τους όρους χρήσης και σχολιασμού του ιστοτόπου. Η ευθύνη των σχολίων (αστική και ποινική) βαρύνει τους σχολιαστές. Οι απόψεις που εκφράζονται δεν αντιπροσωπεύουν εκείνες της "Προέλασης" και δεν πρέπει να εκλαμβάνονται ως τέτοιες.

Σχολιάστε

Αρέσει σε %d bloggers: