Το Τ-64 αποτέλεσε την αιχμή του δόρατος των σοβιετικών τεθωρακισμένων κατά τη δεκαετία του 1960. Η ισχύς του Ερυθρού Στρατού προκαλούσε ρίγη τρόμου στη Δύση σε όλη τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. (Broń Pancerna/Flickr)

Του Διονύση Χουρχούλη*

Κατά τη διάρκεια των δύο πρώτων δεκαετιών του Ψυχρού Πολέμου, η σοβιετική στρατιωτική στρατηγική στην Ευρώπη (περιλαμβανομένης, από το 1955, της στρατηγικής του Συμφώνου της Βαρσοβίας) υπέστη δραματικές αλλαγές. Κύρια αιτία των αλλαγών στον στρατιωτικό σχεδιασμό, τη θεωρία και το δόγμα υπήρξαν οι ραγδαίες επιστημονικές-τεχνολογικές εξελίξεις στο πεδίο της παραγωγής πυρηνικών όπλων και των μέσων εκτόξευσής τους. Μετά τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, και καθώς κατά τα επόμενα έτη οι ΗΠΑ απολάμβαναν αρχικά (έως το 1949) πυρηνικό μονοπώλιο και έπειτα σαφή υπεροχή σε πυρηνικές κεφαλές και στα μέσα εκτόξευσής τους, η σοβιετική πολιτική και στρατιωτική ηγεσία είχε υιοθετήσει τη στρατηγική της «στρατηγικής άμυνας». Αυτή αποσκοπούσε στη διατήρηση της ακεραιότητας όχι μόνο της επικράτειας της ΕΣΣΔ, αλλά και των κρατών που είχαν περιέλθει στη σοβιετική ζώνη επιρροής. Δεδομένης της υστέρησης σε στρατηγικά όπλα, η σοβιετική στρατιωτική στρατηγική μέχρι και τον θάνατο του Στάλιν το 1953 προέβλεπε ότι οι ένοπλες δυνάμεις της Σοβιετικής Ενωσης και των κρατών του ανατολικού συνασπισμού θα υιοθετούσαν αρχικά αυστηρά αμυντική στάση σε περίπτωση εκδήλωσης μείζονος κρίσης ή έκρηξης πολέμου στην Ευρώπη. Σε περίπτωση πολέμου ανάμεσα στον ανατολικό και στον δυτικό συνασπισμό, ο σοβιετικός σχεδιασμός προέβλεπε σε πρώτη φάση την απόκρουση τυχόν επιθετικών ενεργειών του δυτικού συνασπισμού. Σε δεύτερη φάση, μετά την κινητοποίηση των ισχυρότατων σοβιετικών εφεδρειών, θα εξαπολυόταν μαζική αντεπίθεση ώστε να συντριβεί ο εχθρός. Και πάλι, ωστόσο, διακηρυγμένος στόχος παρέμενε η εξασφάλιση του απαραβίαστου των συνόρων που είχαν προκύψει με τις διεθνείς συμφωνίες που προηγήθηκαν ή έπονταν της λήξης του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Ετσι, από την επαύριον της λήξης του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου έως και τα τέλη της δεκαετίας του 1950, η ΕΣΣΔ προσπάθησε και πέτυχε να εξισορροπήσει την αμερικανική πυρηνική υπεροχή μέσω του ισχυρού συμβατικού οπλοστασίου των ενόπλων δυνάμεών της (κυρίως του Κόκκινου Στρατού). Η παραγωγή πυρηνικών και θερμοπυρηνικών όπλων και των μέσων εκτόξευσής τους δεν συμβάδιζε με την αντίστοιχη πρόοδο των ΗΠΑ, παρά την επιτυχή εκτόξευση στο Διάστημα του Sputnik (δηλαδή του πρώτου δορυφόρου) τον Οκτώβριο του 1957. Το 1955 ιδρύθηκε και το Σύμφωνο της Βαρσοβίας, δηλαδή ο στρατιωτικός οργανισμός στον οποίο εντάχθηκαν τα κράτη του ανατολικού μπλοκ που παρέμεναν σύμμαχοι-δορυφόροι της Μόσχας. Το Σύμφωνο της Βαρσοβίας είχε Ενιαία Ανώτατη Διοίκηση (υπό Σοβιετικό στρατάρχη) και αποτέλεσε το στρατιωτικό αντίβαρο του ΝΑΤΟ έως το 1989.

Η Μόσχα αναθεωρεί τη στρατιωτική στρατηγική της

Με τη ραγδαία ανάπτυξη της τεχνολογίας των πυρηνικών όπλων, περιλαμβανομένων των τακτικών (δηλαδή εκείνων που θα χρησιμοποιούντο στο πεδίο της μάχης) και των πυραύλων μέσου και ενδιάμεσου βεληνεκούς, ξεκίνησε και η εκ βάθρων αναθεώρηση της σοβιετικής στρατιωτικής στρατηγικής στην Ευρώπη. Πρωτεργάτης αυτής της αναθεώρησης ήταν ο ίδιος ο ηγέτης της ΕΣΣΔ, γενικός γραμματέας του ΚΚΣΕ, Νικίτα Χρουστσόφ. Εκείνος είχε ταχθεί υπέρ της μείωσης των σοβιετικών συμβατικών στρατιωτικών δυνάμεων και της κατακόρυφης αύξησης των δυνατοτήτων και της σημασίας των Δυνάμεων Στρατηγικών Πυραύλων. Το 1960, η ΕΣΣΔ ήταν πια σε θέση να παράγει μαζικά και να εντάξει οργανικά στις ένοπλες δυνάμεις της και τακτικά πυρηνικά όπλα (δηλαδή πυρηνικά όπλα σχετικά μικρής ισχύος που θα χρησιμοποιούνταν στο πεδίο της μάχης). Ετσι, τον Ιανουάριο του ίδιου έτους ο Χρουστσόφ διακήρυξε δημοσίως ενώπιον του Ανώτατου Σοβιέτ ότι ο «πυραυλικός-πυρηνικός» πόλεμος θα αποτελούσε πλέον το νέο στρατιωτικό δόγμα της Σοβιετικής Ενωσης. Αλλά και οι Σοβιετικοί θεωρητικοί του πολέμου ισχυρίζονταν ότι πλέον δεν μπορούσε να υπάρξει ρεαλιστική επιλογή ανάμεσα σε στρατηγική επίθεση και στρατηγική άμυνα: ένας μελλοντικός πυρηνικός πόλεμος άφηνε μία μόνο επιλογή, την άμεση εξαπόλυση συνδυασμένων επιθετικών επιχειρήσεων με ευρύτατη χρήση πυρηνικών όπλων. «Υπό τις σύγχρονες συνθήκες, η τήρηση παθητικής στάσης κατά την αρχική φάση ενός πολέμου είναι εκτός συζήτησης, καθώς κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε με εξολόθρευση». Ταυτόχρονα, αναβαθμίστηκε και ο ρόλος του Συμφώνου της Βαρσοβίας και των ενόπλων δυνάμεων των συμμάχων της ΕΣΣΔ στην Ανατολική Ευρώπη, αφού αναμενόταν πια η ενεργός συνδρομή τους σε τυχόν επιχειρήσεις του Κόκκινου Στρατού.

Εκτόξευση 1.200 πυραύλων με πυρηνικά

Ενώ η δεύτερη κρίση του Βερολίνου (Ιούνιος – Νοέμβριος 1961) είχε κλιμακωθεί σε επικίνδυνο βαθμό, έλαβε χώρα η πρώτη επιτελική άσκηση του Συμφώνου της Βαρσοβίας που προσομοίωνε τις συνθήκες ενός γενικού πολέμου με το ΝΑΤΟ στην Ευρώπη. Η άσκηση είχε την κωδική ονομασία BURYA (Θύελλα). Κατά την πρώτη ημέρα μετά την έναρξη των εχθροπραξιών, το Σύμφωνο της Βαρσοβίας εδύνατο να κινητοποιήσει 42 μεραρχίες. Τέσσερις ημέρες αργότερα, προβλεπόταν ότι άλλες περίπου 60 μεραρχίες θα ήταν έτοιμες να μετέχουν στις επιχειρήσεις. Αιχμή του δόρατος θα αποτελούσαν οι τεθωρακισμένοι σχηματισμοί, οι οποίοι θα διείσδυαν με ταχύτητα βαθιά μέσα στο εχθρικό έδαφος, αφού θα είχε προηγηθεί κατά τις πρώτες ώρες μετά την έναρξη των εχθροπραξιών ένα συντριπτικό πυρηνικό πλήγμα εναντίον στρατιωτικών στόχων και υποδομών των κρατών-μελών του ΝΑΤΟ. Σύμφωνα με τα σοβιετικά σχέδια (αλλά και δυτικές εκτιμήσεις της εποχής), προβλεπόταν η εξαπόλυση τουλάχιστον 1.000-1.200 πυρηνικών όπλων εναντίον της Κεντρικής και Δυτικής Ευρώπης, ώστε να μειωθεί δραματικά όχι μόνο η μαχητική ισχύς των νατοϊκών μονάδων και σχηματισμών, αλλά και οι δυνατότητες ανταπόδοσης του πυρηνικού πλήγματος – τουλάχιστον σε τακτικό επίπεδο.

Ηδη, σε άλλες σοβιετικές ασκήσεις που είχαν διεξαχθεί νωρίτερα το 1961, είχε προβλεφθεί η εξαπόλυση προληπτικού πυρηνικού πλήγματος σε συγκεντρωθείσες δυνάμεις του ΝΑΤΟ με χρήση όλων των μέσων του σοβιετικού πυρηνικού οπλοστασίου. Δηλαδή, όχι μόνο τακτικών πυρηνικών όπλων, που δεν ήταν ακόμα διαθέσιμα σε τόσους αριθμούς όσο στις ΗΠΑ, αλλά και πλέον των εκατό διηπειρωτικών πυραύλων καθώς και 460 πυραύλων μέσου βεληνεκούς.

Σύμφωνα με τον σχεδιασμό της άσκησης BURYA, οι τεθωρακισμένες και μηχανοκίνητες δυνάμεις του Συμφώνου της Βαρσοβίας όφειλαν να προελαύνουν σε βάθος περίπου 100 χιλιομέτρων την ημέρα, ώστε σε διάστημα 10 έως 15 το πολύ ημέρες να φτάσουν στη Μάγχη και να έχουν θέσει υπό τον έλεγχό τους το μεγαλύτερο μέρος της δυτικής ηπειρωτικής Ευρώπης. Τελικά, η άσκηση BURYA καταδείκνυε ότι η πολιτική και στρατιωτική ηγεσία της ΕΣΣΔ, καθώς και η στρατιωτική συμμαχία του Συμφώνου της Βαρσοβίας, είχε υιοθετήσει την άποψη ότι ήταν εφικτός ο εκμηδενισμός των νατοϊκών δυνάμεων στην Κεντρική και Δυτική Ευρώπη μέσα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα υπό την προϋπόθεση ότι οι σοβιετικές δυνάμεις θα προχωρούσαν άμεσα σε γενική χρήση πυρηνικών όπλων. Η άμεση και συντριπτική χρήση ισχυρότατων συμβατικών και πυρηνικών δυνάμεων εκτιμάτο ότι ήταν ικανή να φέρει το μεγαλύτερο μέρος της ευρωπαϊκής ηπείρου υπό τον άμεσο έλεγχο του σοβιετικού συνασπισμού.

Εκσυγχρονισμός των ενόπλων δυνάμεων

Παρότι ο Κόκκινος Στρατός και η σοβιετική αεροπορία από το 1961 είχαν τα μέσα και το δόγμα για τη διεξαγωγή γενικού πυρηνικού πολέμου, θεωρήθηκε απαραίτητος ο εκτεταμένος εκσυγχρονισμός των δυνάμεων και των υπόλοιπων μελών του Συμφώνου της Βαρσοβίας. Από το 1962 και έως τα τέλη της δεκαετίας οι ένοπλες δυνάμεις της Πολωνίας, της Ανατολικής Γερμανίας, της Τσεχοσλοβακίας, της Ουγγαρίας, της Ρουμανίας και της Βουλγαρίας έλαβαν γενναιόδωρη στρατιωτική βοήθεια σε σύγχρονα οπλικά συστήματα και υλικό, αλλά και σε μέσα εκτόξευσης πυρηνικών όπλων. Οι αμυντικές δαπάνες της ίδιας της ΕΣΣΔ συνέχιζαν να αυξάνονται. Επίσης, μετά την απομάκρυνση του Χρουστσόφ από την ηγεσία της χώρας το φθινόπωρο του 1964, δόθηκε μεγάλη έμφαση στην ισόρροπη ανάπτυξη του συμβατικού οπλοστασίου των τριών κλάδων των ενόπλων δυνάμεων. Παράλληλα, διατηρήθηκε και ο φρενήρης ρυθμός παραγωγής πυρηνικών όπλων και των μέσων εκτόξευσης αυτών για τον στρατό, την αεροπορία, το ναυτικό, ενώ εντάθηκαν οι προσπάθειες επίτευξης στρατηγικής ισορροπίας με τις ΗΠΑ.

Σε γενικές γραμμές, δεν φαίνεται να διατυπώθηκαν τότε σοβαρές ενστάσεις για τη μετατροπή της Ευρώπης σε μια απέραντη έκταση κατεστραμμένη από πυρηνικές εκρήξεις και μολυσμένη από ραδιενέργεια. Αλλά και σε επιχειρησιακό επίπεδο, η προσφυγή σε ολοκληρωτικό πυρηνικό πόλεμο δημιουργούσε ανυπέρβλητες, λογιστικές και άλλες, δυσκολίες για την επίτευξη του ρυθμού προέλασης των σοβιετικών δυνάμεων και για τον έλεγχο των καταληφθεισών περιοχών. Βέβαια, ανάλογοι προβληματισμοί μόλις είχαν αρχίσει να διατυπώνονται και από μερίδα δυτικών στρατιωτικών αξιωματούχων. Πάντως, καθώς οι συμβατικές δυνάμεις του Συμφώνου της Βαρσοβίας ενισχύθηκαν σημαντικά στα μέσα και στα τέλη της δεκαετίας του 1960, η Μόσχα και η συμμαχία υιοθέτησαν μια κάπως πιο ευέλικτη στρατιωτική στρατηγική. Για παράδειγμα, το 1969, μετά και την ένταση που είχε προκληθεί ανάμεσα στους δύο συνασπισμούς εξαιτίας της κατάπνιξης της «Άνοιξης της Πράγας», μια νέα μεγάλη άσκηση (η «Zapad-69») βασίστηκε σε σενάριο βάσει του οποίου το Σύμφωνο της Βαρσοβίας θα αμυνόταν αρχικά, και θα αντεπιτίθετο στη συνέχεια, με συμβατικά μέσα έναντι μιας νατοϊκής συμβατικής επίθεσης. Και πάλι όμως προβλεπόταν πολύ σύντομα (τέσσερις ή πέντε ημέρες μετά την έναρξη των εχθροπραξιών) κλιμάκωση σε πλήρη πυρηνικό πόλεμο.

Αν και τα επιχειρησιακά σχέδια των σοβιετικών ενόπλων δυνάμεων και άλλα σχετικά σοβιετικά έγγραφα παραμένουν απόρρητα, ωστόσο τα τελευταία χρόνια γνωρίζουμε πολλά για τον σχεδιασμό του Συμφώνου της Βαρσοβίας, χάρη στον αποχαρακτηρισμό πληθώρας εγγράφων από τα πρώην μέλη του ανατολικού μπλοκ. Χάρη σε αυτές τις πηγές γνωρίζουμε ότι, παρά τις επιμέρους διαφοροποιήσεις και αναθεωρήσεις της στρατιωτικής στρατηγικής της ΕΣΣΔ και του Συμφώνου της Βαρσοβίας, το δόγμα της συμμαχίας άλλαξε ριζικά μόλις το 1987, χάρη στην επιμονή του τελευταίου Σοβιετικού ηγέτη, Μιχαήλ Γκορμπατσόφ.

* O κ. Διονύσης Χουρχούλης διδάσκει Ιστορία στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο.

ΔΕΝ επιτρέπονται απαξιωτικοί και υβριστικοί χαρακτηρισμοί εναντίον στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας. Υποβάλλοντας το σχόλιο σου επιβεβαιώνεις ότι έχεις διαβάσει και αποδεχθεί τους όρους χρήσης και σχολιασμού του ιστοτόπου. Η ευθύνη των σχολίων (αστική και ποινική) βαρύνει τους σχολιαστές. Οι απόψεις που εκφράζονται δεν αντιπροσωπεύουν εκείνες της "Προέλασης" και δεν πρέπει να εκλαμβάνονται ως τέτοιες.

Αρέσει σε %d bloggers: