Ο Σύνδεσμος Αποστράτων Αξιωματικών του Ιππικού –Τεθωρακισμένων (ΣΑΑΙΤΘ) στο πλαίσιο της Ετήσιας Προσκυνηματικής εκδήλωσης του στο Μνημείο Ιππικού (Μέτσοβο), σας προσκαλεί στην επιμνημόσυνο δέηση στο χώρο του Μνημείου Ιππικού την Κυριακή 20 Οκτωβρίου και ώρα 12:00 με ομιλίες, καταθέσεις στεφάνων και απόδοση τιμής και ευγνωμοσύνης στους ηρωικώς πεσόντες της Μεραρχίας Ιππικού κατά το Έπος του ‘40.

Το Ιππικό συμμετείχε ένδοξα στον Ελληνοιταλικό και Ελληνογερμανικό πόλεμο, συνεισφέροντας στις επιτυχίες των ελληνικών όπλων, με τρεις Σχηματισμούς: την Μεραρχία Ιππικού, την Ταξιαρχία Ιππικού και την ΧΙΧ Μηχανοκίνητη Μεραρχία.

Η Δράση της Μεραρχίας Ιππικού κατά των Γερμανών

Η Μεραρχία Ιππικού ενισχύθηκε με την επιστροφή της Έφιππης Μοίρας Πυροβολικού και της Έφιππης Μοίρας Πολυβόλων. Αναφέρει η Εκθεση Πεπραγμένων για την περίοδο αυτή : «…οι άνδρες επανέκτησαν την σωματικήν των ισχύν ταχύτατα χάρις εις το ακμαιότατον ηθικόν όπερ πάντες ούτοι είχον και την παρασχεθείσαν ανάπαυσιν και καλήν τροφήν».

Στις 18 Φεβρουαρίου 1941 το Γενικό Στρατηγείο διέταξε την μετακίνηση της Μεραρχίας Ιππικού και μεταστάθμευση στην περιοχή Κορυτσάς (Μπιτίνσκα), υπό το Τμήμα Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας (ΤΣΔΜ) με διοικητή τον Αντιστράτηγο Τσολάκογλου. Η μετακίνηση υλοποιήθηκε με νυκτερινές πορείες, με μεγάλη ταλαιπωρία λόγω ψύχους και ολοκληρώθηκε στις 27 Φεβρουαρίου. Η αμυντική οργάνωση και ανασυγκρότηση συνεχίστηκε μέχρι την 22 Μαρτίου. Την 23 Μαρτίου, το ΤΣΔΜ διέταξε την Μεραρχία Ιππικού να καλύψει αμυντικά τη τοποθεσία Υψ. 924-οδός Πόγραδετς-σύνορα Γιουγκοσλαβίας, νοτίως της λίμνης Οχρίδας και εκεί παρέμεινε μέχρι τις 6 Απριλίου.

Ο Μουσολίνι, προκειμένου να σώσει το γόητρο του, πριν εκδηλωθεί η εκστρατεία των Γερμανών στα Βαλκάνια, άρχισε να σχεδιάζει νέα επίθεση. Η ανοιξιάτικη ιταλική επίθεση «PRIMA VERA» εκδηλώθηκε την 9 Μαρτίου με ιδιαίτερη σφοδρότητα , αλλά το Β’ Σώμα Στρατού και ειδικά η «σιδηρά» Ιη Μεραρχία, στον τομέα της οποίας εκδηλώθηκε η κύρια προσπάθεια των Ιταλών, ήταν άρτια προετοιμασμένες και με αναπτερωμένο το ηθικό, ώστε απέκρουσαν αποτελεσματικά την εχθρική επίθεση.

Στις 29 Ιανουαρίου απεβίωσε ο πρωθυπουργός Ιωάννης Μεταξάς, μετά απο σύντομη ασθένεια και τον διαδέχθηκε ο Υπουργός Πρόνοιας, τραπεζικός Αλέξανδρος Κορυζής. Παρά την ένταση που δημιουργήθηκε στις διαδοχικές συσκέψεις με τους Βρετανούς, ο Κορυζής τελικά αποδέχθηκε τις ελλιπέστατες συμμαχικές ενισχύσεις, για τις οποίες ο Μεταξάς δίσταζε.

Στις 13 Δεκεμβρίου 1940 ο Χίτλερ είχε εκδόσει την υπ. αριθμόν 20 Ειδική Οδηγία6 του για τη προπαρασκευή του σχεδίου εισβολής-κατάληψης Σερβίας και Ελλάδας με την ονομασία «ΜΑΡΙΤΑ». Αυτό αρχικά προέβλεπε μόνον την κατάληψη της βόρειας ακτής του Αιγαίου, μέχρι τη περιοχή του Ολύμπου. Ομως, την 27 Μαρτίου 1941, με την αποτυχία της εαρινής επίθεσης των Ιταλών, το πραξικόπημα στη Γιουγκοσλαβία και την άφιξη των συμμαχικών ενισχύσεων στην Ελλάδα, αποφάσισε σε σύσκεψη στο Βερολίνο την ταυτόχρονη επίθεση κατά των δύο χωρών και κατάληψη ολόκληρης της Ελλάδας, ώστε να κάνει πλήρη εκκαθάριση των συμμάχων, τροποποιώντας όμως το αρχικό σχέδιο «ΜΑΡΙΤΑ».

Τις παραμονές της γερμανικής επίθεσης, η Μεραρχία Ιππικού, παρά την επιθετική φύση της, ενεργούσε αμυντικά ως Σχηματισμός ΠΖ και εγκαταστάθηκε αμυντικά στην περιοχή νοτιοδυτικά του Πόγραδετς (με έδρα το Ζεμπλάκ) στο αριστερό πλευρό της ΧΙΙΙ Μεραρχίας. Η εξέλιξη της καταστάσεως στη Γιουγκοσλαβία, λόγω της ραγδαίας γερμανικής προέλασης, δημιουργούσε σοβαρό κίνδυνο για τα μέτωπα στην Αλβανία και την κεντρική Μακεδονία. Το Γενικό Στρατηγείο αποφάσισε να μετατοπίσει την αμυντική διάταξη, ώστε να καλύψει επαρκώς το διάδρομο από τη λίμνη Μεγάλη Πρέσπα μέχρι τη Βεύη, αναδιατάσσοντας τις Ελληνικές και τις Συμμαχικές δυνάμεις. Την 6 Απριλίου οι Γερμανοί προσέβαλαν την Γραμμή «ΜΕΤΑΞΑ».

Στις 7 Απριλίου το Γενικό Στρατηγείο διέταξε μετακίνηση της Μεραρχίας Ιππικού, με αποστολή να καλύψει τα νώτα του ΤΣΔΜ και το διαγραφόμενο κενό της συμμαχικής άμυνας λόγω της κατάρρευσης των Γιουγκοσλάβων. Η απόφραξη του διάκενου μεταξύ της περιοχής Κλειδί – Βευη και της λίμνης Μεγάλης Πρέσπας ανετέθη στην Μεραρχία Ιππικού. Η εντολή ήταν να αμυνθεί κατά μηκος της κορυφογραμμής του όρους Βέρνον απο Νυμφαίον μέχρι περιοχή Λαιμός (κοντά στη Μεγάλη Πρέσπα), να συνδεθεί στα δεξιά της με τους Βρετανούς στο Κλειδί – Βεύη και ως κυρία προσπάθεια να εξασφαλίσει την δίοδο Πισσοδερίου, επί της οδού Φλώρινα – Κορυτσά. Επειδή η αριστερά πτέρυγα του Συγκροτήματος Μακέυ της 6ης Αυστραλιανής Μεραρχίας δεν έφθανε να επεκταθεί τόσο μακρυά όσο το Νυμφαίο, διετέθει υπο διοίκηση της Μεραρχίας Ιππικού η 21η Ταξιαρχία Πεζικού (δηλ. ενα Σύνταγμα Πεζικού).

Η Μεραρχία Ιππικού με σύντονες πορείες, κάτω απο πολύ άσχημες καιρικές συνθήκες (ομίχλη, βροχή, χιόνι) κινήθηκε με το μέγιστο των δυνάμεων της στο δύσβατο όρος Βαρνούς, δυτικά της Φλώρινας. Δεν πρόλαβε όμως να καλύψει την πόλη, αφού οι Γερμανοί, προελαύνοντας γρήγορα μέσα στο ελληνικό έδαφος από τις βόρειες οδεύσεις Μοναστηρίου Φλώρινας, τις μεσημβρινές ώρες της 10ης Απριλίου, κατέλαβαν την πόλη. Οι δυνάμεις τους ήταν η επίλεκτη 1η Μηχανοκίνητη Ταξιαρχία των «SS» με τίτλο «Σωματοφυλακή Αδόλφος Χίτλερ» (Leibstandarte Adolf Hitler : LSSAH) με διοικητή τον Στρατηγό Zep Dietrich, δυνάμεως 9.000 ανδρών, που είχε διακριθεί στη κατάληψη της Πολωνίας και της Γαλλίας και η 73η Μεραρχία Πεζικού.

Η Μεραρχία Ιππικού κατάφερε να εγκατασταθεί στους πρόποδες των βουνών γύρω απο την Φλώρινα και να αναπτύξει όλες τις Μονάδες της, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που της διατέθηκαν ως ενισχύσεις, με την 21 Ταξιαρχία Πεζικού στην περιοχή Νυμφαίου, συνδεθείσα έτσι με την τοποθεσία Κλειδίου. Αναφέρει9 ο Heinz Richter στο βιβλίο του οτι ο Στρατηγός Ουίλσον στις 9 Απριλίου διέταξε υποχώρηση των δυνάμεων του σε νέα γραμμή αμύνης, δικαιολογούμενος : «…Η Μεραρχία Ιππικού ήταν ακροβολισμένη σε μεγάλη έκταση και δεν υπήρχαν παρά μερικές περίπολοι μεταξύ αυτής και των δυνάμεων στην Αλβανία».

Η Μεραρχία Ιππικού διέθετε το 1ο Σύνταγμα Ιππικού ως εφεδρεία στο χωριό Τρίγωνο και το 3ο ενισχυμένο στο Πισοδέρι, μια έφιππη Μοίρα πολυβόλων και Λόχο Διαβιβάσεων. Με αυτή τη διάταξη, στο αριστερό των Νεοζηλανδών, η Μεραρχία Ιππικού έφρασσε τον μοναδικό δρόμο που οδηγούσε από την Φλώρινα μέσω Πισοδερίου στο Βατοχώρι (υψόμετρο 1400μ., στην κορυφή ορεινής διάβασης), όπου διακλαδίζονταν αφενός προς Κρυσταλλοπηγή (συνοριακό φυλάκιο εισόδου στην Αλβανία) και μετά για Κορυτσά, στα νώτα του μαχόμενου ΤΣΔΜ, και αφετέρου για Καστοριά. Ομως, η κατάσταση επηρεαζόταν απο τις εξελίξεις στα βορειοανατολικά σύνορα της Ελλάδος.

Τα γερμανικά επίλεκτα τμήματα έλαβαν επαφή με τα αμυνόμενα τμήματα της Μεραρχίας Ιππικού από την πρώτη κιόλας ημέρα (10 Απριλίου). Το βράδυ οι Γερμανοί προσπάθησαν πάλι, με υποστήριξη πυροβολικού και όλμων, αλλά μετά τρίωρη μάχη, απέτυχαν πάλι, αφού προσέκρουσαν στην αποφασιστική αντίσταση της Μεραρχίας. Τις δύσκολες εκείνες ημέρες η μικρή αυτή επιτυχία τόνωσε το ηθικό των Ελλήνων.

Την 11 Απριλίου, τμήματα της 73ης Γερμανικής Μεραρχίας εξορμώντας από την πόλη της Φλώρινας κατευθύνθηκαν δυτικά. Πλησιάζοντας τις ελληνικές γραμμές βλήθηκαν από τους ιππείς που είχαν αφιππεύσει και μάχονταν ως πεζοί και από το πυροβολικό της Μεραρχίας Ιππικού. Η σύγκρουση γενικεύτηκε όταν οι Γερμανοί αναπτύχθηκαν και ανταπέδωσαν τα πυρά. Οι εύστοχες βολές των πυροβολητών και η δυσκολία των Γερμανών να κινηθούν πάνω στα υψώματα, δημιούργησαν γρήγορα άσχημες συνθήκες για τους επιτιθέμενους. Επειδή οι τελευταίοι δεν πέτυχαν κάποια πρόοδο ανεπτυγμένοι σε δύσβατα και άγνωστα μέρη, διέπραξαν το σφάλμα να επικεντρώσουν την προσπάθεια τους σε μια μετωπική έφοδο πεζοπόρων τμημάτων κατά μήκος του δρόμου, ο οποίος όμως βρισκόταν κάτω από τα πυρά προπαρασκευής του ελληνικού πυροβολικού. Οι Γερμανοί αδυνατώντας να χρησιμοποιήσουν τα άρματα και τα τεθωρακισμένα οχήματα τους, βλέποντας την ελληνική κυκλωτική κίνηση και ευρισκόμενοι υπό το βάρος των αυξανόμενων απωλειών άρχιζαν να κλονίζονται.

Οι θαρραλέοι ιππείς που είχαν αφιππεύσει, πολεμώντας με τις αραβίδες και τα λίγα πολυβόλα τους, με την περιορισμένη αλλά επιτυχή υποστήριξη κατάλληλα ταγμένου Πυροβολικού, επέτυχαν να αναχαιτίσουν την επίθεση του εχθρικού Πεζικού. Οι Γερμανοί αντιλήφθηκαν το μάταιο των προσπαθειών και αναδιπλώθηκαν. Σύντομα οι οπισθοχωρούντες Γερμανοί, καταδιωκόμενοι από τους ιππείς του Στανωτά, τράπηκαν σε φυγή! Αναφέρει στο βιβλίο του ο Heinz Richter: «…Η προφυλακή της επίλεκτης Μονάδας SS Σωματοφυλακή Αδόλφος Χίτλερ προσπάθησε να προελάσει προς την ορεινή διάβαση Πισοδερίου, αποκρούστηκε όμως απο Μονάδες της ελληνικής Μεραρχίας Ιππικού…». Η σημασία της ελληνικής επιτυχίας στο Πισοδέρι ήταν πολύ μεγάλη, γιατί αν οι Γερμανοί είχαν περάσει την 11 Απριλίου θα απέκοπταν την οδό οπισθοχώρησης του ΤΣΔΜ και συνεπώς θα είχαν πετύχει σε συντομότερο χρόνο το διαχωρισμό των ελληνικών απο τις συμμαχικές δυνάμεις, επισπεύδοντας το τελικό αποτέλεσμα.

Τη νύχτα 11/12 Απριλίου οι καιρικές συνθήκες χειροτέρεψαν και κάτω απο έντονη χιονόπτωση το Γενικό Στρατηγείο διέταξε την σύμπτυξη των ελληνικών δυνάμεων, ενώ η Μεραρχία Ιππικού διατάχθηκε να κρατήσει τις θέσεις της, ώστε να καλύψει την κίνηση των ΧΙΙΙ, ΙΧ και Χ Μεραρχιών κατά την σύμπτυξη τους. Ο Στανωτάς διέταξε το 1ο Σύνταγμα Ιππικού να κινηθεί επιθετικά και να ελέγξει την οδό Φλώρινα-Πισοδέρι. Γερμανοί, φορώντας κάπες βοσκών, έστησαν ενέδρες και σε κάποιες περιπτώσεις έπιασαν αιχμαλώτους11. Νωρίτερα, είχαν ντυθεί με ελληνικές στολές με αποτέλεσμα να συλλάβουν αρκετούς Βρετανούς αιχμαλώτους

Αναγνωρίζει η «άλλη πλευρά» τις ελληνικές επιτυχίες. Αναφέρει ο Richter: «Η 12η Απριλίου ήταν η πιο αποφασιστική ημέρα για την επιχείρηση Λάμψις (εννοεί την συμμαχική ενίσχυση της Ελλάδος) και την επιχείρηση Μαρίτα… Η ελληνική Μεραρχία Ιππικού, που υπεράσπιζε τις θέσεις στο Βέρνον, απο τις Πρέσπες μέχρι την Κλεισούρα, αμυνόταν με τόσο πείσμα, που η διάβαση στο Πισοδέρι δεν έπεσε παρά μονάχα στις 14 Απριλίου…».

Το βράδυ 12/13 άρχισε η σύμπτυξη των Συμμάχων, αλλά όπως αναφέρει στο βιβλίο του ο Richter : «…ο διοικητής της ελληνικής Μεραρχίας Ιππικού δεν είχε ειδοποιηθεί για τη διαταγή υποχωρήσεως του Βρετανού Μακέυ προς το Αυστραλιανό τάγμα στη δεξιά πτέρυγα της 21ης Ταξιαρχίας». Οπως αναφέρεται στην «Επίτομη Ιστορία του ΕλληνοΙταλικού και ΕλληνοΓερμανικού Πολέμου» της ΔΙΣ/ΓΕΣ, η απόφαση του Στρατηγού Ουίλσον να διατάξει υποχώρηση στις Θερμοπύλες, ήταν εσπευσμένη, αφού το σώμα των ANZAC δεν είχε έρθει ακόμα σε σοβαρή επαφή με τους Γερμανούς, οι δε ελληνικές δυνάμεις διατηρούσαν τις θέσεις τους. Απο την άλλη πλευρά όμως, με αυτή την ενέργεια ο Ουίλσον πέτυχε να διασώσει το μεγαλύτερο μέρος του εκστρατευτικού σώματος των Συμμάχων.

Στις 14 Απριλίου, Μεγάλη Δευτέρα, τμήματα της επίλεκτης Μηχανοκίνητης Ταξιαρχίας SS (LSSAH) ανέτρεψαν την γενναία αντίσταση της ΧΧ Μεραρχίας Πεζικού και κατέλαβαν τη διάβαση της Κλεισούρας. Μόλις πληροφορήθηκε την απώλεια της Κλεισούρας, ο Στανωτάς επέσπευσε τη σύμπτυξη της Μεραρχίας Ιππικού και προσπάθησε να φράξει την δίοδο Φωτεινής ανατολικά της λίμνης Καστοριάς και να ενισχύσει τις δυνάμεις της ΧΙΙΙ Μεραρχίας Πεζικού. Ομως, τις πρώτες πρωινές ώρες της 15ης Απριλίου τα μηχανοκίνητα τμήματα της Ομάδας Αναγνωρίσεως της LSSAH μπήκαν στην πεδιάδα της Καστοριάς. Το ΤΣΔΜ διέταξε την Μεραρχία Ιππικού να διαθέσει το συντομότερο δυνατό τμήματα της στη βόρεια όχθη της λίμνης Καστοριάς, στη διάβαση (μεταξύ Βιτσίου και λίμνης) της Φωτεινής, προκειμένου να καλύψει την πόλη από τα βόρεια. Ο Στανωτάς εκτιμώντας ορθά την αδράνεια της 73ης Γερμανικής Μεραρχίας έστειλε τμήματα ιππικού και πυροβολικού προς τις νότιες προσβάσεις του Βιτσίου. Αυτά μετακινήθηκαν γρήγορα δια μέσου ορεινών δρομολογίων και το πρωί της 15ης Απριλίου ήδη βρίσκονταν στις νέες θέσεις τους, ανατολικά του χωριού Απόσκεπος, καλύπτοντας τη διάβαση Φωτεινής.

Οπως γράφει ο Κ. Παπαδημητρίου, στις 15 Απριλίου διεξήχθη στη πεδινή περιοχή της Καστοριάς η μοναδική μάχη εκ συναντήσεως του Ελληνογερμανικού πολέμου. Οι συγκρούσεις πραγματοποιήθηκαν σε δύο διακριτά σημεία, στην περιοχή νότια της λίμνης και δυτικά του Αργους Ορεστικού όπου εκδηλώθηκε και η κύρια προσπάθεια των Γερμανών και στην περιοχή της διάβασης, όπου οι τελευταίοι εκδήλωσαν δευτερεύουσα επιθετική ενέργεια. Ο Στανωτάς, αποκομμένος απο το ΤΣΔΜ, είχε συνεννοηθεί με τον διοικητή της ΧΙΙΙ Μεραρχίας να αναλάβει την άμυνα βορείως της λίμνης και η ΧΙΙΙ Μεραρχία νοτίως.

Στη διάβαση της Φωτεινής τα τμήματα της Μεραρχίας Ιππικού, με υψηλό ηθικό από την προηγούμενη επιτυχία τους στο Πισοδέρι, που δεν κάμφθηκε από τους συνεχείς αεροπορικούς βομβαρδισμούς, πολέμησαν με θάρρος και πείσμα αποκρούοντας διαδοχικές εχθρικές εφόδους μονάδων Πεζικού και Τεθωρακισμένων. Ολοκλήρωσαν την ημέρα παραμένοντας κύριοι του πεδίου της μάχης, μη επιτρέποντας στα τμήματα της επίλεκτης γερμανικής Ταξιαρχίας να επιτύχουν τους σκοπούς τους. Η Καστοριά όμως, παρά την γενναία αντίσταση των ανδρών της ΧΙΙΙ Μεραρχίας, κατελήφθη το σούρουπο της ίδιας ημέρας από τα νότια.

Η εξέλιξη αυτή και η απώλεια της μοναδικής οδού Αργος Ορεστικό – Νεάπολις, ανάγκασε τη νικηφόρα Μεραρχία Ιππικού, όπως και το σύνολο του ΤΣΔΜ, σε πλήρη αναδίπλωση στους ορεινούς όγκους αρχικά του Τρικλάριου (μεταξύ Καστοριάς και Φλώρινας) και μετά της Πίνδου.

Στις 16 Απριλίου ο Αρχιστράτηγος Παπάγος συναντηθηκε με τον διοικητή των συμμαχικών ενισχύσεων Στρατηγό Ουίλσον έξω απο τη Λαμία και αποφασίστηκε η αναδιάταξη των συμμαχικών δυνάμεων προκειμένου να προτάξουν άμυνα στις Θερμοπύλες. Εν τω μεταξύ, η Μεραρχία Ιππικού, ενεργώντας σύμπτυξη όπως είχε διαταχθεί, συγκεντρώθηκε στο Σκαλοχώρι. Εκεί έγινε σύσκεψη του Στανωτά με τους διοικητές των ΧΙ και ΧΙΙΙ Μεραρχιών και καθορίστηκαν τα δρομολόγια συμπτύξεως τους με κατεύθυνση προς Μέτσοβο. Στις 17 Απριλίου η Μεραρχία Ιππικού διανυκτέρευσε στη περιοχή Κορυφής και τις επόμενες δύο νύχτες στο Πολυνέρι και στη Κρανιά.

Στις 20 Απριλίου 1941, Κυριακή του Πάσχα, η Μεραρχία Ιππικού συνέχισε την κίνηση προς Μέτσοβο με τάξη, χωρίς να παρουσιασθεί κανένα κρούσμα απειθαρχίας. Στις 13:30 της ίδιας ημέρας ο Στανωτάς έφθασε στο Προφήτη Ηλία Μετσόβου και εκεί συμπτωματικά πληροφορήθηκε απο ένα Ταγματάρχη της ΧΙ Μεραρχίας οτι διεξάγοντο διαπραγματεύσεις για να υπογραφεί πρωτόκολλο ανακωχής μεταξύ του αντιστρατήγου Τσολάκογλου και του στρατηγού Ζεπ Ντήτριχ, διοικητή της LSSAH, στο χωριό Βοτονόσι του Μετσόβου. Η πρωτοβουλία αυτή του Τσολάκογλου χαρακτηρίσθηκε από τον Παπάγο ως «στάσις» και με τηλεγράφημα του ζήτησε να αντικατασταθεί. Την 21 Απριλίου ο Τσολάκογλου υπέγραψε ένα άλλο πρωτόκολλο, διαφορετικό, με δυσμενέστερους όρους, που έδινε σημαντικά δικαιώματα στους Ιταλούς. Την επομένη, έγινε νέα παρασπονδία των Γερμανών, που αξίωναν την αποστολή Ελλήνων κηρύκων στους Ιταλούς, για να γίνει ξεχωριστή ανακωχή. Ετσι, στις 23 Απριλίου ο Τσολάκογλου υπέγραψε στη Θεσσαλονίκη το τρίτο και οριστικό πρωτόκολλο συνθηκολόγησης, με τον Γερμανό Στρατάρχη Γιόντλ και τον Ιταλό στρατηγό Φερρέρο. Την ίδια μέρα, παραιτήθηκε ο Παπάγος και αναχώρησε για την Κρήτη ο Βασιλεύς και η Κυβέρνηση.

Στις 24/25 Απριλίου η Μεραρχία Ιππικού κινήθηκε συντεταγμένη μέχρι Ορθοβούνι, 20 χλμ βορειοδυτικά της Καλαμπάκας, αποθήκευσε εκεί τον οπλισμό και ομαδοποίησε τους άνδρες ανά τόπο διαμονής, έθεσε επί κεφαλής ομάδων κατάλληλους αξιωματικούς, τους χορήγησε τρόφιμα και τους αποδέσμευσε με προσωρινά απολυτήρια για τις πατρίδες τους. Ο ίδιος ο Στανωτάς αναχώρησε τελευταίος, αφού είχε βεβαιωθεί οτι οι άνδρες του είχαν εξασφαλιστεί. Η νικηφόρος Μεραρχία Ιππικού αναγκάστηκε να αυτοδιαλυθεί, αφού αντιμετώπισε τις καλύτερες μονάδες του Ιταλικού και του Γερμανικού στρατού, χωρίς να έχει υποστεί καμία ήττα στο πεδίο της μάχης.

H απόφαση του Χίτλερ για την κατάληψη ολόκληρης της Ελλάδας και η καθυστέρηση που συνεπάγετο, είχε καταστρεπτικές συνέπειες στην εκτέλεση του Σχεδίου «ΜΠΑΡΜΠΑΡΟΣΑ», την εκστρατεία στη Ρωσία. Οι δυνάμεις που χρησιμοποιήθηκαν για το τροποποιημένο Σχέδιο «ΜΑΡΙΤΑ» δεν ήταν διαθέσιμες έγκαιρα για την Ρωσία. Η μη έγκαιρη κατάληψη της πρωτεύουσας της Ρωσίας ήταν ο αποφασιστικός παράγων για την έκβαση της εκστρατείας και την τελική ήττα των Γερμανών.

Η ΔΙΣ/ΓΕΣ, προβάλλοντας την συμβολή των αγωνιστών της Ελλάδας στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο εξέδωσε το 2009 ένα σύγγραμμα, που θεμελιώνει λεπτομερώς την ιστορική άποψη οτι η ηρωική άμυνα των Ελλήνων στη Πίνδο και στη Κρήτη, με την προκληθείσα καθυστέρηση λόγω αποσυντονισμού της «ΜΑΡΙΤΑ» με το «ΜΠΑΡΜΠΑΡΟΣΑ», συνετέλεσαν στην απώλεια του Ανατολικού Μετώπου και τελικά στην ήττα του Αξονα.

Μετά την επιστροφή του απο το μέτωπο στην Αθήνα, ο Στρατηγός Στανωτάς αρνήθηκε να υπηρετήσει τις κατοχικές κυβερνήσεις, ούτε να αναλάβει οποιαδήποτε καθήκοντα στο κατοχικό καθεστώς. Στη συνέχεια, ασχολήθηκε με την καταγραφή των γεγονότων και τη σύνταξη της Εκθέσεως Πεπραγμένων της Μεραρχίας Ιππικού και των Εκθέσεων Πολεμικής Δράσεως των στελεχών της. Το Φεβρουάριο του 1943 διέφυγε στη Μέση Ανατολή. Ιδιαίτερη μνεία έκανε πάντοτε στις γυναίκες της Πίνδου. Κάθε φορά που του εζητείτο να μιλήσει για τον αγώνα κατά των Ιταλών, τόνιζε τη συμβολή των απλών γυναικών των χωριών της Ηπείρου, που αντί να κρυφτούν και να προσπαθήσουν να απομακρυνθούν απο τις περιοχές των μαχών, παρέμειναν εκεί, ενίσχυαν και υποστήριζαν τη Μεραρχία, μεταφέροντας εφόδια και πυρομαχικά σε αποκρημνες θέσεις από δύσβατα δρομολόγια.

Συντάκτης : Ταξχος ε.α. Χρήστος Νοταρίδης

Πηγή: saith.gr

ΔΕΝ επιτρέπονται απαξιωτικοί και υβριστικοί χαρακτηρισμοί εναντίον στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας. Υποβάλλοντας το σχόλιο σου επιβεβαιώνεις ότι έχεις διαβάσει και αποδεχθεί τους όρους χρήσης και σχολιασμού του ιστοτόπου. Η ευθύνη των σχολίων (αστική και ποινική) βαρύνει τους σχολιαστές. Οι απόψεις που εκφράζονται δεν αντιπροσωπεύουν εκείνες της "Προέλασης" και δεν πρέπει να εκλαμβάνονται ως τέτοιες.

Σχολιάστε

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Αρέσει σε %d bloggers: