Στη φωτογραφία η γαλλική φρεγάτα Aquitaine, κλάσης FREMM. (Πηγή: DCNS)

Δέκα ημέρες μετά την ανακοίνωση για τη συγκρότηση κοινής ελληνογαλλικής επιτροπής, η οποία θα συντάξει μια συμφωνία αμυντικής συνεργασίας Ελλάδας – Γαλλίας με σκοπό την κάλυψη των επιχειρησιακών αναγκών των ναυτικών δυνάμεων της Ελλάδας και ειδικότερα σε φρεγάτες και αεροσκάφη ναυτικής συνεργασίας (ΑΦΝΣ), καθώς και της συντηρήσεως υλικού των ελληνικών Ε.Δ. με το χαμηλότερο δυνατό κόστος κ.λπ., η κατάσταση παραμένει ακόμη αδιευκρίνιστη, εάν όχι και συγκεχυμένη, ως προς τη μορφή, τον τρόπο και κυρίως το οικονομικό κόστος αυτής της συμφωνίας.

Στο φύλλο της «κυριακάτικης δημοκρατίας» της 24ης Φεβρουαρίου, η στήλη αυτή είχε εκφράσει τις επιφυλάξεις της για τον εξωθεσμικό, κατά την άποψή μας, τρόπο με τον οποίο προωθήθηκε αυτή η λύση, επισημαίνοντας τη μόνιμη παθογένεια της ελληνικής πολιτικής εξοπλισμών (σ.σ.: επιλογές συστημάτων με πολιτικά και όχι επιχειρησιακά κριτήρια) και τη σύγκριση του τελικού αποτελέσματος από απόψεως ενισχύσεως του ελληνικού αμυντικού μηχανισμού από μια τέτοια λύση, σε σχέση με τη διάθεση ανάλογων κονδυλίων για υλοποίηση άλλων εν εκκρεμότητι προγραμμάτων (εκσυγχρονισμός φρεγατών ΜΕΚΟ, ολοκλήρωση προγράμματος υποβρυχίων και πυραυλακάτων Super Vita). Τούτο, δε, χωρίς να ληφθεί υπ’ όψιν εάν η ενίσχυση του Π.Ν. είχε προτεραιότητα και μεγαλύτερη σημασία από την αντίστοιχη της Π.Α., που κατά την άποψή μας δεν έχει.

Οι πρώτες πληροφορίες για τις φρεγάτες ανέφεραν ότι επρόκειτο για μία συμφωνία χρονομισθώσεως (leasing) με ετήσιο κόστος ανά σκάφος τα 36-40 και αργότερα έως και τα 50.000.000 ευρώ τον χρόνο. Εάν όντως πρόκειται για συμφωνία leasing, η κατάσταση μόνο απλή δεν είναι, κι αυτό για αρκετούς λόγους. Για παράδειγμα, μια τέτοιας μορφής συμφωνία μπορεί να καλύψει μόνο το σκάφος ως επιστρεπτέον αντικείμενο στο τέλος της συμφωνίας (ή της αγοράς του), αλλά όχι και τα σημαντικής αξίας φερόμενα αντιαεροπορικά του βλήματα (Aster-15 και Aster-30, ή ΜΙCA) ή τους πυραύλους Scalp Naval κ.λπ., που προφανώς είναι «αναλώσιμα» και τεχνικώς δεν είναι δυνατόν να υπαχθούν σε συμφωνία χρονομισθώσεως. Μία άλλη σημαντική παράμετρος τέτοιας μορφής συμφωνιών είναι το τελικό κόστος του προγράμματος, σε περίπτωση που εκτός των εργασιών ελλιμενισμού κ.λπ. των εν λόγω σκαφών στους ελληνικούς ναυστάθμους υπάρξει και η επιλογή αγοράς τους στο τέλος της περιόδου χρονομισθώσεως, με το θέμα τής τότε ισχύουσας τιμής να παίζει πρωταρχικό ρόλο.

Στα παραδείγματα προς αποφυγήν, το πλέον χαρακτηριστικό ήταν η ενοικίαση την περασμένη δεκαετία, επί κυβερνήσεως του οικονομολόγου Αγγλου πρωθυπουργού Γκόρντον Μπράουν, τεσσάρων γιγαντιαίων μεταφορικών αεροσκαφών C-17 Galaxy από την Boeing, η οποία τελικώς κόστισε πολύ περισσότερο (προσφερθέν κόστος αγοράς 520.000.000 αγγλικές λίρες, τελικό κόστος 769.000.000 λίρες για τη χρονομίσθωσή τους και άλλες 220.000.000 λίρες για την αγορά τους στο τέλος της περιόδου μισθώσεως!). Καίρια σημεία εδώ, οι όροι του συμβολαίου ως προς την προβλεπόμενη κατ’ έτος διάρκεια χρήσεώς τους (που επηρεάζει άμεσα το κόστος συντηρήσεώς τους που, ως είθισται σε τέτοιες περιπτώσεις, θα αναλάβουν οι εκμισθωτές των σκαφών, οι Γάλλοι δηλαδή) και το τελικό ύψος κοστολογήσεως των σκαφών στο τέλος της χρονομισθώσεως (σε περίπτωση αποφάσεως για αγορά τους). Επιπλέον, επιβαρυντικός παράγων είναι ότι ούτε η Γαλλία αλλά ούτε και η Ελλάδα έχουν εμπειρία χειρισμού τέτοιων συμφωνιών (σ.σ.: η αγορά από την Ελλάδα των ολλανδικών φρεγατών Kortenaer που ξεκίνησαν με συμφωνία leasing τη δεκαετία του ’80 δεν έχει καμία σχέση με την παρούσα, λόγω της γνωστής από πριν επιθυμίας των Ολλανδών να ξεφορτωθούν τις εν λόγω φρεγάτες και το ιδιαίτερα χαμηλού κόστος κτήσεώς τους).

Η αλήθεια, βέβαια, είναι ότι εκτός από μία αναφορά σε μία τέτοια μορφής συμφωνία, στην αρχική δήλωση του Σίμου Κεδίκογλου η λέξη «leasing» απουσιάζει παντάπασιν από τις εν συνεχεία ανακοινώσεις και δηλώσεις των δύο υπουργών Αμυνας. Στο σχετικό ανακοινωθέν και στις εκατέρωθεν δηλώσεις τους, οι δύο υπουργοί έκαναν μνεία της πρωτοβουλίας poοling & sharing της Ε.Ε., που προβλέπει τη συνεισφορά των στρατιωτικών δυνατοτήτων όλων των χωρών και την κοινή εκμετάλλευση αυτών των δυνατοτήτων στο πλαίσιο της κοινής ευρωπαϊκής άμυνας. Επ’ αυτού, ο Γάλλος υπουργός Αμυνας ανέφερε για παράδειγμα ότι στις 19 Νοεμβρίου δέκα ευρωπαϊκές χώρες, μεταξύ των οποίων η Γαλλία και η Ελλάδα, υπέγραψαν επιστολή προθέσεων σχετικά με μία πρωτοβουλία για εν πτήσει ανεφοδιασμούς στην Ευρώπη, δείχνοντας έτσι τη δέσμευσή τους να συμμετέχουν σε συγκεκριμένα κοινά προγράμματα με σκοπό την κοινή εκμετάλλευση των ικανοτήτων μεταξύ κρατών. «Αυτός ακριβώς είναι ο τύπος προγραμμάτων στα οποία δίνω προτεραιότητα» κατέληξε ο Γάλλος υπουργός.

Στο τελικό ανακοινωθέν έγινε μια πιο συγκεκριμένη αναφορά στο θέμα αυτό και συγκεκριμένως: «Η συνάντηση αυτή αποτέλεσε ευκαιρία για τους δύο υπουργούς να συζητήσουν το πλέγμα των διμερών στρατιωτικών τους σχέσεων. Επίσης, βάσει της πρωτοβουλίας pooling& sharing της Ε.Ε., εξέτασαν διάφορες εναλλακτικές δυνατότητες συνεργασιών, με έμφαση στους τομείς της θαλάσσιας επιτήρησης, της κυβερνοάμυνας, της εκπαίδευσης και της προμήθειας ανταλλακτικών και συντήρησης οπλικών συστημάτων» (ελληνικών, φυσικά).

Ποιος (;) θα πληρώσει τα καύσιμα της εκπαίδευσης

Μια κριτική προσέγγιση στο θέμα αυτό δείχνει ότι το συγκεκριμένο πλαίσιο έχει περιορισμένη εφαρμογή σε μία διμερή σχέση Ελλάδας – Γαλλίας, διότι στην ουσία αναφέρεται σε εκμετάλλευση δυνατοτήτων προς υποστήριξη επιχειρήσεων που θα αναλάβει η Ε.Ε. και όχι σε συνεργασία Ελλάδας – Γαλλίας εναντίον, για παράδειγμα, της Τουρκίας (βλ. αναφορά συνεργείων στον τομέα της θαλάσσιας επιτηρήσεως, που συνεπάγεται χρήση αεροσκαφών ναυτικής συνεργασίας κ.λπ., κάτι που θα προκαλούσε ανεπιθύμητη εμπλοκή της Γαλλίας σε ελληνοτουρκική διένεξη ή ακόμη και θερμή εμπλοκή). Στον τομέα της κυβερνοάμυνας, η συνεργασία είναι μεν επιθυμητή, αλλά και πάλι το όφελος είναι μέχρι έναν κάποιον βαθμό, γιατί καμία χώρα του κόσμου δεν παρέχει αυτή την ευαίσθητη τεχνογνωσία σε κανέναν τρίτο.

Στην εκπαίδευση η συνεργασία είναι πιο εφικτή, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι οι Γάλλοι θα φέρνουν εδώ και… τα καύσιμα που απαιτούνται, ενώ το θέμα της συνεργασίας στον τομέα της προμήθειας ανταλλακτικών και συντηρήσεως οπλικών συστημάτων είναι καθαρά οικονομικής φύσεως και φυσικά αφορά και την εμπλοκή της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας, κάτι που δεν είδαμε σε καμία δήλωση ή ανακοίνωση.

Συμπέρασμα, εκτός του γνωστού «δει δη χρημάτων ω άνδρες Αθηναίοι;». Ούτε η θάλασσα φαίνεται να έχει γίνει ακόμη γιαούρτι ούτε και εμείς έχουμε κουτάλια, γιατί μας τα πήρε και αυτά η τρόικα.

Μάνος Ηλιάδης για την «κυριακάτικη δημοκρατία

Σχετικά:

Γιατί έρχεται την Τρίτη ο Ολάντ στην Αθήνα

Τα μυστικά με τις φρεγάτες

Οι ΗΠΑ προτείνουν την παραχώρηση 4 αεροσκαφών P3C στο Πολεμικό Ναυτικό

ΔΕΝ επιτρέπονται απαξιωτικοί και υβριστικοί χαρακτηρισμοί εναντίον στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας. Υποβάλλοντας το σχόλιο σου επιβεβαιώνεις ότι έχεις διαβάσει και αποδεχθεί τους όρους χρήσης και σχολιασμού του ιστοτόπου. Η ευθύνη των σχολίων (αστική και ποινική) βαρύνει τους σχολιαστές. Οι απόψεις που εκφράζονται δεν αντιπροσωπεύουν εκείνες της "Προέλασης" και δεν πρέπει να εκλαμβάνονται ως τέτοιες.

Σχολιάστε

Αρέσει σε %d bloggers: