Στρατιώτες, κατά την επέτειο της «Μάχης του Υψώματος 731», ντυμένοι με στολές εποχής 1940 κρατούν στα χέρια τους το τυφέκιο Μάνλιχερ. Φωτογραφία: http://www.akissparaskevopoulos.com

Το Mannlicher-Schönauer (Μάνλιχερ-Σενάουερ) υπήρξε ένας τύπος επαναληπτικού τυφεκίου, με περιστροφικό γεμιστήρα, που παρήχθη από τη Steyer-Mannlicher για τον Ελληνικό Στρατό και αργότερα χρησιμοποιήθηκε και από το στρατό της Αυστρο-Ουγγαρίας.

Στα τέλη του 19ου αιώνα τα σχέδια τυφεκίων Μάνλιχερ του Αυστρο-Ουγγρικού στρατού χρησιμοποιούσαν την αρχή του κινητού ουραίου «ευθείας έλξης», που βασίζονταν σε παρωχημένα φυσίγγια μεγάλου διαμετρήματος. Γύρω στα 1900, το εργοστάσιο Στάγερ (Steyr) άρχισε να αναπτύσσει νέα σχέδια, με σύγχρονα, πιο αποτελεσματικά πυρομαχικά, κυρίως για εξαγωγές.

Τυφέκια Μάννλιχερ κατά την επέτειο της «Μάχης του Υψώματος 731». Φωτογραφία: http://www.akissparaskevopoulos.com

Το πλέον επιτυχημένο από αυτά τα πειραματικά τυφέκια ήταν το Ελληνικό Mannlicher-Schönauer M1903 των 6,5 mm. Το χαρακτηριστικό κινητό ουραίο ευθείας έλξης καταργήθηκε προς χάριν ενός πιο κλασσικού στρεφόμενου ουραίου, όπως εκείνα των σχεδίων Μάουζερ (Mauser). Αντιγράφοντας τη μέθοδο Mauser, αρκούσε να σηκωθεί και να ξανακατέβει το κινητό ουραίο για να οπλιστεί ο επικρουστήρας. Η αρχή λειτουργίας είχε σχεδιαστεί από το διάσημο Αυστριακό οπλουργό Φέρντιναντ Μάνλιχερ (Ferdinand Mannlicher), εφευρέτη του γεμιστήρα και δημιουργού πολλών τύπων τυφεκίων που χρησιμοποιήθηκαν επί δεκαετίες από τους στρατούς πολλών κρατών σε μεγάλους αριθμούς. Η πρωτότυπη, περιστροφική αποθήκη πυρομαχικών σχεδιάστηκε από τον Ότο Σέναουερ (Otto Schönauer), διευθυντή τότε της Österreichische Waffenfabriksgesellschaft (Αυστριακής οπλοβιομηχανίας), της σημερινής Steyr Mannlicher. Το κοίλο κάννης έφερε 4 αυλάκια με στροφή από αριστερά προς τα δεξιά, με βάθος 0,15 mm και βήμα (συμπλήρωση στροφής) μήκους 200 mm. H περιστροφική αποθήκη πυρομαχικών προορίζονταν να δώσει λύσεις σε προβλήματα εισαγωγής γεμιστήρα που παρουσίαζαν τότε τα φυσίγγια με προεξέχοντα χείλη βάσεως κάλυκα. Το επιτυχημένο σχέδιο Σενάουερ που χρησιμοποιήθηκε από το Ελληνικό τυφέκιο προσέφερε πράγματι ασφαλέστερη γόμωση αλλά το φυσίγγιο που επέλεξε ο Ελληνικός στρατός δεν διέθετε προεξέχοντα χείλη, έτσι που ο περίπλοκος περιστροφικός μηχανισμός δεν προσέφερε ουσιαστικά οφέλη στην προκειμένη περίπτωση.

Ο περιστροφικός μηχανισμός της αποθήκης πυρομαχικών Σενάουερ που θεωρήθηκε ευπαθής για στρατιωτική χρήση από τις περισσότερες χώρες στις αρχές του αιώνα, δεν παρουσίασε ιδιαίτερα προβλήματα και η απαλή λειτουργία του κομψού και ελαφρού Ελληνικού όπλου συμπληρωνόταν από διάφορες καινοτομίες και πρωτοποριακά εξαρτήματα, που του έδιναν κάποιο προβάδισμα σε σχέση με άλλα πιο διαδεδομένα όπλα. Το Ελληνικό Μάνλιχερ διέθετε επιπρόσθετα μέτρα ασφάλειας και αξιοπιστίας, προερχόμενα από τις υψηλές απαιτήσεις των αγοραστών της κυνηγετικής έκδοσης που τότε θεωρούνταν το «όπλο ενός τζέντλεμαν» και τα οποία δεν είχαν προλάβει να συμπεριληφθούν π.χ. στα διάσημα Γερμανικά Mauser που όπλιζαν τους περισσότερους στρατούς της εποχής. Από αυτή την άποψη, η καθυστερημένη αγορά όπλων νέας γενεάς από την Ελλάδα αποδείχθηκε προνομιακή.

Η Ελλάς θέσπισε τα τυφέκια και τις αραβίδες Μάνλιχερ-Σενάουερ σαν πρωτεύοντα όπλα του στρατού στα 1904. Το πρώτο συμβόλαιο για 60.000 τεμάχια με την κατασκευάστρια εταιρία υπογράφηκε στα τέλη του 1905. Στα 1907 άρχισαν οι πρώτες παραλαβές. Μέχρι το ξέσπασμα του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου, το Φθινόπωρο του 1912 ο Ελληνικός Στρατός είχε παραλάβει συνολικά 130.000 τυφέκια και αραβίδες, καθώς και 100 εκατομμύρια φυσίγγια κατασκευασμένα τόσο στην Αυστρο-Ουγγαρία, όσο και στην Ελλάδα από το ΕΠΚ. Το Μάνλιχερ αποτέλεσε το βασικό όπλο των Ελλήνων κατά τους Βαλκανικούς πολέμους του 1912-13.

Το ιστορικό τουφέκι Mannlicher-Schönauer (Μάνλιχερ-Σενάουερ)

Στα 1914, όταν η εισαγωγή όπλων από την Αυστρο-Ουγγαρία διεκόπη απότομα, η ουδέτερη Ελλάδα διέθετε στο οπλοστάσιό της 190.069 τυφέκια και αραβίδες Μάνλιχερ Σενάουερ Μ1903 και Μ1903/14, ενώ το υπόλοιπο της παραγωγής της εμπόλεμης Αυστρίας διοχετεύτηκε στις ένοπλες δυνάμεις της χώρας. Μέρος εξ αυτών δόθηκε μετά τον πόλεμο στην Ελλάδα από τους συμμάχους. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, στα 1922, το σύνολο των όπλων που είχε απομείνει σε Ελληνικά χέρια έφτανε μόλις τα 96.000 τυφέκια και τις 8.650 αραβίδες, όλα όπλα φθαρμένα, χρήζοντα επισκευών και με παντελή έλλειψη ανταλλακτικών. Η Ιταλία μετά τον πόλεμο είχε παραλάβει ποσότητες πολεμικού υλικού από την Αυστρία ως μέρος των πολεμικών της αποζημιώσεων και άφθονα εξαρτήματα και υλικά Ελληνικών όπλων καθώς και μηχανές παραγωγής πέρασαν στα χέρια της Ιταλικής βιομηχανίας Societa Industria Ernesto Breda. Στα 1925, με την Αυστρία προσωρινά να αδυνατεί να παράγει όπλα λόγω των περιοριστικών όρων της συνθηκολόγησης, η Ελλάδα παρήγγειλε 100.000 νέα τυφέκια στην Ιταλική εταιρία, με κάποιες τροποποιήσεις σε σχέση με τα παλαιότερα όπλα και έτσι δημιουργήθηκε το υπόδειγμα Μ1903/14/27, που άρχισε να παραλαμβάνεται στα 1927 από τον Ελληνικό στρατό. Μια τελευταία παραγγελία έγινε προς την Αυστριακή Steyr Werke AG (SWAG) στα [[1930]), για 25.000 αραβίδες Μ1903/14/30, οπότε και ολοκληρώθηκε η παραγωγή του όπλου. Συνολικά η Ελλάδα παρέλαβε περίπου 320.000 όπλα Μάνλιχερ Σενάουερ όλων των τύπων, εκ των οποίων λιγότερα από 230.000 απέμεναν πλέον στο Ελληνικό οπλοστάσιο, κατά τις παραμονές του πολέμου με την Ιταλία.

Τυφέκιον M1903 στο Πολεμικό Μουσείο Θεσσαλονίκης

Το Μάνλιχερ αποτέλεσε το κύριο όπλο του Ελληνικού Στρατού σχεδόν για όλο το πρώτο μισό του 20ου αιώνα και οπωσδήποτε το βασικότερο σύντροφο του Έλληνα στρατιώτη σ τις πλέον σημαντικές πολεμικές περιπέτειες που γνώρισε η χώρα στη σύγχρονη ιστορία της. Κατά τις περιόδους 1912-1922 και 1940-1949, η Ελλάδα βρισκόταν σχεδόν ακατάπαυστα σε κατάσταση πολέμου και μετά τον Α΄ Παγκόσμιο το τουφέκι αυτό χρησιμοποιήθηκε εντατικά στην εκστρατεία της Ανατολικής Θράκης, την εκστρατεία της Ουκρανίας, τη Μικρασιατική Εκστρατεία, αλλά και εναντίον των Ιταλών και Γερμανών κατά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Μετά τη συνθηκολόγιση του Ελληνικού στρατού, δεν ήταν λίγοι οι στρατιώτες που, επιστρέφοντας στις ιδιαίτερες πατρίδες τους, πήραν μαζί τους τα όπλα τους, έτσι πολλά πέρασαν στα χέρια της Εθνικής Αντίστασης προσφέροντας ανεκτίμητες υπηρεσίες, και αργότερα χρησιμοποιήθηκαν και από τις δύο αντιμαχόμενες πλευρές στον Ελληνικό Εμφύλιο.

Στα 1950, αποσυρθέντα αποθέματα του Ελληνικού στρατού πουλήθηκαν στις ΗΠΑ, πολλά μετατράπηκαν σε όπλα κυνηγίου και κάποια κυκλοφορούν ακόμα στη διεθνή αγορά για ιδιωτική χρήση, από συλλέκτες και σκοπευτές. Η χρήση των Ελληνικών πυρομαχικών στο κυνήγι σήμερα δεν επιτρέπεται πλέον, αλλά τεράστιες ποσότητες μιας ευρείας ποικιλίας κυνηγετικών εκδόσεων σε άλλα διαμετρήματα συνεχίζουν να χρησιμοποιούνται σε όλο τον κόσμο.

Στα 1903 εμφανίστηκε και μια ιδιωτικής χρήσης, κυνηγετική εκδοχή του όπλου, που έγινε ιδιαίτερα δημοφιλής παγκοσμίως στο κυνήγι μεγάλων θηραμάτων. Η χρήση μιας μακριάς, βαριάς βολίδας μικρού διαμετρήματος εξασφάλιζε τρομερή διατρητική ισχύ στο Μάνλιχερ, που μπορούσε έτσι να εξασφαλίζει φονικά πλήγματα επί ογκωδών ζώων με μεγάλη μυϊκή μάζα και χοντρά κόκαλα, που άλλα «ισχυρότερα» όπλα δεν μπορούσαν να εγγυηθούν. Η δε χαμηλή ανάκρουση του χαμηλής κινητικής ενέργειας φυσιγγίου, καθιστούσε το όπλο ευχάριστο και ξεκούραστο στη χρήση, ενώ έκανε και ευκολότερη την εκτέλεση βολών ακριβείας. Η θρυλική κυνηγετική έκδοση κυκλοφόρησε σε πληθώρα διαμετρημάτων για διάφορα φυσίγγια και διάσημοι κυνηγοί, ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ μεταξύ άλλων, κυριολεκτικά το εξύμνησαν για την αποτελεσματικότητά του.

Η ΠΗΓΗ του κειμένου και των δυο τελευταίων φωτογραφιών είναι το: ekeo.gr

7 Σχόλια

  1. AXEΡΩΝ

    Ὁ πλέον διακεκριμένος χρήστης κυνηγετικοῦ Μάννλιχερ-Σενάουερ,ὑπήρξε ὁ Βρεττανός Walter Dalrymple Maitland «Karamojo» Bell,κυνηγός ἐλεφαντόδοντος,ὁ ὁποίος φόνευσε ἄνω των 1.100 ἐλεφάντων στην Ἀφρική,τους περισσότερους με ὅπλα μικροῦ διαμετρήματος.
    Στις ἀρχές της σταδιοδρομίας του κατέληξε στο συμπέρασμα ὅτι μικρές βολίδες,με ὑψηλή ὅμως ἀρχική ταχύτητα και διατρητικότητα,μπορούσαν να διαπεράσουν το κρανίο ἐνός ἐλέφαντα,( το πάχος του ὁποίου κυμαίνεται στα 14-16 ἑκατοστά),ὑπό την προϋπόθεση ὅτι θα βληθοῦν ἀπό μικρή ἀπόσταση,που ὁ ἴδιος θεώρησε ὅτι δέν ἔπρεπε να ὑπερβαίνει τα 25-30 μέτρα.
    Ἡ πρώτη του ἐπιλογή ἦταν το M-S των 6,5Χ54,το διαμέτρημα του Ε.Σ δηλαδή,και ἔμεινε πολύ ἱκανοποιημένος ἀπό αὐτό,ἀλλά μετά ἀπό λίγα χρόνια και 300 και πλέον ἐλέφαντες,ἀναγκάστηκε να ἑγκαταλείψει το αὐστριακό φυσίγγιο,που εἴχε καταστεί δυσεύρετο,και να περάσει στο 7Χ57 Μάουζερ,που ἦταν πολύ διαδεδομένο και εἴχε παρόμοια βλητική συμπεριφορά.
    Ἀπό τον W.M.D «Karamojo» Bell,γνώρισε το Mannlicher-Schoenauer και ὁ Ἔρνστ Χέμινγουαίυ.
    Ἡ μεγάλη διαφορά του ἑλληνικοῦ Μάννλιχερ ἀπό τα ἄλλα στρατιωτικά Μάννλιχερ της ἐποχῆς(αὐστριακό,ρουμανικό,ὀλλανδικό),ἦταν ὅτι μπορούσε να γεμιστεί εἴτε με ταχυγεμιστήρες τύπου Μάουζερ,που δέν εἰσέρχονται στο ὅπλο μαζί με τα φυσίγγια,ἀντίθετα με τους ταχυγεμιστήρες τύπου Μάννλιχερ (μία παραλλαγή αὐτῶν εἶναι και το «κλίπ» του Μ1),και ἔτσι,το ὅπλο μπορεί να γεμιστεί και με χύμα φυσίγγια,ἀπό 1-5.Στα ἄλλα Μάννλιχερ μπορεί να γίνει γέμιση μόνο με πλήρη ταχυγεμιστήρα,χωρίς τον ὁποίον το ὅπλο καθίσταται μονόσφαιρο.
    Ὁ μηχανισμός Σενάουερ,ἐξέλιξη του προγενέστερου Σπιτάλσκυ,ἦταν περιστροφικός,και αὐτό κατέστησε περιττή την στήλη προσαγωγῆς μονῆς σειράς φυσιγγίων που συναντᾶται στα αὐστριακά,ρουμανικά,ὀλλανδικά Μάννλιχερ και στο ἰταλικό Μάννλιχερ-Καρκάνο,και ὁ ὁποίος ξεχωρίζει εὐρισκόμενος μπροστά ἀπό την σκανδάλη.
    Ἐπειδή λόγω του τρόπου λειτουργίας του Σενάουερ μόνο ἕνα φυσίγγιο βρισκόταν ἀνά πάσα στιγμή στον προσαγωγό,ἡ πίεση που ἀσκούσε στο κλείστρο ἦταν ἀντιστοίχως μικρή,και σε αὐτό το χαρακτηριστικό ὀφείλεται ἡ ἀπαλή λειτουργία του κλείστρου στο Μάννλιχερ-Σενάουερ,που τόσο ἐκτιμοῦσαν οἱ «τζἐντλμεν» κυνηγοί.

    Απάντηση
  2. manolis

    Κανονικα ,δεδομενης της ιστοριας του οπλου, θα επρεπε η προεδρικη φρουρα να φερει τιμητικα τυφεκιο Μανλιχερ.

    Απάντηση

ΔΕΝ επιτρέπονται απαξιωτικοί και υβριστικοί χαρακτηρισμοί εναντίον στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας. Υποβάλλοντας το σχόλιο σου επιβεβαιώνεις ότι έχεις διαβάσει και αποδεχθεί τους όρους χρήσης και σχολιασμού του ιστοτόπου. Η ευθύνη των σχολίων (αστική και ποινική) βαρύνει τους σχολιαστές. Οι απόψεις που εκφράζονται δεν αντιπροσωπεύουν εκείνες της "Προέλασης" και δεν πρέπει να εκλαμβάνονται ως τέτοιες.

Σχολιάστε

Αρέσει σε %d bloggers: